Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ αποτελούν κρίσιμη δοκιμασία για τον Ντόναλντ Τραμπ, το κίνημα MAGA και τους Δημοκρατικούς.

Μια εκλογική αναμέτρηση που θα μπορούσε να καθορίσει την πορεία της αμερικανικής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια διεξάγεται την Τρίτη στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να αντιμετωπίζει την πρώτη μεγάλη ετυμηγορία των ψηφοφόρων μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο.

Σύμφωνα με ανάλυση του Στίβεν Κόλινσον στο CNN, το διακύβευμα υπερβαίνει την παραδοσιακή αναμέτρηση για τον έλεγχο του Κογκρέσου. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να ενισχύσει την πολιτική επιρροή του κινήματος MAGA, που κυριαρχεί στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα εδώ και σχεδόν μία δεκαετία, ή να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την αμφισβήτησή του.

Για τους Δημοκρατικούς, οι κάλπες προσφέρουν την ευκαιρία πολιτικής ανάκαμψης, δύο χρόνια μετά την ήττα της Κάμαλα Χάρις στις προεδρικές εκλογές του 2024. Παράλληλα, η αναμέτρηση θα αποτελέσει το πρώτο σημαντικό σημείο αναφοράς για τις στρατηγικές των δύο κομμάτων ενόψει του 2028.

Οι έρευνες που μπορεί να αντιμετωπίσει ο Τραμπ

Εάν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή στη Γερουσία, θα αποκτήσουν τη δυνατότητα να ενισχύσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης.

Όπως επισημαίνει το CNN, νέες έρευνες θα μπορούσαν να επικεντρωθούν στις αποφάσεις του προέδρου, στη δραστηριότητα των υπουργών του, σε καταγγελίες για κυβερνητική διαφθορά, στις αναταράξεις στο Πεντάγωνο, στα έργα που προωθεί για την προσωπική πολιτική του παρακαταθήκη και στην αύξηση της περιουσίας του από την έναρξη της δεύτερης θητείας του.

Η εκλογική αναμέτρηση αποκτά ιδιαίτερη θεσμική σημασία, καθώς ο Τραμπ έχει υιοθετήσει μια εξαιρετικά διευρυμένη αντίληψη για τις αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας. Η κυβέρνησή του έχει επιχειρήσει εκτεταμένες αλλαγές στην ομοσπονδιακή διοίκηση, ενώ επικριτές της καταγγέλλουν τη χρήση κρατικών μηχανισμών εναντίον πολιτικών αντιπάλων.

Στην εξωτερική πολιτική, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει δώσει προτεραιότητα στο δόγμα «Πρώτα η Αμερική», αναδιαμορφώνοντας τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με παραδοσιακούς συμμάχους και αντιπάλους.

Η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν, οι επαφές με τις ηγεσίες της Ρωσίας και της Κίνας, καθώς και οι θανατηφόρες αμερικανικές επιχειρήσεις κατά υπόπτων για διακίνηση ναρκωτικών στον Ειρηνικό και στην Καραϊβική αποτελούν, σύμφωνα με την ανάλυση, πεδία έντονης πολιτικής και νομικής αντιπαράθεσης.

Ερωτήματα εγείρει επίσης η στάση του Τραμπ απέναντι στην ίδια την εκλογική διαδικασία. Έχοντας ήδη αμφισβητήσει επιμέρους διαδικασίες στην Αλάσκα και στην Καλιφόρνια, δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα ότι θα αποδεχθεί τα αποτελέσματα μόνο εφόσον τα θεωρήσει δίκαια.

Η τοποθέτηση αυτή αναζωπύρωσε τη συζήτηση για την προσπάθειά του να ανατρέψει το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών του 2020, όταν είχε ηττηθεί από τον Τζο Μπάιντεν.

Η οικονομία στο επίκεντρο της δυσαρέσκειας

Η καθημερινότητα των Αμερικανών αποτελεί έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες της αναμέτρησης.

Το αυξημένο κόστος διατροφής, στέγασης και υγειονομικής περίθαλψης εξακολουθεί να πιέζει εκατομμύρια νοικοκυριά, ενώ η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης εντείνει τις ανησυχίες για την απασχόληση και την επαγγελματική ασφάλεια.

Δημοσκόπηση του CNN, που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο, κατέγραψε ιδιαίτερα περιορισμένη αποδοχή των οικονομικών χειρισμών του Τραμπ, με μόλις 27% των ερωτηθέντων να εγκρίνει την πολιτική του στον συγκεκριμένο τομέα.

Παρά την εικόνα αυτή, ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να μετατρέψει τις ενδιάμεσες εκλογές σε μια προσωπική πολιτική δοκιμασία.

