Δύο περιστατικά που απασχόλησαν τις τελευταίες ημέρες την επικαιρότητα επανέφεραν στο προσκήνιο τη μάστιγα της διαδικτυακής συκοφαντίας και τα όρια της δημοσιογραφικής ευθύνης.
Ο Αντώνης Ρέμος προσέφυγε στη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, καταγγέλλοντας συκοφαντικά δημοσιεύματα ανώνυμων blogs, ενώ η Ελένη Ράντου αντέδρασε οργισμένα στη διακίνηση μιας κατασκευασμένης με τεχνητή νοημοσύνη φωτογραφίας του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Διαφορετικές υποθέσεις, που αναδεικνύουν όμως την ίδια ευκολία με την οποία η υπόληψη ενός ανθρώπου και η αγωνία μιας οικογένειας προσφέρονται προς εμπορική εκμετάλλευση.
Πόσο αποτιμάται, τελικά, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια; Για ορισμένους, όσο τα κλικ που εξασφαλίζει ένας σκανδαλοθηρικός τίτλος. Μια ανυπόγραφη ανάρτηση, ένας υπαινιγμός, μια κατασκευασμένη φωτογραφία αρκούν για να διαδοθεί μια ιστορία που ουδείς διασταύρωσε. Μέχρι να υπάρξει διάψευση, η κατηγορία έχει αποκτήσει αναγνώστες και η αναπαραγωγή έχει προσδώσει στο ψέμα την επίφαση της αλήθειας.
Στην περίπτωση του Αντώνη Ρέμου, ο τραγουδιστής απευθύνθηκε στη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, στη ΓΑΔΑ, προκειμένου να κατατεθεί μηνυτήρια αναφορά κατά παντός υπευθύνου καθώς δημοσιεύματα επιχειρούν να τον συνδέσουν με τον Άγγελο Γιαννακόπουλο, ιδιοκτήτη της αλυσίδας αρτοποιείων «Χωριάτικο». Ανάρτηση σε ομάδα του Facebook επικαλείται πόρισμα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και διατυπώνει ισχυρισμούς για ύποπτες συναλλαγές και εικονικές εταιρικές μεταβιβάσεις. Είναι παραπάνω από προφανές πως οι εν λόγω αναφορές δεν αποτελούν επιβεβαιωμένα γεγονότα, για να διασύρουν και να «σταυρώσουν» έναν άνθρωπο ενώ δεν έχει διευκρινιστεί εάν η συγκεκριμένη ανάρτηση περιλαμβάνεται στη μηνυτήρια αναφορά του τραγουδιστή.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καλλιτέχνη, Μιχάλης Δημητρακόπουλος, επιβεβαίωσε την επίσκεψη στη ΓΑΔΑ, αναφέροντας: «Ο Αντώνης Ρέμος σέβεται τον θεσμικό ρόλο όλων των μέσων επικοινωνίας και ενημέρωσης, μικρών και μεγάλων, αλλά υπάρχει μια ‘‘κόκκινη γραμμή’’ και αυτή είναι η συκοφαντική δυσφήμηση». Αυτή η «κόκκινη γραμμή» αφορά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η ιδιωτική ζωή των δημοσίων προσώπων.
Χυδαιότητα δίχως τέλος
Αντίστοιχο παράδειγμα είναι και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο οποίος είχε ταλαιπωρηθεί από επίμονη πνευμονία, ακυρώνοντας συναυλίες το καλοκαίρι. Πήρε εξιτήριο από το «Ερρίκος Ντυνάν» την Κυριακή 25 Οκτωβρίου και με ανακοίνωσή του ενημέρωσε ότι η πορεία της υγείας του είναι ενθαρρυντική, ζητώντας σεβασμό στην ιδιωτικότητά του.
