Αύξηση της εθελοντικής αιμοδοσίας, ιδιαίτερα στους νέους, καταγράφει το υπουργείο Υγείας, ενώ παραμένουν οι εποχικές ελλείψεις αίματος στα νοσοκομεία.

Σημαντική βελτίωση στους δείκτες της αιμοδοσίας στην Ελλάδα αποτυπώνουν τα στοιχεία που διαβίβασε στη Βουλή ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, επισημαίνοντας ότι η χώρα έχει σταθεροποιήσει την ετήσια συλλογή στις 550.000 μονάδες αίματος.

Σύμφωνα με το έγγραφο, το 70% του συλλεγόμενου αίματος προέρχεται πλέον από εθελοντές αιμοδότες, ενώ το υπόλοιπο 30% από το συγγενικό περιβάλλον ασθενών που χρειάζονται μετάγγιση. Ο υπουργός χαρακτηρίζει την ασφάλεια του αίματος και των παραγώγων του σημαντικό κεκτημένο, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι η διασφάλιση σταθερής επάρκειας εξακολουθεί να απαιτεί συστηματική προσπάθεια.

Τα στοιχεία παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, σε απάντηση ερώτησης της βουλευτού του ΠΑΣΟΚ, Αικατερίνης Καζάνη, σχετικά με τη διασφάλιση επαρκών ποσοτήτων αίματος και την απρόσκοπτη μετάγγιση των ασθενών με μεταγγισιοεξαρτώμενη μεσογειακή αναιμία.

Αισθητή αύξηση των νέων και των πρωτοεμφανιζόμενων αιμοδοτών

Ιδιαίτερα ενθαρρυντική είναι η ενίσχυση της συμμετοχής των νέων ηλικίας 18 έως 25 ετών, την οποία ο υπουργός αποδίδει στις δράσεις εξωστρέφειας του υπουργείου Υγείας και του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας (ΕΚΕΑ).

Το ποσοστό της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας στο σύνολο των αιμοδοτών αυξήθηκε από 10,84% το 2024 σε 16,13% το 2026, γεγονός που αποτυπώνει τη μεγαλύτερη ανταπόκριση της νεότερης γενιάς στις προσπάθειες ενίσχυσης της εθελοντικής προσφοράς αίματος.

Ανάλογη άνοδος καταγράφεται στους πολίτες που αιμοδοτούν για πρώτη φορά, καθώς η συμμετοχή τους αυξήθηκε από 11% σε 17% μέσα στην ίδια διετία.

Ακόμη μεγαλύτερη μεταβολή παρατηρείται στους λεγόμενους «ανενεργούς αιμοδότες» (dormant donors), δηλαδή σε όσους είχαν δώσει αίμα μόνο μία φορά κατά το παρελθόν και επέστρεψαν στην αιμοδοσία. Το σχετικό ποσοστό, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο υπουργός, διαμορφώθηκε στο 34,60% το 2026, έναντι 21,5% το 2024.

Η επιστροφή περιστασιακών αιμοδοτών θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ενισχύει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας πιο σταθερής βάσης εθελοντών, ικανής να ανταποκρίνεται στις διαρκείς ανάγκες του συστήματος υγείας.

Γιατί εξακολουθούν να παρατηρούνται ελλείψεις αίματος

Παρά τη θετική τάση, ο Άδωνις Γεωργιάδης παραδέχεται ότι η κάλυψη των αναγκών παρουσιάζει δυσκολίες σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους, κυρίως τον Αύγουστο, αλλά και τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο.

Κατά τους χειμερινούς μήνες, η αυξημένη κυκλοφορία γρίπης, COVID-19 και άλλων ιώσεων περιορίζει προσωρινά τη διαθεσιμότητα αιμοδοτών, καθώς όσοι νοσούν ή λαμβάνουν αντιβιοτική αγωγή δεν μπορούν να προσφέρουν αίμα όσο ισχύουν οι σχετικοί ιατρικοί αποκλεισμοί.

Το καλοκαίρι, αντίθετα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι διακοπές, η απουσία τακτικών εθελοντών, οι υψηλές θερμοκρασίες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Επιπλέον, οι πυρκαγιές και η εμφάνιση κρουσμάτων του ιού του Δυτικού Νείλου δημιουργούν πρόσθετες δυσχέρειες στη συλλογή.

