Για έναν δύσκολο χειμώνα στην Ευρώπη, με τις τιμές των καυσίμων να παραμένουν υπό πίεση, προειδοποίησε ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, εκτιμώντας ότι η περιορισμένη προσφορά ντίζελ στην παγκόσμια αγορά θα συνεχιστεί έως και το 2027.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στις Βρυξέλλες, μετά τον διάλογο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με εκπροσώπους των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων, ο Γιόργκενσεν υπογράμμισε ότι η Κομισιόν εξετάζει παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των τιμών.
Μεταξύ των προτάσεων που βρίσκονται υπό αξιολόγηση περιλαμβάνεται η προσωρινή και στοχευμένη χαλάρωση ορισμένων τεχνικών απαιτήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμβάλει ουσιαστικά στην αύξηση της προσφοράς χωρίς να δημιουργήσει πρόσθετα προβλήματα.
Στο επίκεντρο και η αμυντική ετοιμότητα
Στην ανάγκη εξασφάλισης επαρκών ποσοτήτων καυσίμων για τις ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις αναφέρθηκε ο Επίτροπος Άμυνας και Διαστήματος, Άντριους Κουμπίλιους, επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή ασφάλεια συνδέεται άμεσα με την αμυντική ετοιμότητα της Ευρώπης.
Όπως εξήγησε, σε συνθήκες ειρήνης οι στρατιωτικές ανάγκες αντιστοιχούν περίπου στο 8% της συνολικής κατανάλωσης καυσίμων, ωστόσο σε περίπτωση πολεμικής κρίσης θα μπορούσαν να αυξηθούν σημαντικά.
Ο Κουμπίλιους τόνισε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεργάζεται στενά με το ΝΑΤΟ για τον σχεδιασμό της επάρκειας καυσίμων, τόσο σε κανονικές συνθήκες όσο και σε περιόδους έκτακτης ανάγκης.
Οι τέσσερις προτεραιότητες της Κομισιόν
Σύμφωνα με τον Επίτροπο Άμυνας, ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός επικεντρώνεται στην εξασφάλιση επαρκούς παραγωγής καυσίμων, στη διατήρηση της δυναμικότητας των διυλιστηρίων, στην απρόσκοπτη πρόσβαση των ενόπλων δυνάμεων σε καύσιμα κατά τη διάρκεια κρίσεων και στην προστασία των κρίσιμων ενεργειακών υποδομών.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στα αεροπορικά καύσιμα και στη δυνατότητα ταχείας αύξησης της παραγωγής τους, εφόσον προκύψουν αυξημένες στρατιωτικές ανάγκες.
Οι προειδοποιήσεις των δύο Επιτρόπων αναδεικνύουν τις διπλές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση ενόψει του χειμώνα, καθώς καλείται να περιορίσει τις επιπτώσεις του αυξημένου ενεργειακού κόστους στην οικονομία και ταυτόχρονα να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του αμυντικού της εφοδιασμού.