Αντιμέτωπη με δημοσιονομικές πιέσεις και κοινωνική αναταραχή βρίσκεται η Γαλλία, λίγους μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027.
Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα εύθραυστη συγκυρία, καθώς η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών συμπίπτει με την κλιμάκωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του χρέους, οι υψηλές αποδόσεις των κρατικών ομολόγων και η πολιτική αβεβαιότητα τροφοδοτούν εκτιμήσεις ότι η χώρα κινδυνεύει να εξελιχθεί στον νέο «μεγάλο ασθενή της Ευρώπης».
Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες συμμετείχαν σε διαδηλώσεις επί δύο διαδοχικά Σαββατοκύριακα, διεκδικώντας αυξήσεις στους μισθούς των εκπαιδευτικών, αποκατάσταση των υποβαθμισμένων σχολικών εγκαταστάσεων και κρατική στήριξη απέναντι στο αυξανόμενο κόστος ζωής.
«Η Γαλλία βρίσκεται στα πρόθυρα μιας οικονομικής κρίσης», προειδοποίησε ο πρώην πρωθυπουργός Μισέλ Μπαρνιέ, μιλώντας στο POLITICO. «Πρέπει να στείλουμε ένα μήνυμα στις αγορές», πρόσθεσε, αποτυπώνοντας την ανησυχία για τη φθίνουσα εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Χρέος 3,5 τρισ. ευρώ και ιστορική άνοδος των επιτοκίων
Τα προβλήματα της γαλλικής οικονομίας είχαν αρχίσει να προκαλούν έντονους προβληματισμούς στις χρηματοπιστωτικές αγορές πριν από την πρόσφατη κοινωνική έκρηξη.
Οι επενδυτές περιόριζαν την έκθεσή τους στα γαλλικά κρατικά ομόλογα ή απαιτούσαν υψηλότερες αποδόσεις, εξαιτίας της αδυναμίας της κυβέρνησης να μειώσει ουσιαστικά το δημοσιονομικό έλλειμμα, να ανακόψει την αύξηση του δημόσιου χρέους των 3,5 τρισ. ευρώ και να ενισχύσει τους ρυθμούς ανάπτυξης.
Στους παράγοντες αβεβαιότητας προστίθενται οι δυσκολίες μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος, η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του οποίου αποτελεί αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου αναφοράς έφτασε στο 5,14%, αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2002.
Μία ημέρα αργότερα, κατά το κλείσιμο των αγορών, η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών δεκαετών ομολόγων, το λεγόμενο spread, διαμορφωνόταν στις 169 μονάδες βάσης. Πρόκειται για έναν βασικό δείκτη του επιπλέον κόστους δανεισμού που απαιτούν οι αγορές από τη Γαλλία σε σύγκριση με τη Γερμανία.
Οι εξελίξεις εντείνουν την πίεση στην κυβέρνηση του Σεμπαστιέν Λεκορνί, η οποία καλείται να εξισορροπήσει την ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής με τις αυξανόμενες κοινωνικές απαιτήσεις.
Οι διαδηλώσεις και το οικονομικό κόστος της αναταραχής
Οι γαλλικές αρχές κατάφεραν να περιορίσουν τα σοβαρά επεισόδια κατά το τελευταίο Σαββατοκύριακο, αποτρέποντας την επανάληψη εκτεταμένων λεηλασιών και καταστροφών, όπως εκείνων που είχαν σημειωθεί στις 17 και 18 Οκτωβρίου.
Ωστόσο, οι υλικές ζημιές από τις ταραχές εκτιμάται ότι ανέρχονται ήδη σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, σημαντικό μέρος των οποίων αναμένεται να καλυφθεί από ασφαλιστικές εταιρείες.
Η οικονομική επιβάρυνση δεν περιορίζεται στις καταστροφές καταστημάτων και υποδομών. Η αβεβαιότητα επηρεάζει την εμπορική δραστηριότητα, την καταναλωτική εμπιστοσύνη και την εικόνα της χώρας στις διεθνείς αγορές.
Χαρακτηριστικό προηγούμενο αποτελούν οι κινητοποιήσεις των «Κίτρινων Γιλέκων» την περίοδο 2018-2020, στα πρώτα χρόνια της προεδρίας του Εμανουέλ Μακρόν. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται το POLITICO, οι διαδηλώσεις εκείνες κόστισαν στη γαλλική οικονομία περίπου 0,1% του ΑΕΠ, ενώ οι απώλειες των εμπορικών επιχειρήσεων έφτασαν τα 2 δισ. ευρώ.
«Είναι σαφές ότι οι διαδηλώσεις έχουν αντίκτυπο στις αγορές», δήλωσε ο Ερίκ Λομπάρ, ο οποίος είχε διατελέσει υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών.
