Η εταιρεία Binance αποκάλυψε ότι οι χάκερ που έκλεψαν το ποσό-ρεκόρ των 6,3 δισ. δολαρίων (4,7 δισ. λιρών), χρησιμοποίησαν ψεύτικες συνεντεύξεις για εργασία, καθώς και ένα παραβιασμένο εσωτερικό εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης.

Σύμφωνα με τα αρχικά ευρήματα που δημοσιοποίησε η εταιρεία, η οποία διαχειρίζεται το μεγαλύτερο ανταλλακτήριο κρυπτονομισμάτων στον κόσμο, οι χάκερ απέκτησαν πρόσβαση στα συστήματά της μέσω μίας «σύνθετης εκστρατείας πολλαπλών σταδίων».

Όπως ανέφερε, οι δράστες χρησιμοποίησαν διάφορες τεχνικές, όπως κακόβουλες λήψεις λογισμικού, για να παραβιάσουν τους υπολογιστές μηχανικών της Binance και να αποκτήσουν τον έλεγχο εργαλείων που τους επέτρεψαν να αποσπάσουν κρυπτονομίσματα αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων από το ψηφιακό πορτοφόλι της.

Η εταιρεία δέσμευσε κεφάλαια που υπερβαίνουν το 100% του ποσού για την κάλυψη απωλειών

Η Binance χαρακτήρισε το περιστατικό «σοβαρό και εξαιρετικά σύνθετο συμβάν ασφαλείας» και ζήτησε συγγνώμη, αναγνωρίζοντας ότι «αυτό δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί».

«Ζητούμε συγγνώμη για την ανησυχία, την αναστάτωση και την αβεβαιότητα που προκάλεσε στους χρήστες μας, στους συνεργάτες μας και στον ευρύτερο κλάδο», ανέφερε η εταιρεία.

Παράλληλα, πρόσθεσε ότι έλαβε σειρά μέτρων μετά την επίθεση, μεταξύ των οποίων και η συνεργασία με τις διωκτικές αρχές για τον εντοπισμό και τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που επηρεάστηκαν.

Η εταιρεία ανέφερε επίσης ότι είχε δεσμεύσει κεφάλαια που υπερβαίνουν το 100% του ποσού που απαιτείται για την κάλυψη των απωλειών, σημειώνοντας ότι έως το Σάββατο είχε ήδη αποκατασταθεί το 98% των περιουσιακών στοιχείων σε tokens που επηρεάστηκαν.

Η επίθεση, ύψους 6,3 δισ. δολαρίων (4,7 δισ. λιρών), θεωρείται η μεγαλύτερη κυβερνοκλοπή κρυπτονομισμάτων που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα.

Σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X, όπου παρουσίασε τα πρώτα ευρήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η επίθεση, η Binance ανέφερε ότι οι χάκερ στοχοποίησαν τους μηχανικούς της χρησιμοποιώντας τεχνικές κοινωνικής μηχανικής (social engineering).

Οι δράστες χρησιμοποίησαν «πιο προηγμένες και παραπλανητικές» μεθόδους

Οι τεχνικές αυτές περιλαμβάνουν μεθόδους όπως το ηλεκτρονικό «ψάρεμα» (phishing), μέσω των οποίων οι δράστες προσπαθούν να εξαπατήσουν ανθρώπους, ώστε να αποκαλύψουν ευαίσθητα προσωπικά στοιχεία ή πληροφορίες που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για την απόκτηση πρόσβασης στους λογαριασμούς τους.

Σύμφωνα με την Binance, στο πλαίσιο της επίθεσης, ένας από τους μηχανικούς της προσεγγίστηκε μέσω μίας νόμιμης πλατφόρμας αναζήτησης εργασίας και προσκλήθηκε να συμμετάσχει σε ψεύτικες συνεντεύξεις με άτομα που παρουσιάζονταν ως εκπρόσωποι εταιρείας.

Η εταιρεία ανέφερε ότι οι δράστες χρησιμοποίησαν «πιο προηγμένες και παραπλανητικές» μεθόδους για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του, όπως την κοινοποίηση λογαριασμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που περιείχαν προσωπικές φωτογραφίες.

