Είναι πρόδηλον, ότι εις τους χαλεπούς καιρούς ετερόκλητων προκλήσεων και κοσμογονικών αλλαγών, η Δικαιοσύνη εργαλειοποείται εξ ορισμένων προσώπων, οίτινες, επιχειρούν υπορρήτως, να προάγουν δογματικώς ορισμένες απόψεις, αναγορεύοντας τες, λίαν αυτοκλήτως, ως άγαν αυθεντικές, ανεπίδεκτες εν άλλοις λόγοις, αμφισβητήσεως, εις βάρος ετέρων απόψεων οι οποίες λογίζονται, εκ των ιδίων διαπρυσίων κηνσόρων, ως αυθαιρέτως, αιρετικές και άνευ ετέρου τινός, εξοβελιστέες.

Εν άλλοις λόγοις, ούτοι, καταλαμβάνοντας ορισμένη θεσμική θέση, πέραν του, επί τη πράξει λειτουργήματός των, ερμηνεύουν καθολικώς την πραγματικότητα ή την θεώνται μονολιθικώς, υπό τα αμιγώς ιδικά τους ιδεολογικώς χρωματισμένα ομματογυάλια, δρώντες ενίοτε, καθ’ υπέρβαση της θεσμικής των ιδιότητος, ή προάγοντες σιωπηρώς, πλην όμως, εν ταυτώ, εκκωφαντικώς, μία υπερεκχειλιζόντως μεροληπτική έποψη.

Η εγγενώς δομική εσφαλμένη αντίληψή των, ερείδεται οπωσούν εξ αλαζονείας, καθότι πρεσβεύουν ότι, οι ίδιοι δήθεν καταλαμβάνουν την απόλυτη τηλικαύτη αλήθεια, εμφορουμένη εκ του εξυπακοουμένου ηθικού πλεονεκτήματος επιβολής του παντί προσφόρω τρόπο και παντί τιμήσασι, προς τρίτους, εισέτι και εάν ευθέως και κατ’ αδιστάκτου βεβαιότητος τους αδικούν, υπολαμβάνοντας όμως, ότι στάση των αυτή συγχωρείται ως προσηκόντως δεδικαιολογημένη καθότι, έχουν την ακλόνητη πεποίθηση, ότι, οι ίδιοι ταυτίζονται με τις ανεπίληπτες δυνάμεις καθάρσεως της πολυπαθούς δικαιοσύνης και ολικής εν γένει εξυγιάνσεως αυτής.

Οι στεντόρειοι λόγοι, η μετωπική σύγκρουση με συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης, ή άκρατη επαγγελαματική φιλαυτία τους, πλην όμως η έλλειψη παντελώς αυτοκριτικής, συνιστούν, κατά την γνώμη μου, την διχοστατική εν κατακλείδι, κόλουρη στάση της δικαιοσύνης καθότι αυτοσκοπός και διακύβευμα καθίσταται η πηδαλιούχηση του θεσμού και όχι η δια της θεσμικής συμπράξεως ίαση αυτού, επ’ ωφελεία της Πολιτείας, της κοινωνίας και εν τέλει του Κράτους Δικαίου ως το ακροθίνιον πυλώνα της Δημοκρατίας μας.

Η μεθοδολογία της δικανικής σκέψεως και οι θεσμικές εγγυήσεις του δικονομικού δικαίου καθώς και η εφαρμογή του ουσιαστικού συμφώνως προς το Σύνταγμα, συνιστά μία ιδιαίτατα σύνθετη και επίμοχθον διαδικασία, ήτις προαπαιτεί πλήρης επισκόπηση και εις βάθος γνώση της εκάστοτε δικογραφίας, απτομένης προς άπαντες του τομείς του δικαίου.

Σήμερον, χαίνει η οξεία επίκριση, ο άγονος ανταγωνισμός, ο ωφελιμισμός και η εγκατάλειψη ενός θεμελιώδους οράματος εις την Δικαιοσύνη, δηλαδή μία στάση ζωής αρυομένηκαι ερειδομένη, εις το ιδεώδες της ακριβοδικαίου κατά συνείδηση απονομής του θετικού Δικαίου, «ιεροπραξία», συνάδουσα προς τον άχραντο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.

Απότοκος αυτής της διελκυστίνδας αντιπαραθέσεως καθίσταται η φαλκίδευση της ελευθερίας του λόγου, ο στιγματισμός του εκφραζομένου αυτής και εν τέλει ο ολοσχερής αποκλεισμός του, αφότου μία άποψη, διαφερόντως σημαίνεται ως επικίνδυνη να διασείσει ριζηδόν, μία καθεστηκυία αντίληψη.