Η ένταση της αναταραχής αποτυπώθηκε και σε σκηνές από το 11ο διαμέρισμα του Παρισιού, όπου, μετά τις καταστροφές σε σούπερ μάρκετ, ένας άνδρας παρότρυνε περαστικούς να μπουν στο κατάστημα και να πάρουν προϊόντα. Σε κοντινή απόσταση, ιδιοκτήτης κινεζικού εστιατορίου κλείδωνε την πόρτα πίσω από κάθε πελάτη, φοβούμενος εισβολή ταραχοποιών.
Οι εικόνες αυτές αναδεικνύουν την έκταση της κοινωνικής έντασης σε μια χώρα που συγκαταλέγεται στις επτά μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες του κόσμου, την G7.
Το δίλημμα του προϋπολογισμού και τα περιορισμένα περιθώρια
Το σχέδιο προϋπολογισμού για το 2027, που παρουσίασε ο πρωθυπουργός Σεμπαστιέν Λεκορνί, περιλαμβάνει ήδη περικοπές ύψους 43 δισ. ευρώ, αφήνοντας περιορισμένα περιθώρια για πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή.
Η κυβέρνηση βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με αντικρουόμενες πιέσεις. Από τη μία πλευρά, οι αγορές ζητούν αξιόπιστα μέτρα περιορισμού του ελλείμματος. Από την άλλη, οι διαδηλωτές απαιτούν περισσότερες δημόσιες δαπάνες και οικονομική στήριξη.
Η ικανοποίηση των κοινωνικών αιτημάτων μέσω πρόσθετου δανεισμού θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά, αυξάνοντας τις μελλοντικές δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους. Η αναμονή μιας αυτόνομης εκτόνωσης των κινητοποιήσεων ενέχει, αντίστοιχα, τον κίνδυνο παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας.
«Έχουμε το μαχαίρι στον λαιμό και νιώθουμε τις σταγόνες του αίματος στην καρωτίδα μας», δήλωσε στο POLITICO κυβερνητικός υπουργός, ο οποίος ζήτησε να διατηρήσει την ανωνυμία του.
«Πρέπει να δείξουμε ότι αφουγκραστήκαμε την αγανάκτηση. Ωστόσο, τα περιθώρια ελιγμών μας είναι περιορισμένα, δεδομένης της κατάστασης στις αγορές», πρόσθεσε.
Οι προειδοποιήσεις Μόντι και το προηγούμενο της Ιταλίας
Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Μόντι, ο οποίος ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας το 2011 εν μέσω σοβαρής δημοσιονομικής κρίσης, προειδοποίησε ότι οι εξελίξεις στις αγορές μπορούν να λάβουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
«Οι εξελίξεις μπορεί να είναι ραγδαίες», επισήμανε στο POLITICO.
Υπενθύμισε ότι κατά την ιταλική κρίση χρέους, το spread των δεκαετών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών τίτλων εκτινάχθηκε μέσα σε λίγους μήνες από περίπου 150 σε περισσότερες από 500 μονάδες βάσης.
Η κυβέρνησή του είχε επιχειρήσει τότε να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των αγορών μέσω περικοπών δημοσίων δαπανών και μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Ο Μόντι χαρακτήρισε τη Γαλλία διαχρονικά «κακομαθημένο παιδί» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποστηρίζοντας ότι το πολιτικό και οικονομικό της βάρος τής επέτρεπε να παρακάμπτει ή να παραβιάζει ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Κατά την εκτίμησή του, η γαλλική κοινωνία δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει πλήρως την πιθανότητα να βρεθεί η χώρα στο επίκεντρο μιας νέας ευρωπαϊκής κρίσης χρέους.
«Το κύριο πρόβλημα είναι ότι η κοινή γνώμη δεν ανησυχεί όσο θα έπρεπε για αυτόν τον κίνδυνο», ανέφερε.
«Η Γαλλία δεν είναι ψυχολογικά προετοιμασμένη να αντιληφθεί τον εαυτό της ως στόχο μιας κρίσης, ή ακόμα και ως το σημείο εκκίνησης μιας κρίσης που θα μπορούσε να εξαπλωθεί», πρόσθεσε.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει πλέον μηχανισμούς παρέμβασης, μεταξύ των οποίων η δυνατότητα αγοράς κρατικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τα εργαλεία αυτά θεωρούνται σημαντικά για τον περιορισμό του κινδύνου μετάδοσης μιας κρίσης στην Ευρωζώνη, χωρίς ωστόσο να υποκαθιστούν την ανάγκη δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Προεδρικές εκλογές: Η πολιτική αβεβαιότητα ανησυχεί τις αγορές
Οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές του 2027 προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας, καθώς η ενίσχυση πολιτικών δυνάμεων που αμφισβητούν την υφιστάμενη οικονομική πολιτική προβληματίζει τους επενδυτές.
Σύμφωνα με τα συγκεντρωτικά στοιχεία δημοσκοπήσεων του POLITICO από τις αρχές Οκτωβρίου, η Μαρίν Λεπέν συγκεντρώνει 34%, ενώ ο Ζαν-Λικ Μελανσόν καταγράφει 15%.
