Η ACEA ζητά ευελιξία στους στόχους CO₂, τεχνολογική ουδετερότητα και κανόνες που ενισχύουν την ευρωπαϊκή βιομηχανία και τις θέσεις εργασίας.
Η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας, η προστασία των θέσεων εργασίας και η μετάβαση σε οχήματα χαμηλότερων εκπομπών βρίσκονται στο επίκεντρο της παρέμβασης της ACEA για την κοινή πρόταση Γαλλίας και Γερμανίας, σχετικά με το Automotive Package της ΕΕ. Η Ένωση Ευρωπαίων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων αναγνωρίζει τη σημασία της τεχνολογικής ουδετερότητας και μιας πιο ρεαλιστικής προσέγγισης για το 2035, ωστόσο επισημαίνει ότι απαιτούνται πρόσθετες παρεμβάσεις, ώστε οι περιβαλλοντικοί στόχοι να συμβαδίζουν με τις παραγωγικές δυνατότητες και τις οικονομικές συνθήκες της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Στο επίκεντρο βρίσκονται η αξιοποίηση υλικών χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος, οι κανόνες για τα οχήματα «Made in EU» και η ανάγκη διαφοροποιημένης αντιμετώπισης των επιμέρους κατηγοριών οχημάτων.
Η παρέμβαση της ACEA αναδεικνύει το βασικό διακύβευμα για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία: η μείωση των εκπομπών δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την παραγωγική ανταγωνιστικότητα, το κόστος της μετάβασης και τη διατήρηση της βιομηχανικής δραστηριότητας στην Ευρώπη. Η γαλλογερμανική πρόταση κινείται προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης της τεχνολογικής ουδετερότητας, αλλά, σύμφωνα με την Ένωση, εξακολουθεί να αφήνει ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα για την εφαρμογή των νέων κανόνων.
Οι στόχοι CO₂ και η ανάγκη προστασίας της ευρωπαϊκής παραγωγής
Ειδικότερα, η Ένωση Ευρωπαίων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA) αναγνωρίζει τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για τη διαμόρφωση της κοινής γαλλογερμανικής θέσης, η οποία αναμένεται να συμβάλει στην επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ για το «Automotive Package» (Πακέτο Μέτρων για την Αυτοκινητοβιομηχανία).
Το κείμενο επαναβεβαιώνει ορθά την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας, διαμορφώνει μια πιο διαχειρίσιμη κατεύθυνση για το 2035 και προβλέπει κίνητρα για όλα τα αυτοκίνητα που κατασκευάζονται στην ΕΕ, στο πλαίσιο του Κανονισμού για τις εκπομπές CO₂.
Ωστόσο, το κείμενο δεν προτείνει κρίσιμες ευέλικτες ρυθμίσεις αμοιβαίου οφέλους, οι οποίες θα μπορούσαν να διευκολύνουν την επίτευξη των στόχων για τις εκπομπές CO₂. Σε αυτές περιλαμβάνονται η πλήρης αξιοποίηση των δυνατοτήτων αντιστάθμισης των εκπομπών μέσω της χρήσης υλικών χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος, καθώς και η έναρξη εφαρμογής του μηχανισμού υπολογισμού του μέσου όρου εκπομπών από το 2028, ώστε να επιταχυνθεί η ανάπτυξη της αγοράς αμιγώς ηλεκτρικών οχημάτων με μπαταρία (BEV), αρκετά πριν από την προθεσμία του 2030.
Η πρόταση του κειμένου για την Πράξη Επιτάχυνσης της Βιομηχανίας (Industrial Accelerator Act), με το περιορισμένο γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της και τον στόχο του 80% σε επίπεδο συνολικού στόλου, θέτει ιδιαίτερα φιλόδοξες απαιτήσεις. Αυτό ισχύει ιδίως επειδή η προστιθέμενη αξία που δημιουργούν οι κατασκευαστές οχημάτων εξακολουθεί να μην αναγνωρίζεται επαρκώς.
Τέλος, το κείμενο παραβλέπει τις ειδικές ανάγκες άλλων κατηγοριών οχημάτων, οι οποίες είναι καθοριστικές για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Οι δυσκολίες που συνοδεύουν την επέκταση της παραγωγής και της διάδοσης των αμιγώς ηλεκτρικών οχημάτων στην κατηγορία των ελαφρών επαγγελματικών οχημάτων καθιστούν αναγκαία την αναθεώρηση του στόχου για το 2030, καθώς και τη θέσπιση δύο περιόδων υπολογισμού του μέσου όρου εκπομπών: της περιόδου 2025–2029 και της περιόδου 2030–2034.
Όσον αφορά τα βαρέα οχήματα, η γαλλογερμανική πρόταση παραγνωρίζει τις αλυσίδες αξίας που εξαρτώνται από εταίρους της Τελωνειακής Ένωσης και αγνοεί την ανάγκη καθορισμού ξεχωριστού χρονοδιαγράμματος για τον εντοπισμό και την ανάπτυξη της παραγωγής μπαταριών εντός της ΕΕ. Τα φορτηγά και τα λεωφορεία πρέπει να ακολουθήσουν διακριτή προσέγγιση ως προς την εκπλήρωση των απαιτήσεων για τα προϊόντα «Made in the EU» («Κατασκευασμένα στην ΕΕ»).
Η ACEA θα εξετάσει πλέον το κείμενο διεξοδικά και θα συνεχίσει τις επαφές με τους συννομοθέτες της ΕΕ για όλα τα κρίσιμα ζητήματα, με στόχο τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα συνδυάζει αποτελεσματικότερα την απανθρακοποίηση, την οικονομική ανθεκτικότητα και τη διατήρηση των θέσεων εργασίας.