Ένα  άλλο μείγμα οικονομικής πολιτικής  με μείωση άμεσων φόρων και αύξηση των κοινωνικών δαπανών προτείνει το ΔΝΤ το οποίο εκφράζει την αντίθεση του στις προεκλογικές παροχές της κυβέρνησης.

Ο επικεφαλής των κλιμακίου του ΔΝΤ για την Ελλάδα κ. Πίτερ Ντόλμαν, μιλώντας στο 3ο διεθνές συνέδριο του Οικονομικού Επιμελητηρίου σημείωσε πως  η κυβέρνηση θα πρέπει να εστιάσει στη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και στη στήριξη των αδύναμων πληθυσμιακών ομάδων, και όχι σε βραχυπρόθεσμα δημοφιλή μέτρα.

Τάχθηκε δε κατά της ακύρωσης της μείωσης του αφορολογήτου ορίου, τις μειώσεις ΦΠΑ και τη νέα ρύθμιση των 120 δόσεων.

 Εξάλλου  ανέφερε ότι είναι ανάγκη να μειωθούν οι πολύ υψηλοί φορολογικοί συντελεστές και να αυξηθούν οι κοινωνικές δαπάνες, κάτι που, όπως είπε, θα γινόταν μέσω του δημοσιονομικού χώρου τον οποίο θα δημιουργούσε η μείωση του αφορολογήτου ορίου. Καυτηρίασε ακόμα τις πολύ χαμηλές επενδύσεις της χώρας στις επενδύσεις και την απουσία προληπτικού σχεδιασμού για τις δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες επισήμανε ότι μπορεί να έχουν δημοσιονομικό κόστος έως 9 δισ. ευρώ.

«Η Ελλάδα ξεπέρασε τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα τα τελευταία χρόνια, αλλά αυτό έγινε με κόστος για την ανάπτυξη και υποεκτέλεση επενδύσεων. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας παραμένει ο πιο αδύναμος στην ευρωζώνη, λόγω του πολύ υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι αγορές δείχνουν να συμφωνούν με αυτήν τη μεικτή εικόνα στην Ελλάδα, ανησυχώντας για το γεγονός ότι η χώρα είναι ουραγός της ευρωζώνης. Τα spreads των ελληνικών ομολόγων, που αντανακλούν τον κίνδυνο της χώρας (country risk), παραμένουν τα υψηλότερα στην ευρωζώνη και τα δημογραφικά στοιχεία είναι αντίξοα, καθώς ο πληθυσμός γερνάει, την ώρα που 470.000 νέοι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα στα χρόνια της κρίσης», ανέφερε χαρακτηριστικά.

 

Μιλώντας για την μείωση του αφορολογήτου ορίου, το στέλεχος του ΔΝΤ δήλωσε: «Οι φορολογικοί συντελεστές είναι πολύ υψηλοί, οι κοινωνικές δαπάνες και οι επενδύσεις πολύ χαμηλές. Η Ελλάδα πρέπει να απελευθερώσει δημοσιονομικό χώρο. Για να απελευθερωθεί δημοσιονομικός χώρος, η Ελλάδα μπορεί να κάνει περισσότερα και να διευρύνει τη φορολογική βάση. Δυστυχώς, οι πρόσφατες ανακοινώσεις δείχνουν ότι η κυβέρνηση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, ακυρώνοντας τη φορολογική μεταρρύθμιση του 2020 και εξαιρώντας μεγάλο μέρος των φορολογουμένων από τον φόρο ειοσδήματος. Επίσης, η δημιουργία νέων εξαιρέσεων στον ΦΠΑ (με τις μειώσεις που εξαγγέλθηκαν) δημιουργεί ανησυχία. Κατά τη γνώμη μας, προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι η μείωση άμεσων φόρων τόσο για φυσικά πρόσωπα όσο και για επιχειρήσεις, καθώς και η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών».

 Τέλος επεσήμανε  ότι η νέα ρύθμιση των 120 δόσεων βάζει σε κίνδυνο τη φορολογική συμμόρφωση και συνεχίζει το κακό προηγούμενο των 50 διαφορετικών ρυθμίσεων που υιοθετήθηκαν από το 1997 έως το 2015, επηρεάζοντας αρνητικά την κουλτούρα πληρωμών.

 

Διαβάστε περισσότερα για