Στις τελευταίες προεκλογικές περιοδείες του, σύμφωνα με την ανάλυση, αφιέρωσε σημαντικό χρόνο στην προβολή της νέας αίθουσας χορού του Λευκού Οίκου, σε ασυνήθιστα σχόλια για την εμφάνιση του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή του Οχάιο Τζον Χάστεντ, αλλά και σε δηλώσεις που επικρίθηκαν ως προσβλητικές απέναντι στους μουσουλμάνους.

Την Κυριακή, κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης στην Αϊόβα, απέρριψε τις δημοσκοπήσεις που εμφανίζουν τους Δημοκρατικούς να διαθέτουν ισχυρή εκλογική δυναμική και δήλωσε βέβαιος για τη νίκη των Ρεπουμπλικανών.

«Μια ψήφος υπέρ οποιουδήποτε Δημοκρατικού, οπουδήποτε στη χώρα, είναι ψήφος για να έρθει στην εξουσία μια ομάδα παρανοϊκών εξτρεμιστών», υποστήριξε.

Στο πλευρό του, ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον, διαβεβαίωσε ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα επικρατήσουν, προκαλώντας, όπως είπε, έκπληξη.

Μια ενδεχόμενη ήττα υποψηφίων που υποστηρίζει προσωπικά ο Τραμπ, ιδιαίτερα σε πολιτείες όπως το Τέξας και η Τζόρτζια, θα μπορούσε να προκαλέσει νέα εσωκομματική συζήτηση για την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής του.

Τι θα αλλάξει εάν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν το Κογκρέσο

Η ανάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα δημιουργούσε σημαντικά θεσμικά αντίβαρα στην προεδρία Τραμπ, χωρίς να καταργεί τις συνταγματικές αρμοδιότητές του.

Στη Γερουσία, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρή αύξηση τεσσάρων εδρών για να αποκτήσουν τον έλεγχο του σώματος. Μια τέτοια εξέλιξη θα τους επέτρεπε να εμποδίσουν την επικύρωση νέων διορισμών ομοσπονδιακών δικαστών και να επηρεάσουν αποφασιστικά ενδεχόμενη διαδικασία πλήρωσης κενής θέσης στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Παράλληλα, θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον έλεγχο των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, ιδιαίτερα όσον αφορά τη συνταγματική αρμοδιότητα του Κογκρέσου για την εξουσιοδότηση πολεμικών επιχειρήσεων και τη χρηματοδότησή τους.

Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου θα αναλάβει καθήκοντα στις 3 Ιανουαρίου 2027. Εφόσον ο πόλεμος συνεχίζεται, οι σχετικές διαφωνίες αναμένεται να αποτελέσουν σημαντικό αντικείμενο κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης.

Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μπράιαν Σατς, μιλώντας στο CNN, υποστήριξε ότι η προτεραιότητα του κόμματός του πρέπει να είναι η αποκατάσταση θεσμικών ισορροπιών και η αντιμετώπιση των οικονομικών δυσκολιών.

Αναφέρθηκε ειδικότερα στις αυξήσεις των τιμών του ντίζελ, της βενζίνης, των αγροτικών προϊόντων και των καταναλωτικών αγαθών, επισημαίνοντας ότι οι πολίτες περιμένουν μέτρα που θα ανακουφίσουν την καθημερινότητά τους.

Ωστόσο, ακόμη και εάν οι Δημοκρατικοί ελέγχουν και τα δύο νομοθετικά σώματα, οι δυνατότητές τους θα παραμένουν περιορισμένες. Ο πρόεδρος διατηρεί το δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο), ενώ στη Γερουσία η διαδικασία παρακώλυσης της συζήτησης απαιτεί συνήθως πλειοψηφία 60 ψήφων για την προώθηση σημαντικών νομοθετημάτων, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις.

Η εμπειρία της πρώτης προεδρίας Τραμπ δείχνει επίσης ότι ενδεχόμενες κοινοβουλευτικές έρευνες μπορεί να οδηγήσουν σε μακροχρόνιες δικαστικές αντιπαραθέσεις για την πρόσβαση σε κυβερνητικά έγγραφα, την ισχύ των κλητεύσεων και τα όρια του εκτελεστικού προνομίου.

Το Μίσιγκαν αποκαλύπτει τις διαιρέσεις των Δημοκρατικών

Οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν ιδιαίτερη σημασία και για τη διαμόρφωση της πολιτικής φυσιογνωμίας των Δημοκρατικών ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.

Παρά τη δυσαρέσκεια για την οικονομική πολιτική Τραμπ, το κόμμα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσπιστία από μερίδα των ψηφοφόρων, καθώς δεν έχει αποκαταστήσει πλήρως την εικόνα του μετά την προεδρία Τζο Μπάιντεν.

Ο πληθωρισμός, η διαχείριση της μετανάστευσης και η αποτυχημένη προσπάθεια του Μπάιντεν να διεκδικήσει δεύτερη θητεία είχαν επιβαρύνει σημαντικά τη δημόσια εικόνα του κόμματος.