Κατά τη δεύτερη συνέντευξη, ζητήθηκε από τον μηχανικό να κατεβάσει ένα κακόβουλο λογισμικό, το οποίο παρουσιαζόταν ως «εργασία» που έπρεπε να ολοκληρώσει στο πλαίσιο της διαδικασίας πρόσληψης. Το λογισμικό εγκατέστησε κακόβουλο κώδικα, ο οποίος χρησιμοποιούσε τεχνικές απόκρυψης (obfuscation), ώστε να αποφεύγει τον εντοπισμό του.

Η Binance ανέφερε ότι τον Οκτώβριο οι χάκερ εκμεταλλεύτηκαν τον παραβιασμένο υπολογιστή του μηχανικού, καθώς και ένα παραβιασμένο εσωτερικό εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης, για να αποκτήσουν τον έλεγχο των φορητών υπολογιστών δύο ακόμη μηχανικών και να προχωρήσουν στα επόμενα στάδια της επίθεσης.

Το περιστατικό οδήγησε την Binance στην προσωρινή αναστολή των αναλήψεων για πελάτες σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, οι χρήστες δεν μπορούσαν να μεταφέρουν τα κρυπτονομίσματά τους εκτός της πλατφόρμας μέχρι την αποκατάσταση της υπηρεσίας, την Κυριακή.

Μετά την επαναλειτουργία των αναλήψεων, οι πελάτες απέσυραν περιουσιακά στοιχεία αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η εμπλοκή της Βόρειας Κορέας

Αμερικανικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου, μεταξύ των οποίων το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI) και η Μυστική Υπηρεσία των ΗΠΑ (Secret Service), συνδράμουν την Binance στον εντοπισμό των κρυπτονομισμάτων που αφαιρέθηκαν από τα ίδια τα ψηφιακά πορτοφόλια της πλατφόρμας.

Οι υπηρεσίες, μαζί με διάφορους αναλυτές κυβερνοασφάλειας, ανέφεραν ότι η επίθεση, όπως και άλλες παρόμοιες παραβιάσεις στο παρελθόν, έφερε ενδείξεις που παραπέμπουν σε επιχείρηση οργανωμένη από τη Βόρεια Κορέα.

Η Πιονγκγιάνγκ απέρριψε τις κατηγορίες την Τρίτη, αρνούμενη οποιαδήποτε εμπλοκή στην επίθεση.

Η Κιμ Γιο Γιονγκ, υψηλόβαθμο στέλεχος της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Κορέας και αδελφή του ηγέτη της χώρας, Κιμ Γιονγκ Ουν, δήλωσε ότι οι κατηγορίες αποτελούν ακόμη μία «ύπουλη απόπειρα» των ΗΠΑ να πλήξουν τη δημόσια εικόνα της Βόρειας Κορέας.

Η χώρα αρνείται συστηματικά ότι βρίσκεται πίσω από σειρά μεγάλων κυβερνοεπιθέσεων για τις οποίες έχει κατηγορηθεί τα τελευταία χρόνια. Η μονάδα TraderTraitor, γνωστή και ως Lazarus Group, είχε κατηγορηθεί για την κυβερνοκλοπή-ρεκόρ ύψους 1,5 δισ. δολαρίων από το ανταλλακτήριο κρυπτονομισμάτων Bybit το 2025.

Ωστόσο, την Τρίτη, σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X, η εταιρεία ανέφερε: «Οι τελευταίες πληροφορίες που δημοσιοποίησε το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI) δείχνουν ότι για το περιστατικό ευθύνεται η Λαοκρατική Δημοκρατία της Κορέας».

Στο πλαίσιο των μέτρων ασφαλείας που λαμβάνει μετά την επίθεση, η Binance ανακοίνωσε επίσης ότι θα αυξήσει τις επενδύσεις της σε εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης που μπορούν να εντοπίζουν απειλές για την ασφάλεια, ενώ θα αναθέσει σε εξωτερικούς ειδικούς κυβερνοασφάλειας τη διενέργεια ολοκληρωμένου ελέγχου του περιστατικού.

Τέλος, ανέφερε ότι σκοπεύει να δημιουργήσει ένα ταμείο για την έρευνα στον τομέα της ασφάλειας και να συνεργαστεί με κορυφαίες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και κυβερνοασφάλειας για την υλοποίηση στοχευμένων πρωτοβουλιών.