Ο υπουργός χαρακτηρίζει τη διατήρηση της επάρκειας σε τέτοιες συνθήκες «μια δύσκολη εξίσωση για όλο τον δυτικό κόσμο», επικαλούμενος αντίστοιχες προειδοποιήσεις από τον Αμερικανικό και τον Γερμανικό Ερυθρό Σταυρό, καθώς και προβλήματα που έχουν αναφερθεί στη Βρετανία, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Κύπρο και την Αυστραλία.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη φετινή έκκληση του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, ο οποίος προειδοποίησε για ιστορικά χαμηλά επίπεδα διαθέσιμου αίματος, συγκρίσιμα με τις ελλείψεις που είχαν εμφανιστεί κατά την περίοδο της πανδημίας.

Στην Ελλάδα, όπως επισημαίνει, η έντονη έξαρση του Δυτικού Νείλου και οι πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν στην Αττική το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου δυσχέραναν τις προσπάθειες συλλογής.

Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, το ΕΚΕΑ προχώρησε σε αλλαγή στρατηγικής, εφαρμόζοντας καθολικό μοριακό έλεγχο των μονάδων αίματος για τον ιό του Δυτικού Νείλου στην Αττική και στις υπόλοιπες επηρεαζόμενες περιοχές της χώρας.

Παράλληλα, αυξήθηκαν οι εξορμήσεις αιμοδοσίας, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον υπουργό, η συνολική συλλογή να συγκρατηθεί στα επίπεδα της προηγούμενης χρονιάς, με στόχο την περαιτέρω βελτίωσή της.

Το σχέδιο για την εξάλειψη των εποχικών ελλείψεων

Κεντρικό στοιχείο της κυβερνητικής στρατηγικής αποτελεί η μετάβαση από την περιστασιακή προσφορά αίματος, κυρίως όταν κάποιος συγγενής χρειάζεται μετάγγιση, στην τακτική εθελοντική αιμοδοσία.

Ο υπουργός υπενθυμίζει ότι το αίμα έχει περιορισμένη διάρκεια συντήρησης και δεν μπορεί να αποθηκεύεται επ' αόριστον. Επομένως, η σταθερή τροφοδοσία των νοσοκομείων απαιτεί συνεχή προσέλευση αιμοδοτών καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.

Στόχος του υπουργείου Υγείας και του ΕΚΕΑ είναι η διαμόρφωση μιας νέας κουλτούρας, στην οποία οι πολίτες θα ενθαρρύνονται να προσφέρουν αίμα τρεις φορές τον χρόνο, εφόσον πληρούν τις προβλεπόμενες ιατρικές προϋποθέσεις.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου έχουν προγραμματιστεί εκτεταμένες εκστρατείες ενημέρωσης και εκπαίδευσης, με το ΕΚΕΑ να έχει ήδη κινήσει τις διαδικασίες διαγωνισμού για την υλοποίηση ετήσιας καμπάνιας προώθησης της εθελοντικής αιμοδοσίας.

Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται επίσης συνεργασία με το υπουργείο Παιδείας, ώστε η ενημέρωση για την αξία της αιμοδοσίας να ξεκινά από μικρότερες ηλικίες και να καλλιεργείται σταδιακά η συνείδηση της εθελοντικής προσφοράς.

Συγκέντρωση και διαχείριση των μονάδων αίματος από το ΕΚΕΑ

Σημαντική παρέμβαση αποτελεί και η κεντρικοποίηση της επεξεργασίας και διαχείρισης του αίματος, πολιτική που εφαρμόστηκε κατά την περίοδο 2024-2025 για όλες τις μονάδες που συλλέγονται στην Αττική και την Κόρινθο.

Μέσω της συγκέντρωσης των συγκεκριμένων μονάδων στο Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας, κατέστη δυνατή, σύμφωνα με το υπουργείο, η αποτελεσματικότερη αναδιανομή τους ανάλογα με τις ανάγκες των νοσοκομείων, καθώς και η βελτίωση της ποσότητας και της ποιότητας των παραγώγων αίματος.

Ειδικότερα, η κεντρική επεξεργασία οδήγησε σε υπερδιπλασιασμό της παραγωγής αιμοπεταλίων και σε επάρκεια νωπού κατεψυγμένου πλάσματος (FFP).

Ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει την επέκταση αυτού του μοντέλου σε ολόκληρη την επικράτεια, ώστε να ενισχυθούν η ασφάλεια, ο συντονισμός και η δυνατότητα αξιοποίησης κάθε διαθέσιμης μονάδας αίματος.

Οι παρεμβάσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τους ασθενείς που χρειάζονται τακτικές και επαναλαμβανόμενες μεταγγίσεις, καθώς η απρόσκοπτη θεραπεία τους προϋποθέτει προβλέψιμη και σταθερή διαθεσιμότητα κατάλληλου αίματος.