Το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η τουρκική προκλητικότητα και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Κύπρου αναδεικνύουν τις προκλήσεις για τα εθνικά συμφέροντα.
Το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη για την 28η Οκτωβρίου και η ξεκάθαρη θέση ότι «η Ελλάδα είναι μία δύναμη ειρήνης, η οποία δεν εκβιάζει αλλά ούτε εκβιάζεται» αποκτούν ιδιαίτερη σημασία υπό το βάρος των εξελίξεων στα ελληνοτουρκικά. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο, οι κινήσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου βρίσκονται στο επίκεντρο μιας ευρύτερης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο, με την Αθήνα να επιμένει στην υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της μέσω της διπλωματίας, του διεθνούς δικαίου και της αποτρεπτικής ισχύος.
Η δήλωση του πρωθυπουργού από τη Θεσσαλονίκη για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου συνδέεται με τις κρίσιμες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης, η στάση της Άγκυρας και οι εκκρεμότητες γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου αναδεικνύουν τη σημασία της διπλωματικής κινητοποίησης, της αμυντικής ετοιμότητας και της οικονομικής σταθερότητας για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων.
Το ιστορικό «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου αποτελεί διαχρονική αναφορά στην υπεράσπιση της ελευθερίας και της εθνικής κυριαρχίας. Στη σημερινή πραγματικότητα, οι προκλήσεις είναι διαφορετικές, αλλά η ανάγκη διαφύλαξης των εθνικών συμφερόντων παραμένει στο επίκεντρο. Από το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις ελληνοτουρκικές διαφορές έως την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί πεδίο στο οποίο η διπλωματία, η αποτρεπτική ισχύς και οι διεθνείς συνεργασίες δοκιμάζονται στην πράξη. Σε αυτό το περιβάλλον εντάσσεται το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι η Ελλάδα επιδιώκει την ειρήνη, χωρίς να αποδέχεται εκβιασμούς ή απειλές.
Η 28η Οκτωβρίου ως μήνυμα εθνικής ευθύνης
Το μήνυμα ότι η Ελλάδα αποτελεί δύναμη ειρήνης, η οποία δεν εκβιάζει αλλά ούτε εκβιάζεται, έστειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τη Θεσσαλονίκη, μετά την παρέλαση για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο επαναφέρουν στο προσκήνιο τις ελληνοτουρκικές διαφορές, το μήνυμα του πρωθυπουργού αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
«Δεν απειλεί αλλά ούτε και δέχεται απειλές», υπογράμμισε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τη θέση της χώρας σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων. Χωρίς να κατονομάσει την Τουρκία ή να αναφερθεί σε συγκεκριμένες διμερείς εκκρεμότητες, ο πρωθυπουργός συνέδεσε την προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας με την αμυντική ετοιμότητα, την οικονομική σταθερότητα και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων της χώρας.
Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης, η αντιπαράθεση για τα θαλάσσια δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο και οι εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου συνθέτουν ένα σύνθετο γεωπολιτικό πεδίο, στο οποίο η Αθήνα καλείται να υπερασπιστεί τις θέσεις της με διπλωματικά, νομικά και στρατηγικά μέσα.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο επανέρχεται στο προσκήνιο
Νέα δεδομένα στη διπλωματική αντιπαράθεση δημιούργησε η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης, με έδρα τη Βεγγάζη, στις 20 Οκτωβρίου 2026, να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών του 2019. Η απόφαση ανατρέπει την προηγούμενη στάση του συγκεκριμένου κοινοβουλίου, το οποίο είχε απορρίψει τη συμφωνία το 2020.
Το μνημόνιο είχε υπογραφεί από την τότε κυβέρνηση της Τρίπολης και την Τουρκία και χαράσσει θαλάσσια όρια με τρόπο που η Αθήνα θεωρεί ότι παραγνωρίζει τα δικαιώματα ελληνικών νησιών, ιδίως της Κρήτης, βάσει του Δικαίου της Θάλασσας.
Η ελληνική θέση είναι ότι η συμφωνία είναι άκυρη και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών. Η επικύρωσή της από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης δεν μεταβάλλει, από μόνη της, τη νομική επιχειρηματολογία της Αθήνας, αλλά ενισχύει την πολιτική και διπλωματική πίεση στην περιοχή.
