Υπάρχουν επιχειρηματίες που περιμένουν να ωριμάσουν οι συνθήκες και επιχειρηματίες που τις δημιουργούν οι ίδιοι.
Ο Αλέξανδρος Εξάρχου, επικεφαλής του Ομίλου AKTOR και της Atlantic SEE LNG Trade, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αναζητά εντατικά νέους προμηθευτές αερίου, επέλεξε να αναλάβει ο ίδιος το ρίσκο και να τοποθετήσει την Ελλάδα στο επίκεντρο ενός εγχειρήματος που μπορεί να φέρει στη χώρα επενδύσεις, έσοδα και μεγαλύτερο γεωπολιτικό βάρος.
Η τελευταία δημόσια παρέμβασή του, στις 24 Οκτωβρίου, δείχνει πόσο μεγάλο είναι το διακύβευμα. Ο Αλέξανδρος Εξάρχου υποστηρίζει ότι ο Κάθετος Διάδρομος δέχεται πόλεμο από οικονομικά συμφέροντα που θέλουν να συνεχιστεί η διοχέτευση ρωσικού φυσικού αερίου μέσω Τουρκίας. Κατά την εκτίμησή του, η ελληνική διαδρομή ενοχλεί επειδή αποτελεί αξιόπιστη εναλλακτική και ανατρέπει σχεδιασμούς που θεωρούνταν δεδομένοι. Οποιος δημιουργεί πραγματικό ανταγωνισμό, άλλωστε, προκαλεί αντιδράσεις.
Στη σύγκρουση αυτή ο επιχειρηματίας δεν στέκεται μόνος. Εχει τη στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης και την αποφασιστικότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη να κάνει την Ελλάδα πύλη εισόδου του αμερικανικού LNG στην Ευρώπη. Ισως και του μεγαλύτερου μέρους της αντιπολίτευσης. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρεται και στην πρόσφατη επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο.
Στον Στρατηγικό Διάλογο της 7ης Οκτωβρίου, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών συνέδεσε ευθέως την ενεργειακή με την εθνική ασφάλεια, μίλησε για την ανάγκη διαφοροποίησης προμηθευτών και διαδρομών και χαρακτήρισε την Ελλάδα κρίσιμο εταίρο.
Το εγχείρημα και οι συμφωνίες
Η πολιτική αυτή κάλυψη από Αθήνα και Ουάσιγκτον δίνει βάρος σε μια στρατηγική που ο Εξάρχου εφαρμόζει ήδη στην πράξη, με ελληνικές υποδομές να εξυπηρετούν ανάγκες χωρών πέρα από τα σύνορά μας. Η πορεία του εγχειρήματος είναι χαρακτηριστική της πρωτοβουλίας που το διέπει. Οπως εξήγησε στη συνέντευξή του στις 18 Οκτωβρίου, η κίνηση ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2025. Διαβλέποντας ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να αντικαταστήσει σημαντικές ρωσικές ποσότητες, προσέγγισε τη ΔΕΠΑ Εμπορίας και έστησε μια συνεργασία που ενώνει την επενδυτική δυναμική της AKTOR με την εμπειρία μιας δημόσιας εταιρείας στην αγορά αερίου. Ο συνδυασμός ιδιωτικής τόλμης και δημόσιας τεχνογνωσίας είναι ένα μοντέλο που η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη.
Ακολούθησε η μακροχρόνια συμφωνία με την αμερικανική Venture Global. Σύμφωνα με τον Εξάρχου, εξασφαλίστηκαν όροι προμήθειας που σήμερα δεν είναι πλέον διαθέσιμοι στην ελεύθερη αγορά. Σε μια εποχή έντονων διακυμάνσεων στις τιμές, η έγκαιρη δέσμευση ποσοτήτων προσφέρει προβλεψιμότητα και δημιουργεί τη βάση για σταθερές εμπορικές σχέσεις. Οποιος κινήθηκε νωρίς κερδίζει πλεονέκτημα, και αυτό φαίνεται να συνέβη εδώ. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι συμφωνίες με την Αλβανία και τη Βοσνία, τις οποίες ο ίδιος χαρακτηρίζει δεσμευτικές.
Οπως τονίζει, έχουν ήδη εξασφαλιστεί αγοραστές για τις ποσότητες που θα προμηθεύεται η κοινοπραξία, ενώ οι επαφές με άλλες χώρες συνεχίζονται. Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι ότι το ελληνικό Δημόσιο δεν έχει αναλάβει καμία υποχρέωση αγοράς αερίου από την εταιρεία. Το εγχείρημα στηρίζεται αποκλειστικά στην αναζήτηση πελατών και στην επιχειρηματική ευθύνη όσων το υλοποιούν, χωρίς να επιβαρύνει τον Ελληνα φορολογούμενο.
Η ιστορία του έργου
Για τον Κάθετο Διάδρομο ακούσαμε τον Δεκέμβριο του 2014, επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά, όταν ο τότε υπουργός Ενέργειας, Γιάννης Μανιάτης, υπέγραψε με Βουλγαρία και Ρουμανία την αρχική κοινή διακήρυξη, με στόχο την πρόσβαση της περιοχής σε εναλλακτικές πηγές αερίου ενώ η Ελλάδα ορίστηκε ως αφετηρία της διαδρομής προς Βορρά.
Τον Δεκέμβριο του 2015, επί Αλέξη Τσίπρα, ελήφθη η τελική επενδυτική απόφαση για τον ελληνοβουλγαρικό αγωγό IGB. Ακολούθησαν το υπουργικό μνημόνιο του 2016 με συμμετοχή της Ουγγαρίας και η συμφωνία των διαχειριστών δικτύων το 2017. Επί Κυριάκου Μητσοτάκη, ο IGB ξεκίνησε εμπορική λειτουργία τον Οκτώβριο του 2022 και το 2024 η συνεργασία διευρύνθηκε με Σλοβακία, Μολδαβία και Ουκρανία.
Εθνική επιλογή
Τρεις κυβερνήσεις με διαφορετικό πολιτικό πρόσημο προώθησαν διαδοχικά το ίδιο σχέδιο. Η συνέχεια αυτή δείχνει ότι η ενεργειακή διπλωματία της χώρας υπερβαίνει τις κομματικές γραμμές και ότι ο Εξάρχου αξιοποιεί μια εθνική επιλογή με βάθος δεκαετίας, δίνοντάς της εμπορικό περιεχόμενο. Ο ίδιος τονίζει ότι ο Διάδρομος παραμένει ανοιχτός σε όλους τους ενδιαφερόμενους και μπορεί να αξιοποιηθεί από περισσότερες επιχειρήσεις. Η αξία του κρύβεται στη σύνδεση των τερματικών σταθμών με τα δίκτυα της περιοχής. Κάθε νέα σύμβαση αυξάνει τη χρήση των υποδομών, στηρίζει πρόσθετες επενδύσεις και ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας.
Με αυτόν τον τρόπο ο στόχος του ενεργειακού κόμβου παύει να είναι διακήρυξη και γίνεται πράξη. Η επόμενη μάχη θα δοθεί στις συμβάσεις, στις ποσότητες που θα διακινηθούν και στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής διαδρομής.