Στο εσωτερικό του παραμένει ανοιχτή η αντιπαράθεση ανάμεσα στους μετριοπαθείς και στην προοδευτική πτέρυγα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την εκλογική αναμέτρηση για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν.

Η Δημοκρατική βουλευτής Χέιλι Στίβενς, η οποία ηττήθηκε στις προκριματικές εκλογές από τον Αμπντούλ Ελ-Σαγιέν, ανακοίνωσε την Κυριακή ότι στηρίζει τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο Μάικ Ρότζερς.

Η απόφασή της προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο κόμμα, καθώς ήρθε έπειτα από μια περίοδο αντιπαραθέσεων γύρω από τη στάση των δύο πολιτικών απέναντι στο Ισραήλ και τις δημόσιες τοποθετήσεις για τον πόλεμο στη Γάζα.

Η συγκεκριμένη αναμέτρηση αποτελεί δοκιμασία για τη δυνατότητα των Δημοκρατικών να διατηρήσουν ενωμένη την εκλογική τους βάση, παρά τις σημαντικές ιδεολογικές διαφορές.

Μια ενδεχόμενη νίκη προοδευτικών υποψηφίων, όπως ο Ελ-Σαγιέν, θα μπορούσε να ενισχύσει το επιχείρημα πολιτικών όπως η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, που υποστηρίζουν περισσότερο παρεμβατικές οικονομικές πολιτικές και ευρύτερη δημόσια κάλυψη της υγειονομικής περίθαλψης.

Αντίστοιχα, η εκλογική επίδοση του γερουσιαστή της Τζόρτζια Τζον Όσοφ και του κυβερνήτη της Πενσιλβάνια Τζος Σαπίρο θα αξιολογηθεί ως ένδειξη της απήχησης διαφορετικών πολιτικών προσεγγίσεων εντός του κόμματος.

Η επόμενη μάχη για το 2028

Για τους Ρεπουμπλικανούς, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει τη συζήτηση σχετικά με την πολιτική κατεύθυνση που θα ακολουθήσουν μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης θητείας Τραμπ.

Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, που συγκαταλέγεται στα πρόσωπα τα οποία συζητούνται για τη μελλοντική ηγεσία του κόμματος, θα κληθεί να διαχειριστεί τη σχέση ανάμεσα στη διατήρηση της υποστήριξης της βάσης του MAGA και στη διεύρυνση της εκλογικής του απήχησης.

Στην αντίπερα όχθη, ο πρώην προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Ραμ Εμανουέλ, πιθανός διεκδικητής του προεδρικού χρίσματος των Δημοκρατικών, προειδοποίησε ότι μια κοινοβουλευτική νίκη θα έχει ουσιαστικό πολιτικό αντίκρισμα μόνο εάν συνοδευτεί από συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Μιλώντας στο CNN, υποστήριξε την ανάγκη εκτεταμένων ερευνών για τις οικονομικές συναλλαγές και τις διασυνδέσεις της κυβέρνησης, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στη Βενεζουέλα, στη Ρωσία και σε συμφωνίες που αφορούν το πετρέλαιο.

Παράλληλα, τόνισε ότι οι Δημοκρατικοί πρέπει να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις για τη διαφάνεια και την αποτροπή συγκρούσεων συμφερόντων, καθώς και να επιδιώξουν την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Η πρόκληση είναι διπλή: να ασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο στην κυβέρνηση, εφόσον αποκτήσουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και ταυτόχρονα να παρουσιάσουν εφαρμόσιμες λύσεις για την ακρίβεια. Η αποκλειστική επικέντρωση σε έρευνες, χωρίς απτά αποτελέσματα για τους πολίτες, ενδέχεται να δημιουργήσει νέες δυσκολίες ενόψει του 2028.

Η τελευταία προεκλογική εμφάνιση του Τραμπ

Η προεκλογική εκστρατεία ολοκληρώνεται με μια συμβολική επιλογή του Αμερικανού προέδρου.

Ο Τραμπ προγραμματίζει την τελευταία του ομιλία τη Δευτέρα στην Ουάσιγκτον, κοντά στη δεξαμενή Reflecting Pool του National Mall, η οποία έχει πρόσφατα ανακαινιστεί με σημαντικό κόστος.

Το CNN συνδέει την επιλογή αυτή με την προσπάθεια του προέδρου να αφήσει ορατό προσωπικό αποτύπωμα στην αμερικανική πρωτεύουσα, την ώρα που η οικονομική πίεση στα νοικοκυριά κυριαρχεί στις ανησυχίες των ψηφοφόρων.

Η αντίθεση ανάμεσα στην εικόνα της οικονομικής ευημερίας που προβάλλει ο Λευκός Οίκος και στις δυσκολίες που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα τα οποία θα κληθούν να αξιολογήσουν οι Αμερικανοί στις κάλπες της 3ης Νοεμβρίου.