Την ώρα, όμως, που ο ίδιος ανάρρωνε, στο Διαδίκτυο κυκλοφορούσε μια κατασκευασμένη φωτογραφία που τον εμφάνιζε κλινήρη στο νοσοκομείο. Η ψεύτικη εικόνα του και η εκμετάλλευση της περιπέτειας της υγείας του προκάλεσαν την οργή της Ελένης Ράντου η οποία εμφανώς εκνευρισμένη έγραψε στα social: «Η ευγένεια και το καλό γούστο έχουν ταβάνι. Η χυδαιότητα δεν έχει πάτο». Και πρόσθεσε: «Ζήτω και στο AI που δίνει βήμα και εικόνα στις πιο διεστραμμένες φαντασιώσεις. Μπράβο! Κερδίσατε ένα κλικ στη χυδαιότητα!».
Η αγωνία μιας οικογένειας γίνεται έτσι reality, με την τεχνητή νοημοσύνη να προσφέρει πλέον και πλαστά φωτογραφικά «τεκμήρια» σε όσους επινοούν ειδήσεις με το ψέμα να αποκτά εικόνα ώστε η εξαπάτηση να είναι ευκολότερη. Ο άνθρωπος που διασύρεται καλείται να αποδείξει ότι όσα παρουσιάζονται είναι ανυπόστατα. Λοιδορείται από αγνώστους και υποχρεώνεται να υπερασπιστεί δημόσια την αξιοπρέπειά του, ενώ εκείνος που δημοσίευσε την ψευδή είδηση κορδώνεται για την αναγνωσιμότητά της.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευθύνη των μέσων που δίνουν δημοσιογραφικό περίβλημα σε ανεξέλεγκτους ισχυρισμούς. Όταν ατεκμηρίωτες κατηγορίες μιας ανώνυμης ανάρτησης μεταφέρονται σε μια ιστοσελίδα, το μέσο προσφέρει το κύρος του σε όσα δεν ήλεγξε. Ο αναγνώστης θεωρεί ότι προηγήθηκε έρευνα, ενώ μεσολάβησαν μόνο η φαντασία, η αντιγραφή και μια επαγγελματική συνείδηση-«λάστιχο».
Ομολογία ανεπάρκειας
Η δικαιολογία «εμείς απλώς το αναπαράγαμε» συνιστά ομολογία δημοσιογραφικής ανεπάρκειας, ιδίως όταν η αναπαραγωγή συνοδεύεται από αυθαίρετες προσθήκες και ευφάνταστες προεκτάσεις. Κάπου εκεί, το ρεπορτάζ παραχωρεί τη θέση του σε σεναριογράφους της κακής ώρας, που σκαρώνουν ιστορίες α λα Φώσκολος, με υπερβολές και δραματικές ανατροπές. Αφού ολοκληρωθεί ο διασυρμός, ακολουθεί ενίοτε και η ευκαιρία στον θιγόμενο να δώσει εξηγήσεις και να αποδείξει ότι δεν είναι «ελέφαντας».
Κάτω από τη δημοσίευση του άρθρου στο πεδίο σχόλια ή στα κοινωνικά δίκτυα, η ανεπιβεβαίωτη είδηση πυροδοτεί ύβρεις και χλευασμό. Χρήστες που αγνοούν τα γεγονότα πλειοδοτούν σε προσβολές, υποβαθμίζοντας τη συμμετοχή τους σε «ένα απλό σχόλιο». Η ανασκευή, εφόσον υπάρξει έπειτα από διαμαρτυρία ή εξώδικο, σπανίως συναγωνίζεται σε προβολή την αρχική κατηγορία. Η σπίλωση έχει ήδη συντελεστεί και άλλα μέσα αναπαράγουν άκριτα το δημοσίευμα, προσθέτοντας τη δική τους «πινελιά».
Σε μια αδηφάγα κοινωνία, η δυστυχία μετατρέπεται σε θέαμα και η περιέργεια βαφτίζεται «δημόσιο ενδιαφέρον». Όποιος διαμαρτύρεται χαρακτηρίζεται υπερευαίσθητος ή εχθρός της ελευθεροτυπίας. Βολική αντιστροφή για όσους επικαλούνται την ελευθερία του Τύπου για να υπερασπιστούν την ασυδοσία τους. Η βασιμότητα κάθε καταγγελίας θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη. Η δημοσιογραφική ευθύνη, όμως, από τα γραφόμενα και η ανάγκη για έσοδα δεν νομιμοποιεί την εμπορία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε καμία των περιπτώσεων.