Με το βλέμμα στις αμερικανικές κάλπες βρίσκεται η Τουρκία, καθώς οι νέοι συσχετισμοί στο Κογκρέσο ενδέχεται να επηρεάσουν τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον.

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες απασχολούν έντονα τον τουρκικό Τύπο, με τις αναλύσεις να επικεντρώνονται στις πιθανές συνέπειες για την εξωτερική πολιτική της Άγκυρας, την αμυντική συνεργασία με την Ουάσιγκτον και τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το ενδεχόμενο ενίσχυσης των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, που θα μπορούσε να περιορίσει την ευχέρεια κινήσεων του Ντόναλντ Τραμπ κατά το δεύτερο μισό της προεδρικής του θητείας.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον ρόλο της Ελλάδας και της Κύπρου, τις οποίες ορισμένοι Τούρκοι αναλυτές θεωρούν πιθανούς ωφελημένους από μια αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, κυρίως σε ζητήματα αμερικανικών εξοπλισμών και θαλάσσιων διεκδικήσεων.

Οι εκτιμήσεις, πάντως, διαφέρουν ανάλογα με τον πολιτικό προσανατολισμό των τουρκικών μέσων ενημέρωσης, καθώς η προσωπική σχέση Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν - Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζεται από διαφορετικές οπτικές.

Sabah: «Οι Δημοκρατικοί μπορεί να ευνοήσουν Ελλάδα και Κύπρο»

Χαρακτηριστική είναι η ανάλυση του Μελίχ Αλτινόκ στη φιλοκυβερνητική εφημερίδα Sabah, ο οποίος υποστηρίζει ότι μια εκλογική ενίσχυση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να δημιουργήσει δυσμενέστερες συνθήκες για τις τουρκικές επιδιώξεις.

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, οι περιφερειακοί ανταγωνιστές της Τουρκίας, όπως και η εγχώρια αντιπολίτευση, προσβλέπουν σε μια πολιτική αποδυνάμωση του Τραμπ, θεωρώντας ότι θα περιοριστούν τα πλεονεκτήματα που έχει αποκτήσει η Άγκυρα μέσω της απευθείας επικοινωνίας του Αμερικανού προέδρου με τον Ερντογάν.

Ειδικότερα, εκτιμά ότι μια ισχυρότερη παρουσία των Δημοκρατικών θα μπορούσε να διευκολύνει νομοθετικές πρωτοβουλίες υπέρ της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ παράλληλα ενδέχεται να ενισχυθεί η αμερικανική κριτική απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις που συνδέονται με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Ο Αλτινόκ υποστηρίζει επίσης ότι η στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στην ευρωπαϊκή ασφάλεια έχει λειτουργήσει προς όφελος της Τουρκίας. Κατά την εκτίμησή του, η υποχώρηση της αμερικανικής δέσμευσης στην Ευρώπη έχει αναγκάσει ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναζητήσουν στενότερη συνεργασία με την Άγκυρα, ιδιαίτερα στα πεδία της ενέργειας και της μετανάστευσης.

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ότι η διατήρηση του ελέγχου της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικανούς θα μπορούσε να επιτρέψει στην Τουρκία να διαφυλάξει μέρος των διαπραγματευτικών της πλεονεκτημάτων.

Πρόκειται, ωστόσο, για πολιτικές εκτιμήσεις του αρθρογράφου και όχι για δεδομένη μεταβολή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

F-35, κυρώσεις CAATSA και κινητήρες KAAN

Η μεγαλύτερη πρακτική ανησυχία της Άγκυρας αφορά τις εκκρεμότητες στον τομέα της αμυντικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με ανάλυση του τουρκικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Μελετών (Toplum Çalışmaları Enstitüsü), οι εκλογές ενδέχεται να επηρεάσουν την πορεία τριών ιδιαίτερα σημαντικών ζητημάτων: την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35, την άρση των αμερικανικών κυρώσεων CAATSA και την προμήθεια κινητήρων αμερικανικής κατασκευής για το τουρκικό μαχητικό KAAN.

Η Τουρκία αποκλείστηκε από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, μετά την αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Έναν χρόνο αργότερα επιβλήθηκαν κυρώσεις σε τουρκικό φορέα αμυντικών προμηθειών και σε αξιωματούχους του.

Παρότι ο Τραμπ έχει εκφράσει θετική διάθεση απέναντι στο ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα, η σχετική αμερικανική νομοθεσία εξακολουθεί να προβλέπει περιορισμούς όσο η Άγκυρα διατηρεί το ρωσικό σύστημα.

Αντίστοιχα, η προμήθεια αμερικανικών κινητήρων για το KAAN, που αποτελεί βασικό πρόγραμμα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, παραμένει σε εκκρεμότητα, παρά την πρόοδο των σχετικών διαδικασιών ενημέρωσης του Κογκρέσου.

