Το ευρωπαϊκό συμβόλαιο αναφοράς TTF στην ολλανδική αγορά άγγιξε πρόσκαιρα τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σημειώνοντας αύξηση περίπου 4% σε σχέση με την προηγούμενη συνεδρίαση.
Οι τιμές του φυσικού αερίου διαμορφώνονται πλέον σε επίπεδα σχεδόν τριπλάσια από εκείνα που καταγράφονταν πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να προκαλεί σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Μειωμένα αποθέματα και προβλήματα στον εφοδιασμό
Η άνοδος αποδίδεται κυρίως στις διαταραχές της μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τη Μέση Ανατολή, οι οποίες περιορίζουν τη διαθέσιμη προσφορά ενόψει της αυξημένης χειμερινής ζήτησης.
Τα ευρωπαϊκά αποθέματα βρίσκονται περίπου στο 75% της συνολικής χωρητικότητας, ενώ στη Γερμανία περιορίζονται κοντά στο 60%, αισθητά χαμηλότερα από τα αντίστοιχα περσινά επίπεδα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Rystad Energy, οι ευρωπαϊκές εισαγωγές LNG μειώθηκαν κατά 30% την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 9 Οκτωβρίου.
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι υψηλές τιμές ενδέχεται να διατηρηθούν για τουλάχιστον έναν ακόμη χρόνο, ακόμη και σε περίπτωση αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης, εξαιτίας της ανάγκης αναπλήρωσης των αποθεμάτων.
Πιέσεις σε νοικοκυριά και βιομηχανία
Η ανατίμηση του φυσικού αερίου μεταφέρεται σταδιακά και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Στη Γερμανία, το συμβόλαιο ηλεκτρικής ενέργειας για το επόμενο έτος αυξήθηκε κατά 1,7%, φτάνοντας τα 159,30 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2023.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες εμφανίζονται οι ενεργοβόρες βιομηχανίες, κυρίως στους κλάδους των χημικών, των λιπασμάτων και του χάλυβα, όπου το αυξημένο ενεργειακό κόστος επιβαρύνει την παραγωγή και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα.
Για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, οι μεγαλύτερες επιπτώσεις ενδέχεται να γίνουν αισθητές μέσα στο 2027, καθώς οι μεταβολές των τιμών χονδρικής περνούν με χρονική καθυστέρηση στα τιμολόγια λιανικής.
Η εξέλιξη δημιουργεί πρόσθετες ανησυχίες και για την ελληνική οικονομία, καθώς ενδεχόμενη παρατεταμένη άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου θα μπορούσε να επηρεάσει το κόστος ηλεκτροπαραγωγής, τις επιχειρήσεις και τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.