Τα ποσοστά αυτά αποτυπώνουν σημαντική υποστήριξη προς πολιτικές δυνάμεις που αντιπαρατίθενται με το παραδοσιακό πολιτικό κατεστημένο. Ένα ενδεχόμενο εκλογικής αναμέτρησης μεταξύ των δύο στον δεύτερο γύρο προκαλεί ανησυχία σε τμήμα των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Και οι δύο έχουν εκφράσει την πρόθεση να διαθέσουν σημαντικούς πρόσθετους πόρους για τη μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, επιλογή που συνεπάγεται νέες δημοσιονομικές απαιτήσεις.
Το οικονομικό πρόγραμμα της Λεπέν έχει δεχθεί έντονη κριτική από οικονομολόγους για τη ρεαλιστικότητα και τη χρηματοδότησή του, ενώ οι προτάσεις του Μελανσόν για το δημόσιο χρέος προκαλούν επίσης σοβαρές αντιδράσεις.
Από τον παραδοσιακό πολιτικό χώρο, ο κεντροδεξιός Εντουάρ Φιλίπ επιδιώκει να προβληθεί ως υποψήφιος της δημοσιονομικής πειθαρχίας, προβάλλοντας την ανάγκη αντιμετώπισης των δύσκολων οικονομικών δεδομένων. Ωστόσο, η προεκλογική του προσπάθεια εμφανίζει μέχρι στιγμής δυσκολίες στην ανάπτυξη δυναμικής.
Εννέα στους δέκα Γάλλους απαισιόδοξοι για το μέλλον
Η οικονομική και πολιτική κρίση συνοδεύεται από βαθιά δυσπιστία των πολιτών απέναντι στις προοπτικές της χώρας.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Σεπτεμβρίου, περίπου εννέα στους δέκα Γάλλους εμφανίζονται απαισιόδοξοι για το μέλλον και εκτιμούν ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν σε χειρότερες συνθήκες από τις δικές τους.
Μια άλλη πανευρωπαϊκή έρευνα, που πραγματοποιήθηκε νωρίτερα μέσα στο 2026, κατέγραψε ότι μόλις οι μισοί Γάλλοι αισθάνονται υπερηφάνεια για το δημοκρατικό τους σύστημα.
Το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει περίπου στα δύο τρίτα των Γερμανών, ενώ στη Βρετανία πλησιάζει το 70%.
Τα ευρήματα καταδεικνύουν την έκταση της κοινωνικής απογοήτευσης, η οποία επηρεάζει και τις πολιτικές επιλογές των ψηφοφόρων, ενισχύοντας κόμματα που υπόσχονται ριζικές αλλαγές.
Ο κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης στην Ευρωζώνη
Παρά τις ανησυχητικές ενδείξεις, οι αξιωματούχοι, βουλευτές και διπλωμάτες που μίλησαν στο POLITICO δεν θεωρούν ότι η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης ανάλογο με εκείνον της Ελλάδας κατά την κρίση δημόσιου χρέους.
Δεν εκτιμούν, δηλαδή, ότι επίκειται αδυναμία πληρωμών προς δημοσίους υπαλλήλους και πιστωτές. Θεωρούν όμως πιθανότερο ένα σενάριο αντίστοιχο της ιταλικής κρίσης του 2011, με απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού και ισχυρές πιέσεις για δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
«Δεν είμαστε ακόμα "μπανανία" που κινδυνεύει να κηρύξει πτώχευση», δήλωσε ο έμπειρος κεντρώος βουλευτής και ειδικός σε δημοσιονομικά θέματα Σαρλ ντε Κουρσόν.
Ο προβληματισμός επεκτείνεται στην ικανότητα του Παρισιού να τηρήσει τη δέσμευσή του για μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ έως το 2029.
Διπλωμάτες και οικονομολόγοι σε Βρυξέλλες, Ουάσινγκτον και Νέα Υόρκη εκφράζουν αμφιβολίες ότι ο συγκεκριμένος στόχος μπορεί να επιτευχθεί υπό τις παρούσες συνθήκες.
Ο Ντε Κουρσόν υποστήριξε ότι η Γαλλία έχει «χάσει κάθε αξιοπιστία» έναντι των Ευρωπαίων εταίρων της όσον αφορά τη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών.
Στο ίδιο ζήτημα αναφέρθηκε ο πρώην υπουργός Οικονομίας Ερίκ Λομπάρ, αναγνωρίζοντας ότι η χώρα δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει, εκφράζοντας παράλληλα την ελπίδα ότι η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί.
«Εκ μέρους του γαλλικού λαού, αναλάβαμε δεσμεύσεις για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, αλλά δεν τις τηρήσαμε. Προσωπικά, ήμουν απόλυτα υπέρ της τήρησης των δεσμεύσεών μας. Ωστόσο, ως σύνολο, δεν το πράξαμε», δήλωσε.
«Έτσι, βρεθήκαμε σε θέση αδυναμίας», κατέληξε.