Προηγμένα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα S-400 ζητά η Τεχεράνη, ενώ απόρρητα έγγραφα αποκαλύπτουν τη στρατηγική στρατιωτικής και οικονομικής συνεργασίας με τη Μόσχα.

Προσωπική επιστολή προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν, με κεντρικό αίτημα την προμήθεια των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400, απέστειλε ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, σύμφωνα με αποκάλυψη της βρετανικής Telegraph.

Η Τεχεράνη επιδιώκει να ανασυγκροτήσει την αεράμυνά της μετά τα εκτεταμένα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα, ενώ διαβαθμισμένα έγγραφα που επικαλείται η εφημερίδα περιγράφουν ένα ευρύτερο σχέδιο ενίσχυσης των στρατιωτικών δεσμών με τη Ρωσία και την Κίνα, με σκοπό την αντοχή του ιρανικού καθεστώτος απέναντι στη στρατιωτική και οικονομική πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε στο βρετανικό μέσο ότι η ηγεσία της χώρας εμφανίζεται «αισιόδοξη» πως ο Ρώσος πρόεδρος θα ανταποκριθεί τελικά σε ένα αίτημα που η Τεχεράνη διατυπώνει εδώ και χρόνια, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει εξασφαλίσει την παράδοση των συγκεκριμένων συστημάτων.

Η επιστολή Χαμενεΐ και η συνάντηση στο Κρεμλίνο

Την προσωπική επιστολή του Χαμενεΐ μετέφερε στη Μόσχα την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου ο επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, Μοχσέν Ρεζαΐ, ο οποίος συναντήθηκε με τον Πούτιν στο Κρεμλίνο.

Η συνάντηση επιβεβαιώθηκε τόσο από τη ρωσική προεδρία όσο και από τα ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης. Το πλήρες περιεχόμενο της επιστολής δεν δημοσιοποιήθηκε, ωστόσο, σύμφωνα με την πηγή της Telegraph, η απόκτηση των S-400 αποτελούσε το βασικό αίτημά της.

Μετά τις συνομιλίες, ο Ρεζαΐ ανέφερε ότι εξετάστηκαν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι προοπτικές διαμόρφωσης ενός νέου πλαισίου περιφερειακής ασφάλειας.

«Συζητήθηκαν σημαντικά περιφερειακά ζητήματα με τον κ. Πούτιν και πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικές συνομιλίες σχετικά με τη μεταπολεμική περίοδο και τις ρυθμίσεις περιφερειακής ασφάλειας», δήλωσε.

Στην ατζέντα περιλαμβανόταν επίσης η κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου μεταξύ Ρωσίας και Ιράν, ο οποίος θα μπορούσε να καλύψει ενεργειακές ανάγκες της Τεχεράνης και να διευκολύνει τις ρωσικές εξαγωγές προς γειτονικές αγορές.

Οι επαφές πραγματοποιούνται ενώ συνεχίζονται οι διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου και την αντιμετώπιση των εκκρεμοτήτων που αφορούν τα Στενά του Ορμούζ, τις αμερικανικές κυρώσεις και το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Η αποκάλυψη για το αίτημα των S-400 έρχεται, πάντως, σε αντίθεση με τη δημόσια εκτίμηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι η Ρωσία δεν παρέχει ουσιαστική βοήθεια στο Ιράν.

Γιατί η Τεχεράνη επιμένει στην απόκτηση των S-400

Η ανασυγκρότηση της ιρανικής αντιαεροπορικής άμυνας αποτελεί προτεραιότητα μετά τα πλήγματα των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, τα οποία κατέστρεψαν σημαντικό μέρος των αμυντικών υποδομών της χώρας.

Η αδυναμία αποτελεσματικής προστασίας του εναέριου χώρου επέτρεψε επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων, υποδομών του πυρηνικού προγράμματος και στόχων που συνδέονται με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Μεταξύ των νεκρών από τις επιθέσεις που άρχισαν στα τέλη Φεβρουαρίου ήταν ο πρώην ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ, πατέρας του σημερινού επικεφαλής της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Τα S-400, συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας μεγάλης εμβέλειας, θεωρούνται από την Τεχεράνη κρίσιμα για την αποκατάσταση μέρους των επιχειρησιακών δυνατοτήτων που απώλεσε.

Ωστόσο, η Μόσχα έχει εμφανιστεί επί χρόνια επιφυλακτική απέναντι στην παραχώρησή τους.

Σύμφωνα με περιφερειακούς αξιωματούχους και αναλυτές, η ρωσική ηγεσία επιδιώκει να αποφύγει μια εξέλιξη που θα μπορούσε να επιδεινώσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής.

Παράλληλα, αντιμετωπίζει περιορισμούς στη διαθεσιμότητα στρατιωτικού εξοπλισμού, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να απορροφά σημαντικούς πόρους.