Ενδεχόμενη αλλαγή των κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών θα μπορούσε να ενισχύσει τον έλεγχο των συγκεκριμένων συμφωνιών και να δυσκολέψει την εφαρμογή των πολιτικών δεσμεύσεων της αμερικανικής κυβέρνησης προς την Τουρκία.

Η επιρροή Ελλάδας και Κύπρου στο αμερικανικό Κογκρέσο

Η ανησυχία της τουρκικής πλευράς συνδέεται και με τη δραστηριότητα Αμερικανών νομοθετών που υποστηρίζουν την ενίσχυση της συνεργασίας της Ουάσιγκτον με την Αθήνα και τη Λευκωσία.

Ήδη κατά τη διάρκεια του 2026, μέλη του Κογκρέσου έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για την πιθανή πώληση F-35 στην Τουρκία, επικαλούμενα την αγορά των S-400 και ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας.

Οι αντιρρήσεις αυτές δεν περιορίζονται αποκλειστικά στους Δημοκρατικούς, καθώς η αμερικανική νομοθεσία και η αντιμετώπιση της Άγκυρας περιλαμβάνουν διαχρονικά διακομματικές παραμέτρους.

Ωστόσο, ορισμένοι Τούρκοι αναλυτές εκτιμούν ότι η ενίσχυση της δημοκρατικής κοινοβουλευτικής παρουσίας θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγαλύτερα περιθώρια για πρωτοβουλίες που προωθούν τα ελληνικά και κυπριακά συμφέροντα.

Η συγκεκριμένη συζήτηση αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής διπλωματικής παρουσίας στο Κογκρέσο, πέρα από τις σχέσεις με την εκάστοτε κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Συρία, Ιράκ και Ιράν στις τουρκικές ανησυχίες

Οι πιθανές επιπτώσεις των αμερικανικών εκλογών δεν περιορίζονται στους εξοπλισμούς.

Στις τουρκικές αναλύσεις περιλαμβάνεται επίσης το ενδεχόμενο μια ισχυρότερη παρουσία των Δημοκρατικών να οδηγήσει σε αυξημένη κοινοβουλευτική πίεση σχετικά με τις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία και στο Ιράκ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στο Ιράν, καθώς ο πόλεμος και οι συνέπειές του για τη Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα το περιφερειακό περιβάλλον ασφαλείας της Τουρκίας.

Μια αλλαγή των συσχετισμών στο Κογκρέσο θα μπορούσε να ενισχύσει τον έλεγχο της αμερικανικής κυβέρνησης ως προς τη χρηματοδότηση και τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή της πολιτικής του Λευκού Οίκου.

Διαφορετικές εκτιμήσεις καταγράφονται και για το Ισραήλ. Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι μια ενίσχυση της προοδευτικής πτέρυγας των Δημοκρατικών ενδέχεται να αυξήσει την κριτική προς την ισραηλινή κυβέρνηση, ενώ άλλοι υπενθυμίζουν τη στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη που παρείχε στο Ισραήλ η κυβέρνηση Τζο Μπάιντεν.

Η κριτική της τουρκικής αντιπολίτευσης στον Ερντογάν

Στον αντιπολιτευόμενο τουρκικό Τύπο, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται περισσότερο στην εξάρτηση της εξωτερικής πολιτικής από την προσωπική σχέση Ερντογάν - Τραμπ.

Οι επικριτές αυτής της προσέγγισης επισημαίνουν ότι η Άγκυρα έχει επενδύσει υπερβολικά στην απευθείας συνεννόηση με τον Λευκό Οίκο, χωρίς να έχει καλλιεργήσει αντίστοιχα αποτελεσματικές σχέσεις με τους αμερικανικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς.

Η συγκεκριμένη αδυναμία αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε ζητήματα όπως οι εξαγωγές αμερικανικών οπλικών συστημάτων, όπου οι αποφάσεις υπόκεινται σε νομοθετικούς περιορισμούς και διαδικασίες κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Όπως επισημαίνεται στις αναλύσεις του Ινστιτούτου Κοινωνικών Μελετών, η Τουρκία χρειάζεται σταθερούς διαύλους επικοινωνίας και με τα δύο αμερικανικά κόμματα, καθώς η υποστήριξη του προέδρου από μόνη της δεν εγγυάται την έγκριση αμυντικών συμφωνιών.

Η αντιπολιτευόμενη αρθρογραφία παρακολουθεί επίσης τη δυσαρέσκεια Αμερικανών ψηφοφόρων για την ακρίβεια, την οικονομική πολιτική και τις συνέπειες του πολέμου με το Ιράν, ως παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον.

Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες τους, οι δύο προσεγγίσεις συγκλίνουν σε ένα βασικό ζήτημα: η δυνατότητα της Τουρκίας να προωθήσει τις αμυντικές και διπλωματικές της επιδιώξεις θα εξαρτηθεί τόσο από τις σχέσεις της με τον Αμερικανό πρόεδρο όσο και από τη στάση του Κογκρέσου, όπου η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν αναπτύξει συστηματική παρουσία.