Συγκλονιστικές μαρτυρίες για την κακοποίηση, τη βίαιη στρατολόγηση και τον θάνατο παιδιών του Ισλαμικού Κράτους παρουσιάστηκαν στη δίκη Γαλλίδας τζιχαντίστριας στο Παρίσι.

Στο Ειδικό Κακουργιοδικείο του Παρισιού, η δίκη της Βανέσα Μπεράρ, η οποία κατηγορείται για συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση και απόπειρα δολοφονίας ενός από τους συζύγους της, αποκαλύπτει τις συνθήκες υπό τις οποίες μεγάλωσαν εκατοντάδες παιδιά ξένων τζιχαντιστών στη Συρία και το Ιράκ.

Στο επίκεντρο της ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται ο 17χρονος πρωτότοκος γιος της κατηγορουμένης, ο οποίος παρακολουθεί τη δίκη της μητέρας του, έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας σε περιοχές που ελέγχονταν από το Ισλαμικό Κράτος.

Ήταν μόλις πέντε ετών, στα τέλη του 2013, όταν η μητέρα του τον πήρε μαζί της στη Συρία, συνοδευόμενη και από τη δίχρονη κόρη της. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η Μπεράρ είχε τότε ενστερνιστεί μια ακραία τζιχαντιστική ιδεολογία.

Από τα 550 παιδιά Γάλλων τζιχαντιστών, τα 153 πέθαναν

Οι μαρτυρίες των αστυνομικών που διερεύνησαν την υπόθεση αποτυπώνουν την έκταση της τραγωδίας που εκτυλίχθηκε στο αυτοαποκαλούμενο «χαλιφάτο».

Όπως κατέθεσε αστυνομικός, από τα περίπου 500 έως 550 παιδιά Γάλλων τζιχαντιστών που είχαν μεταφερθεί στις περιοχές του Ισλαμικού Κράτους, 153 έχασαν τη ζωή τους.

Ένας δεύτερος αστυνομικός περιέγραψε ένα περιβάλλον διαρκούς «κακομεταχείρισης, βίας και κινδύνου», στο οποίο τα παιδιά στερούνταν συστηματικά την εκπαίδευση και την πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη, ενώ εκτίθεντο σε δημόσιες εκτελέσεις και άλλες ωμότητες.

Η οικογένεια της Μπεράρ βίωσε άμεσα τις συνέπειες του πολέμου. Το 2017, οι δύο κόρες της, η μία από τις οποίες είχε γεννηθεί στη Συρία, σκοτώθηκαν όταν βομβαρδίστηκε το σπίτι όπου διέμεναν.

Η αντίδραση της μητέρας στον θάνατο ενός από τα παιδιά της αποκαλύφθηκε κατά τη δικαστική διαδικασία. Ενημερώνοντας τον πατέρα του κοριτσιού, ο οποίος είχε ήδη εγκαταλείψει τη Συρία, του είχε πει ότι η κόρη τους «είναι καλύτερα εκεί που βρίσκεται τώρα», επειδή, όπως υποστήριξε, «στη Γαλλία, θα γινόταν ιερόδουλη».

Ο μεγαλύτερος γιος της επέζησε από τις συγκρούσεις, αν και το 2018 τραυματίστηκε στην πλάτη από οβίδα. Μετά την κατάρρευση του «χαλιφάτου», το 2019, βρέθηκε στους καταυλισμούς Αλ Χολ και Ροζ, όπου κρατούνταν οικογένειες αλλοδαπών τζιχαντιστών.

Όταν επαναπατρίστηκε στη Γαλλία, τον Οκτώβριο του 2022, είχε περάσει περισσότερα από τρία χρόνια στους συγκεκριμένους καταυλισμούς και επέστρεφε σε μια χώρα από την οποία είχε απομακρυνθεί σχεδόν εννέα χρόνια νωρίτερα.

Αποκεφαλισμοί, λιθοβολισμοί και δημόσιες εκτελέσεις στη Ράκα

Στις καταθέσεις του μετά τον επαναπατρισμό, ο έφηβος περιέγραψε σκηνές ακραίας βίας που είχε παρακολουθήσει στη Ράκα, την πόλη που αποτέλεσε το σημαντικότερο προπύργιο του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία.

Όπως εξήγησε στους αστυνομικούς, όσα είχε αντικρίσει συνέβησαν «στ’ αλήθεια, δεν ήταν βίντεο».

Θυμήθηκε κομμένα κεφάλια και ανθρώπινα μέλη εκτεθειμένα σε κυκλικό κόμβο της πόλης, γυναίκες που μαστιγώνονταν με ζώνες και ζευγάρια τα οποία, αφού κατηγορούνταν για μοιχεία, δένονταν μεταξύ τους και ρίχνονταν από ταράτσες.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, το συγκεντρωμένο πλήθος στη συνέχεια λιθοβολούσε τα πτώματα, ενώ παραδέχθηκε ότι και ο ίδιος είχε συμμετάσχει κάποτε πετώντας πέτρες.

Ανάλογη εικόνα παρουσίασε ο Μοχάμεντ Σκαλάμπ, Γάλλος τζιχαντιστής από τη Νιμ και πρώτος σύζυγος της Μπεράρ κατά την παραμονή της στη Συρία, ο οποίος κατέθεσε μέσω βιντεοκλήσης από τη φυλακή όπου κρατείται.