Οι ουκρανικές επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων, αεροπορικών βάσεων και άλλων στρατηγικών εγκαταστάσεων καθιστούν την αντιαεροπορική προστασία ιδιαίτερα σημαντική και για την ίδια τη Ρωσία.

Επομένως, ακόμη και αν υπάρξει πολιτική συμφωνία, η δυνατότητα και το χρονοδιάγραμμα παράδοσης των S-400 παραμένουν αβέβαια.

Απόρρητα έγγραφα αποκαλύπτουν σχέδιο στρατιωτικής συνεργασίας

Η Telegraph αναφέρει ότι απέκτησε πρόσβαση σε εμπιστευτικό υπόμνημα που συντάχθηκε από μυστική επιτροπή του ιρανικού κοινοβουλίου πριν από την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιχειρήσεων τον Φεβρουάριο του 2026.

Το έγγραφο περιγράφει τις επιλογές που εξετάζονταν για την αντιμετώπιση μιας ευρείας στρατιωτικής σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη διατήρηση της πολιτικής και οικονομικής συνοχής της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Στο επίκεντρο των εισηγήσεων βρίσκεται η ανάπτυξη «στρατηγικών σχέσεων, ιδιαίτερα στρατιωτικών, με ανεξάρτητες παγκόσμιες δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία».

Οι συντάκτες του υπομνήματος υποστηρίζουν ότι η συνεργασία με τις δύο χώρες μπορεί να διευρύνει τα περιθώρια αντίδρασης του Ιράν απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις.

«Η αντίσταση του ιρανικού λαού στις εξωτερικές πιέσεις κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες έχει δείξει ότι μια στρατηγική "κατάρρευσης εκ των έσω" δεν μπορεί εύκολα να πετύχει», αναφέρεται.

Το κείμενο επισημαίνει ακόμη ότι «νέες παγκόσμιες δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ρωσία, που αρνούνται να ακολουθήσουν την αμερικανική ατζέντα, έχουν προσφέρει στο Ιράν μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών στη διεθνή σκηνή».

Στις στρατιωτικές προτεραιότητες περιλαμβάνονται η αναβάθμιση της αεράμυνας, η ενίσχυση του πυραυλικού οπλοστασίου και η ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Πρόκειται για κατευθύνσεις που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, εντάσσονται σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική προστασίας του ιρανικού καθεστώτος σε συνθήκες παρατεταμένης αντιπαράθεσης με την Ουάσινγκτον.

Ρωσική παραγγελία για 90 εκτοξευτές πυραύλων

Ξεχωριστά από το ιρανικό υπόμνημα, διαρροή εγγράφων της ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας έφερε στο φως στοιχεία για συμφωνία κατασκευής εξοπλισμού που προορίζεται για το Ιράν.

Σύμφωνα με έρευνα των Financial Times, τα έγγραφα περιλαμβάνουν παραγγελία για 90 εκτοξευτές APU-L, σχεδιασμένους για πυραύλους ακριβείας LMUR, γνωστούς και ως Product 305.

Τα συστήματα αυτά προορίζονται κυρίως για επιθετικά ελικόπτερα και μπορούν να μεταφέρουν δύο πυραύλους ανά εκτοξευτή.

Η σύμβαση χρησιμοποιεί την κωδική ονομασία «K-10», η οποία, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, αντιστοιχεί στο Ιράν.

Έγγραφο παραγωγής του Μαΐου 2024 προβλέπει την κατασκευή των 90 εκτοξευτών, με πρόγραμμα παραδόσεων που εκτεινόταν έως τον Δεκέμβριο του 2025.

Τα στοιχεία καταγράφουν την ύπαρξη παραγγελίας, χωρίς όμως να αποδεικνύουν ότι ο εξοπλισμός παραδόθηκε τελικά στην Τεχεράνη.

Η αποκάλυψη προστίθεται στις πληροφορίες για τη διεύρυνση της στρατιωτικής συνεργασίας των δύο χωρών, παρά τις επιχειρησιακές ανάγκες της Ρωσίας στην Ουκρανία και τις δημόσιες διαψεύσεις της Μόσχας περί προμήθειας όπλων στο Ιράν κατά τη διάρκεια της τρέχουσας σύγκρουσης.

Η «οικονομία της αντίστασης» και οι κυρώσεις

Το ιρανικό υπόμνημα που επικαλείται η Telegraph δεν περιορίζεται στις στρατιωτικές προμήθειες. Προτείνει την ενίσχυση της λεγόμενης «οικονομίας της αντίστασης», με στόχο τη μείωση της ευπάθειας της χώρας στις διεθνείς κυρώσεις.

Στα προτεινόμενα μέτρα περιλαμβάνονται η μείωση της εξάρτησης από τα πετρελαϊκά έσοδα, η ανάπτυξη εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων και η επέκταση των οικονομικών σχέσεων με χώρες που δεν ακολουθούν την αμερικανική πολιτική κυρώσεων.