Ο άμετρος ταρτουφισμός ορισμένων τέτοιων προσώπων έγκειται ως το γεγονός ότι στηλιτεύουν τα κακώς κείμενα ετέρων, ακριβώς δια να αποσείσουν τεχνηέντως εν ενί λόγω τις ιδικές του πομπές, παρελκύοντας την αμήχανη κοινωνία.

Έτι περαιτέρω, ένα πρόσθετο σύμπτωμα των καιρών των οποίων διάγουμε είναι να συμψηφίζεται, η επιστημονική άποψη ή εισαγγελική κρίση ενός διακεκριμένου επιστήμονος, ακριβώς από τους ανωτέρω αυθέντες και κατέχοντες το θεσμικό αλάθητο της δικαιοσύνης οίτινες, αυτοαναγορεύονται αυτοκλήτως ως τιμητές καθόλου της δικαιοσύνης, καίτοι δρουν κατά το δοκούν, εν ενίες περιπτώσεσι, ή καθεύδουν ενίοτε, τον νήδυμον ύπνον, επί των ακανθωδών τεθειμένων ζητημάτων, δρώντες νυν μεν, κατά το δοκούν, είτα δε, καθ’ υπαγόρευση ιδιοτελών ιδεολογικών αγκυλώσεων, και άλλοτε δε άλλως κατά περίσταση.

Αναγιγνώσκοντας το άρθρο του αξιοτίμου κ Αντισαγγελέα Φλωρίδη, διεπίστωσα με ψύχραιμη και νηφάλια ματιά, ένα αμιγώς εμβριθές επιστημονικό άρθρο δια τα διαχρονικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κλάδος, ιδίως και σήμερα, επί τη πράξη, ως προς όλες τις βαθμίδες της Δικαιοσύνης, ένθα σήμερα ορισμένοι εθελοτυφλούν ή πειρώνται ανευθύνως να εξωραΐσουν, αναφορικώς με την αξιοπιστία του πάσχοντος δικανικού συλλογισμού, όστις, κατά το πλείστον, πλήττεται από έλλειψη και ειδικώς εμπεριστατωμένη αιτιολογία, θεμελιωμένη σε αδιάσειστα τεκμηριωμένα στοιχεία, τηρώντας, ως έδει, απαρεγκλίτως τις ουσιώδεις δικονομικές εγγυήσεις, αρκούντος, εν άλλαις λέξεσι, ικανοποιητικά εχέγγυα δια την ασφάλεια δικαίου.

Η υποκειμενική ερμηνεία ενός άρθρου ή ο ιδεοληπτικός συμψηφισμός με αλλότρια ήσσονος σημασίας, ευρυτέρου ενδιαφέροντος ζητήματα, τα οποία ουδαμώς συνάγονται αιτιωδώς με την διαπίστωση ή την παθολογοανατομία και διάγνωση ενός επιστημονικού άρθρου, άγει νομοτελειακά προς την ακύρωση απροκατάληπτης έκφρασης και δημόσιας διάθεσης ενός στοχασμού, αποκρυστάλλωμα βιωματικής εμπειρίας εν τη Δικαιοσύνη.

Εν κατακλείδι, η Δημοκρατία δεν συνιστά ένα ακινητοποιημένο και παγιωμένο κεκτημένο, εγκιβωτισμένη εις τον φθαρμένο «νάρθηκα» της παλινορθώσεώς της, αλλά ένα διαρκές εκκρεμές, ένα ύστατο διακύβευμα, το οποίο απαιτεί, ταπείνωση, διαρκή αυτοκριτική, ατελεύτητο, εν παντί και πάντοτε πνευματικό αγώνα αλλά, ως εικός και παντεποπτική επιστημονική σκέψη και γνώση, εξικνουμένη του σχολαστικού φορμαλισμού μίας γραμματικής ερμηνείας των κειμένων διατάξεων, καθότι η ίδιος ο Νόμος αναποδράστως τελεί, σε τελολογικό σύνδεσμο με την ίδια την ζωή.

Ως εκ τούτου, η παθολογοανατομία απάντων των θεσμών, συνιστά δικλείδα ασφαλείας επ’ άπειρον, εσαεί και αδιαλείπτου προόδου και εξελίξεως, νυν και εις το διηνεκές.