Όπως ανέφερε, η παρακολούθηση εκτελέσεων στη Ράκα αντιμετωπιζόταν ως ευκαιρία για «οικογενειακή έξοδο», αποτυπώνοντας τον βαθμό στον οποίο η δημόσια βία είχε ενσωματωθεί στην καθημερινότητα.

Ο Σκαλάμπ εγκατέλειψε το Ισλαμικό Κράτος το 2014 και επέστρεψε μόνος του στη Γαλλία.

Η οκτάμηνη παραμονή στο Ιράκ και η εκπαίδευση στα όπλα

Ιδιαίτερη βαρύτητα στη δίκη έχει η περίοδος κατά την οποία ο μεγαλύτερος γιος της κατηγορουμένης απομακρύνθηκε από τη Συρία.

Το φθινόπωρο του 2017, η Μπεράρ τον έστειλε στο Ιράκ, όπου παρέμεινε περίπου οκτώ μήνες. Εκεί, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ένας τζιχαντιστής τού δίδαξε πώς να χρησιμοποιεί εκτοξευτήρα ρουκετών.

Οι αστυνομικοί δεν διαπίστωσαν ότι το παιδί είχε στρατολογηθεί επισήμως στα «Λιονταράκια του Νταές», τα στρατόπεδα στα οποία το Ισλαμικό Κράτος υπέβαλλε ανηλίκους σε ιδεολογική κατήχηση και στρατιωτική εκπαίδευση.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη οκτάμηνη περίοδος εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται «νεφελώδης» από τους ερευνητές, καθώς δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως οι συνθήκες παραμονής και οι δραστηριότητες του παιδιού.

Η Εισαγγελία υποστηρίζει ότι η Μπεράρ επιδίωκε να μετατρέψει τον γιο της σε «μαχητή» του Ισλαμικού Κράτους.

Η κατηγορουμένη απορρίπτει αυτή την ερμηνεία, ισχυριζόμενη ότι τον έστειλε στο Ιράκ προκειμένου να τον προστατεύσει από τον δεύτερο σύζυγό της, τον Τυνήσιο τζιχαντιστή Χάμζα Μπενταγιέμπ, ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, κακοποιούσε σωματικά το παιδί.

Η βία μέσα στην οικογένεια και ο πυροβολισμός του συζύγου

Η κακοποίηση που περιέγραψε ο νεαρός εκτεινόταν και στο οικογενειακό περιβάλλον, καθώς και οι δύο σύζυγοι της μητέρας του φέρονται να ασκούσαν βία εναντίον του.

«Μας έδερνε καθημερινά», κατέθεσε για τον Μοχάμεντ Σκαλάμπ, περιγράφοντας όσα συνέβαιναν στο διαμέρισμα όπου ζούσαν στη Ράκα.

Ο έφηβος αναφέρθηκε επίσης σε περιστατικό σφοδρής ενδοοικογενειακής βίας, κατά το οποίο ο Σκαλάμπ φέρεται να ξυλοκόπησε τη μητέρα του και να την τράβηξε από τα μαλλιά τόσο βίαια, ώστε να της ξεριζώσει μια τούφα.

Όταν το παιδί προσπάθησε να την υπερασπιστεί, ο άνδρας, σύμφωνα με την κατάθεσή του, «το πέταξε στο πάτωμα».

Το επεισόδιο κατέληξε στον σοβαρό τραυματισμό του Σκαλάμπ, όταν η Βανέσα Μπεράρ τον πυροβόλησε με καραμπίνα. Η ίδια υποστηρίζει ότι ενήργησε για να προστατευτεί από τη βίαιη συμπεριφορά του συζύγου της.

Ο Σκαλάμπ αμφισβητεί αυτή την εκδοχή και ισχυρίζεται ότι η κατηγορουμένη τον πυροβόλησε επειδή είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τις τάξεις του Ισλαμικού Κράτους.

«Η γυναίκα είναι αντικείμενο εκεί κάτω, χτυπούν τις γυναίκες καθημερινά», ανέφερε ο γιος της Μπεράρ, περιγράφοντας τη θέση των γυναικών στις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των τζιχαντιστών.

Στη διάρκεια της δίκης έγινε ακόμη γνωστό ότι, όταν η μητέρα είχε επιστρέψει προσωρινά στη Γαλλία το 2014, ενώ ήταν έγκυος, ο Σκαλάμπ κλείδωνε τα δύο παιδιά επί ώρες στην τουαλέτα.

«Έκλεψα την παιδική ηλικία του»

Αντιμέτωπη με τις μαρτυρίες για όσα υπέστησαν τα παιδιά της, η Βανέσα Μπεράρ αναγνώρισε την ευθύνη της για τις επιλογές που καθόρισαν τη ζωή του μεγαλύτερου γιου της.

«Κυριολεκτικά απέτυχα, έκλεψα την παιδική ηλικία του, είμαι ένοχη για όσα βίωσε», δήλωσε ενώπιον του δικαστηρίου.

Η κατηγορουμένη εμφανίζεται ψύχραιμη όταν αναλύει την ιδεολογική της διαδρομή και τη σχέση της με το Ισλαμικό Κράτος, ωστόσο δυσκολεύεται να συγκρατήσει τη συγκίνησή της όταν η συζήτηση στρέφεται στα παιδιά της.

Η Μπεράρ δικάζεται για τη συμμετοχή της στην τρομοκρατική οργάνωση, καθώς και για την απόπειρα δολοφονίας του Μοχάμεντ Σκαλάμπ. Εάν κριθεί ένοχη, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο επιβολής ισόβιας κάθειρξης.