Η Ελλάδα αντέδρασε με διπλωματικές παρεμβάσεις, ενημέρωση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και προσπάθεια συγκρότησης ευρύτερου μετώπου χωρών που απορρίπτουν τη συμφωνία. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η συζήτηση με την Αίγυπτο για πιθανή επέκταση της μεταξύ τους οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης προς ανατολάς, στην κατεύθυνση της Κύπρου.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αναδεικνύει ότι η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στις διμερείς σχέσεις Αθήνας–Άγκυρας. Αφορά ευρύτερους συσχετισμούς στην Ανατολική Μεσόγειο, τις σχέσεις της Τουρκίας με τις δύο πλευρές της διαιρεμένης Λιβύης και τη δυνατότητα διαμόρφωσης περιφερειακών συνεργασιών.
Η απάντηση της Αθήνας και η στάση της Άγκυρας
Η τουρκική πλευρά υπερασπίζεται το μνημόνιο, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί συμφωνία μεταξύ κυρίαρχων κρατών. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, επιμένει ότι η οριοθέτηση δεν μπορεί να αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων κρατών και τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου.
Η αντιπαράθεση απέκτησε νέα διάσταση μετά την απόφαση της Βεγγάζης, καθώς η Άγκυρα ενισχύει τη διπλωματική της παρουσία και στο ανατολικό τμήμα της Λιβύης, παρά τις προηγούμενες διαφωνίες της με τις εκεί αρχές.
Για την Αθήνα, το ζητούμενο είναι να μην επιτρέψει στην πολιτική αποδοχή του μνημονίου να εκληφθεί ως δημιουργία νέων νομικών δεδομένων. Γι’ αυτό και επιλέγει να μεταφέρει το ζήτημα σε διεθνή fora, να επικαλείται τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και να επιδιώκει τη στήριξη εταίρων που συμμερίζονται τις ενστάσεις της.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διπλωματία δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από την αποτρεπτική ισχύ. Η διαφύλαξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων απαιτεί συνδυασμό νομικής τεκμηρίωσης, διεθνών συμμαχιών, επιχειρησιακής ετοιμότητας και σταθερής οικονομικής βάσης.
Αυτό ακριβώς το σημείο συνδέεται με τη δήλωση του πρωθυπουργού για το εξοπλιστικό πρόγραμμα των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι η Ελλάδα υλοποιεί το μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα στην ιστορία τους, επισημαίνοντας ότι τα σύγχρονα οπλικά συστήματα ενισχύουν την αποτρεπτική δυνατότητα της χώρας.
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και η στρατηγική σημασία της
Ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο είναι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, το έργο Great Sea Interconnector, το οποίο αποσκοπεί στην άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου και στη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα μέσω της Ελλάδας.
Το έργο έχει βρεθεί στο επίκεντρο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, καθώς η Τουρκία αμφισβητεί τη δικαιοδοσία για θαλάσσιες έρευνες σε περιοχές που συνδέει με τις δικές της διεκδικήσεις και το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η ελληνική θέση είναι ότι οι έρευνες και οι εργασίες του έργου προχωρούν βάσει των αρμοδιοτήτων της Ελλάδας και των συμφωνιών με την Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς να απαιτείται τουρκική άδεια.
Στις 27 Οκτωβρίου, το γαλλικής σημαίας ερευνητικό πλοίο Abeille Marengo έφθασε στο Ηράκλειο της Κρήτης, εν αναμονή της σχετικής ναυτικής αναγγελίας για την έναρξη των ερευνών του βυθού. Οι έρευνες θα συμβάλουν στη λεπτομερή χαρτογράφηση της προτεινόμενης διαδρομής του καλωδίου και στην αξιολόγηση των γεωλογικών χαρακτηριστικών του βυθού.
Η παρουσία του πλοίου αποτελεί συγκεκριμένη εξέλιξη στην πορεία του έργου, δεν σημαίνει όμως ότι έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες ή ότι έχουν αρθεί όλες οι πολιτικές και τεχνικές εκκρεμότητες. Η υλοποίηση της διασύνδεσης εξακολουθεί να εξαρτάται από την πρόοδο των ερευνών, τις απαιτούμενες εγκρίσεις και τη διαχείριση των περιφερειακών εντάσεων.
