Την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στον ευρωπαϊκό υγειονομικό χάρτη σηματοδοτεί η απόφαση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) να αναβαθμίσει το γραφείο του για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών, που εδρεύει στην Αθήνα, σε Γεωγραφικά Αποκεντρωμένο Γραφείο (Geographically Dispersed Office - GDO) του Περιφερειακού Γραφείου του Οργανισμού για την Ευρώπη.

Η απόφαση ελήφθη κατά την 76η σύνοδο της Περιφερειακής Επιτροπής του ΠΟΥ για την Ευρώπη, που πραγματοποιήθηκε από τις 27 έως τις 29 Οκτωβρίου στην Κοπεγχάγη, με τη συμμετοχή υπουργών Υγείας και υψηλόβαθμων εκπροσώπων των 53 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας.

Την Ελλάδα εκπροσώπησε, εκ μέρους του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, η γενική γραμματέας Υπηρεσιών Υγείας Λίλιαν-Βενετία Βιλδιρίδη, η οποία παρουσίασε τις μεταρρυθμίσεις που υλοποιούνται στο ελληνικό σύστημα υγείας και τις προτεραιότητες της χώρας για την ενίσχυση της δημόσιας περίθαλψης.

Διεθνής αναγνώριση για την Ελλάδα και το γραφείο του ΠΟΥ στην Αθήνα

Η αναβάθμιση του γραφείου της Αθήνας διευρύνει τον θεσμικό και επιστημονικό του ρόλο, ενισχύοντας τη δυνατότητα παροχής τεχνογνωσίας και υποστήριξης προς τα ευρωπαϊκά κράτη σε ζητήματα ποιότητας των υπηρεσιών υγείας και ασφάλειας των ασθενών.

Κατά τη διαδικασία έγκρισης της ελληνικής υποψηφιότητας, η Λίλιαν-Βενετία Βιλδιρίδη ευχαρίστησε τον ΠΟΥ και τα κράτη-μέλη για την εμπιστοσύνη τους, επισημαίνοντας ότι η συνεργασία που έχει αναπτυχθεί στην Αθήνα αποδεικνύει πώς η εμπειρία μιας χώρας μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση αποτελεσματικότερων πολιτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Εθνική Στρατηγική για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών 2025-2030, καθώς και στο πρόγραμμα Health-IQ, που αναπτύχθηκαν σε συνεργασία με τον Οργανισμό.

Οι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες αποσκοπούν στη συστηματική μέτρηση και βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, στην ενδυνάμωση των επαγγελματιών υγείας και στην ενεργότερη συμμετοχή των ασθενών στις διαδικασίες περίθαλψης.

Ανακαίνιση 156 Κέντρων Υγείας και 349 σταθμοί τηλεϊατρικής

Στην παρέμβασή της για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, η γενική γραμματέας παρουσίασε τις ελληνικές πρωτοβουλίες για τη διεύρυνση της πρόσβασης των πολιτών σε ιατρικές υπηρεσίες, με ιδιαίτερη έμφαση στις απομακρυσμένες περιοχές.

Αναφέρθηκε στην ενίσχυση του θεσμού του Προσωπικού Ιατρού, στο πρόγραμμα ανακαίνισης και εκσυγχρονισμού 156 Κέντρων Υγείας και στην ανάπτυξη των Κινητών Ομάδων Υγείας, που επιτρέπουν την παροχή υπηρεσιών εκτός των συμβατικών υγειονομικών δομών.

Σημαντικό μέρος της ελληνικής στρατηγικής αποτελεί επίσης η αξιοποίηση ψηφιακών εφαρμογών, όπως το MyHealth App και το Εθνικό Δίκτυο Τηλεϊατρικής, το οποίο περιλαμβάνει 349 σταθμούς, διευκολύνοντας την εξ αποστάσεως επικοινωνία ασθενών και επαγγελματιών υγείας.

Παράλληλα, η Βιλδιρίδη παρουσίασε τα στοχευμένα οικονομικά και υπηρεσιακά κίνητρα για την προσέλκυση και παραμονή γιατρών σε απομακρυσμένες νησιωτικές περιοχές, υπογραμμίζοντας ότι η γεωγραφική απόσταση δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στην ισότιμη πρόσβαση σε ολοκληρωμένη και ασφαλή φροντίδα.