Το έγγραφο χαρακτηρίζει τις επιπτώσεις των κυρώσεων «ταυτόχρονα επιζήμιες και εποικοδομητικές», υποστηρίζοντας ότι, παρά τους σοβαρούς περιορισμούς που επέβαλαν, ώθησαν τη χώρα να αναπτύξει δικές της στρατιωτικές τεχνολογίες.

Όπως αναφέρεται, οι κυρώσεις «επιβράδυναν την ανάπτυξη των αμυντικών τεχνολογιών της χώρας» και δυσχέραναν αποφασιστικά την αγορά μαχητικών αεροσκαφών και αναγκαίων ανταλλακτικών.

Στον αντίποδα, οι συντάκτες επισημαίνουν την ανάπτυξη του εγχώριου αντιαεροπορικού συστήματος Bavar-373 και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, όπως τα Shahed-136 και Ababil.

Στο διπλωματικό επίπεδο, εισηγούνται μεγαλύτερη συνεργασία με τις γειτονικές χώρες, ώστε να αποτραπεί η δημιουργία ενιαίου αντιιρανικού μετώπου, καθώς και ενισχυμένη παρουσία σε περιφερειακούς οργανισμούς, όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης.

Παράλληλα, προτείνουν την αξιοποίηση της δημόσιας διπλωματίας για την προβολή, κατά τη διατύπωσή τους, των αντιφάσεων της αμερικανικής και ισραηλινής πολιτικής, επιδιώκοντας να ανατρέψουν την εντύπωση ότι το Ιράν βρίσκεται σε θέση στρατηγικής αδυναμίας.

Τα Στενά του Ορμούζ ως μέσο γεωπολιτικής πίεσης

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στο υπόμνημα στη στρατηγική σημασία της Μέσης Ανατολής και στον έλεγχο των ενεργειακών και εμπορικών οδών.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρατίθενται στο έγγραφο, η περιοχή συγκεντρώνει περίπου το 60% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και το 40% των αποθεμάτων φυσικού αερίου. Τα ποσοστά αυτά αποτελούν ισχυρισμούς του υπομνήματος και όχι αυτοτελώς επιβεβαιωμένα στοιχεία.

Οι συντάκτες επισημαίνουν τη σημασία τριών στρατηγικών θαλάσσιων περασμάτων: των Στενών του Ορμούζ, των Στενών Μπαμπ ελ Μαντέμπ και της Διώρυγας του Σουέζ.

Υποστηρίζουν ότι από τις συγκεκριμένες οδούς διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και εμπορευματοκιβωτίων, με το υπόμνημα να κάνει λόγο για περίπου το ένα τρίτο των αντίστοιχων μεταφορών.

«Η Ουάσινγκτον θεωρεί σήμερα ότι τουλάχιστον δύο από αυτά απειλούνται», αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Η συλλογιστική αυτή, σύμφωνα με την Telegraph, συνδέεται με την απόφαση της Τεχεράνης να περιορίσει δραστικά τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ μετά την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου.

Το έγγραφο υποστηρίζει ότι η γεωγραφική θέση του Ιράν του παρέχει τη δυνατότητα να επηρεάζει την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια και να αυξάνει το κόστος μιας παρατεταμένης στρατιωτικής αντιπαράθεσης.

Παράλληλα, περιγράφει την αμερικανική στρατηγική ως προσπάθεια συνδυασμού της στρατιωτικής πίεσης με τη δημιουργία ενός πλέγματος περιφερειακών συνεργασιών.

Κατά την εκτίμηση των Ιρανών συντακτών, η Ουάσινγκτον επιδιώκει την περαιτέρω ενσωμάτωση του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, μέσω εξομάλυνσης των διπλωματικών σχέσεων και συνεργασιών σε υποδομές, λιμάνια, μεταφορές, υδάτινους πόρους, γεωργία και τεχνολογία.

Το υπόμνημα καταλήγει, ωστόσο, στην εκτίμηση ότι το ιρανικό πυρηνικό ζήτημα δεν μπορεί να επιλυθεί αποκλειστικά με στρατιωτικά μέσα.

«Η Ουάσινγκτον γνωρίζει ότι, τελικά, η επιλογή για την αντιμετώπιση του πυρηνικού ζητήματος του Ιράν είναι η διπλωματία», σημειώνεται.

Οι αποκαλύψεις για το αίτημα των S-400, τις ρωσικές εξαγωγικές συμβάσεις και τον σχεδιασμό της ιρανικής ηγεσίας αναδεικνύουν το εύρος της συνεργασίας που επιδιώκει η Τεχεράνη με τη Μόσχα. Παραμένει, ωστόσο, ανοιχτό το κρίσιμο ερώτημα εάν ο Πούτιν θα ανταποκριθεί στο αίτημα του Χαμενεΐ για την παράδοση των προηγμένων αντιαεροπορικών συστημάτων.