Η σημασία της διασύνδεσης υπερβαίνει την τεχνική σύνδεση δύο ηλεκτρικών συστημάτων. Αφορά την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου, τη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού, την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ενεργειακής ολοκλήρωσης και τη δυνατότητα ανάπτυξης ευρύτερων διασυνδέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για την Ελλάδα, συνεπώς, η πρόοδος του έργου συνδέεται με την οικονομία, την ενεργειακή πολιτική και τη γεωπολιτική της θέση. Η ολοκλήρωσή του θα δημιουργήσει νέες δυνατότητες συνεργασίας, ενώ η πορεία του αναδεικνύει τις δυσκολίες που προκύπτουν όταν μεγάλα ευρωπαϊκά έργα υλοποιούνται σε περιοχές με αντικρουόμενες θαλάσσιες διεκδικήσεις.
Η αποτροπή χρειάζεται ισχυρή οικονομία
Στη δήλωσή του από τη Θεσσαλονίκη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη σχέση ανάμεσα στην οικονομική σταθερότητα και την αμυντική ισχύ.
«Χωρίς μία οικονομία ευημερούσα, χωρίς οικονομική σταθερότητα, δεν είναι δυνατόν καμία χώρα να προβάλει ισχυρή αποτρεπτική δύναμη», σημείωσε, συνδέοντας ευθέως τις αμυντικές δυνατότητες με τις αντοχές της εθνικής οικονομίας.
Η αναφορά αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα καλείται να διατηρήσει την αμυντική της ετοιμότητα, να επενδύσει σε στρατηγικές υποδομές και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της ενεργειακής ασφάλειας, χωρίς να παραγνωρίζει τους δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Η αποτροπή δεν εξαντλείται στην αγορά οπλικών συστημάτων. Προϋποθέτει συνεχή χρηματοδότηση, τεχνολογική αναβάθμιση, επιχειρησιακή ετοιμότητα και δυνατότητα διατήρησης των συστημάτων σε βάθος χρόνου. Παράλληλα, η διπλωματική αξιοπιστία ενισχύεται όταν μια χώρα μπορεί να υποστηρίζει τις θέσεις της με συνέπεια και να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση περιφερειακών και ευρωπαϊκών πολιτικών.
Στην ίδια εξίσωση εντάσσονται οι ενεργειακές υποδομές. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου δεν αποτελεί στρατιωτικό έργο, αλλά η υλοποίησή της συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια, την ευρωπαϊκή παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο και τη δυνατότητα ανάπτυξης συνεργασιών που έχουν μακροπρόθεσμο στρατηγικό αποτύπωμα.
Από το ιστορικό «Όχι» στη σημερινή υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων
Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου παραπέμπει σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία η Ελλάδα αρνήθηκε να αποδεχθεί ένα τελεσίγραφο που έθετε σε αμφισβήτηση την ελευθερία και την κυριαρχία της. Η σημερινή πραγματικότητα είναι διαφορετική και οι προκλήσεις αντιμετωπίζονται με τα εργαλεία της διπλωματίας, του διεθνούς δικαίου, της οικονομικής πολιτικής και της αποτρεπτικής ισχύος.
Η σύνδεση των δύο περιόδων δεν σημαίνει εξίσωση ιστορικών γεγονότων. Αναδεικνύει, όμως, τη διαχρονική σημασία της εθνικής ευθύνης και της προάσπισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη από τη Θεσσαλονίκη αποτυπώνει αυτή τη λογική: η Ελλάδα επιδιώκει την ειρήνη, χωρίς να αποδέχεται εκβιασμούς ή απειλές, και επενδύει στην αποτρεπτική της δυνατότητα, στηριζόμενη στην οικονομική σταθερότητα.
Με το τουρκολιβυκό μνημόνιο να επανέρχεται στο προσκήνιο και την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου να εισέρχεται σε μια νέα φάση ερευνών, η πρόκληση για την Αθήνα είναι να μετατρέψει τη διπλωματική κινητοποίηση σε απτά αποτελέσματα, διατηρώντας σταθερή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο και προστατεύοντας τα εθνικά συμφέροντα.
Το μήνυμα της 28ης Οκτωβρίου παραμένει επίκαιρο ως υπενθύμιση ότι η ελευθερία, η ειρήνη και η κυριαρχία δεν είναι αυτονόητες. Η διαφύλαξή τους απαιτεί σχέδιο, συνέπεια, ισχυρούς θεσμούς και την ικανότητα της χώρας να υπερασπίζεται τις θέσεις της με αυτοπεποίθηση και υπευθυνότητα.