Το ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ, η παχυσαρκία και η ψυχική υγεία

Στον τομέα της πρόληψης των μη μεταδοτικών νοσημάτων, η ελληνική αντιπροσωπεία παρουσίασε τα αποτελέσματα του εθνικού προγράμματος «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ», δίνοντας έμφαση στη συμμετοχή των πολιτών στις δωρεάν προληπτικές εξετάσεις.

Επιπλέον, αναδείχθηκαν οι πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας ενηλίκων και παιδιών, στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας περιορισμού των χρόνιων ασθενειών και ενίσχυσης της δημόσιας υγείας.

Ξεχωριστή θέση στις συζητήσεις κατείχε η ψυχική υγεία, με τη Βιλδιρίδη να επισημαίνει την ανάγκη ενίσχυσης των υπηρεσιών για ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, ιδιαίτερα για παιδιά και εφήβους.

Η ελληνική πλευρά υποστήριξε τη διαμόρφωση κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών, που θα διασφαλίζουν την έγκαιρη πρόσβαση σε επιστημονικά τεκμηριωμένες υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής υποστήριξης.

Στο πλαίσιο αυτό παρουσιάστηκε και η συμβολή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα του ΠΟΥ για τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων, το οποίο φιλοξενείται στη χώρα μας.

Τεχνητή νοημοσύνη και υγιής γήρανση στην ευρωπαϊκή ατζέντα

Οι εργασίες της συνόδου πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του δεύτερου Ευρωπαϊκού Προγράμματος Εργασίας του ΠΟΥ για την περίοδο 2026-2030, με επίκεντρο την ανθεκτικότητα των συστημάτων υγείας και την αντιμετώπιση των νέων δημογραφικών και τεχνολογικών προκλήσεων.

Συζητήθηκαν, μεταξύ άλλων, η υγιής γήρανση, η ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην υγειονομική περίθαλψη και οι δυνατότητες αξιοποίησης της ψηφιακής καινοτομίας για την αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των ασθενών.

Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στη διαμόρφωση πολιτικών που θα συνδυάζουν την τεχνολογική πρόοδο με την επιστημονική τεκμηρίωση, την προστασία των πολιτών και τη βιωσιμότητα των δημόσιων υπηρεσιών υγείας.

Το μήνυμα της Ελλάδας για τη χρηματοδότηση του ΠΟΥ

Στο πεδίο της διακυβέρνησης και του προϋπολογισμού του Οργανισμού, η ελληνική αντιπροσωπεία αναγνώρισε την ανάγκη αναδιάρθρωσης και δημοσιονομικής εξισορρόπησης, επισημαίνοντας ότι οι οικονομικοί περιορισμοί δεν πρέπει να υπονομεύουν την εφαρμογή των στρατηγικών προτεραιοτήτων.

Η Λίλιαν-Βενετία Βιλδιρίδη υπογράμμισε τη σημασία του ρεαλιστικού σχεδιασμού, της διαφανούς διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων, της λογοδοσίας και της αξιολόγησης των πολιτικών βάσει μετρήσιμων αποτελεσμάτων.

Στόχος, όπως ανέφερε, είναι ο ΠΟΥ να διατηρήσει την αποτελεσματικότητά του και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των κρατών-μελών μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένων υγειονομικών και οικονομικών προκλήσεων.

Παράλληλα, σε ειδική ενημερωτική συνεδρία αναδείχθηκε το έργο των έξι συνεργαζόμενων κέντρων του ΠΟΥ στην Ελλάδα, τα οποία συνεισφέρουν στην έρευνα και στην ανάπτυξη πολιτικών για τη δημόσια υγεία, την ποιότητα της φροντίδας, το ανθρώπινο δυναμικό, την προαγωγή της υγείας και την αξιολόγηση ιατρικής τεχνολογίας.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Υγείας, η ελληνική συμμετοχή στην Κοπεγχάγη ανέδειξε τη σημασία της διεθνούς συνεργασίας και της ανταλλαγής επιστημονικής γνώσης για την ανάπτυξη υπηρεσιών υγείας που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των ασθενών.