Οι εισπράξεις από τις θαλάσσιες μεταφορές άγγιξαν κατά μέσον όρο τα 18 δις ευρώ ετησίως την περίοδο 2021-2025, σύμφωνα με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, που πραγματοποίησε σήμερα 5/11/26, ομιλία στην Aegean Baltic Bank.

Το στοίχημα, όπως εξήγησε, είναι μεγαλύτερο μέρος της αξίας που παράγει ο ελληνόκτητος στόλος να επιστρέφει στην εγχώρια οικονομία, μέσα από επενδύσεις, υπηρεσίες, ναυπηγεία και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα η ελληνική οικονομία διατηρεί ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, με τη ναυτιλία να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες εξωστρέφειας και εισροής εσόδων, αλλά και μια μεγάλη ευκαιρία για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής. Υπογράμμισε ότι η πρόκληση για τη χώρα δεν είναι μόνο να διατηρήσει την ανθεκτικότητά της απέναντι στις διεθνείς κρίσεις, αλλά να μετατρέψει τα πλεονεκτήματά της σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, περισσότερες επενδύσεις και υψηλότερη παραγωγικότητα.

Στην ομιλία του με θέμα: «Η ανθεκτικότητα της ευρωζώνης και της ελληνικής οικονομίας κάτω από τους συνεχείς πρόσφατους κλυδωνισμούς: Ο ρόλος της ναυτιλίας και των τραπεζών», ο κεντρικός τραπεζίτης παρουσίασε την εικόνα της ελληνικής οικονομίας, ανέδειξε τη διεθνή ισχύ της ελληνικής ναυτιλίας και αναφέρθηκε στον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει το τραπεζικό σύστημα στη χρηματοδότηση της επόμενης αναπτυξιακής φάσης.

Ανάπτυξη 1,9% στην Ελλάδα, έναντι 0,9% στην ευρωζώνη

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Στουρνάρας, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι αύξησης 0,9% στην ευρωζώνη. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι η ανάπτυξη της χώρας θα διατηρηθεί κοντά στο 2% κατά την περίοδο 2026-2028.

Η επίδοση αυτή, όπως σημείωσε, συνδέεται με τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, την ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και την καλύτερη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.

Ειδικότερα, το 2025 η γενική κυβέρνηση κατέγραψε δημοσιονομικό πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 5,1%, ενώ το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 145,4% του ΑΕΠ, από 153,5% το 2024. Η δημοσιονομική πρόοδος και η επιστροφή της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα έχουν ενισχύσει την αξιοπιστία της, περιορίζοντας την έκθεσή της στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αναταράξεις.

Μεταξύ 2020 και 2025, ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 91,7% σε πραγματικούς όρους, ενώ το μερίδιό του στο ΑΕΠ ανέβηκε από 12,3% σε 18%. Το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι επενδύσεις αυξήθηκαν περίπου κατά 9% σε ετήσια βάση και συνέβαλαν κατά 1,6 ποσοστιαίες μονάδες στην ανάπτυξη.

Ωστόσο, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος προειδοποίησε ότι η θετική εικόνα δεν πρέπει να αποκρύπτει τις αδυναμίες. Ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός, επιβαρύνοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, ενώ το μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η χαμηλή παραγωγικότητα, οι δημογραφικές πιέσεις και οι ελλείψεις δεξιοτήτων εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές προκλήσεις.

Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο κ. Στουρνάρας, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 4% το πρώτο δεκάμηνο του 2026, ενώ η προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat για τον Οκτώβριο τον ανέβασε στο 5,6%. Ο πυρήνας του πληθωρισμού έφθασε το 4,7%, έναντι 2,5% στην ευρωζώνη, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι πιέσεις δεν περιορίζονται μόνο στην ενέργεια.

Τα 18 δισ. ευρώ της ναυτιλίας και το στοίχημα της εγχώριας προστιθέμενης αξίας

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Γιάννης Στουρνάρας στη συμβολή της ναυτιλίας στην ελληνική οικονομία, χαρακτηρίζοντάς την έναν από τους πλέον εξωστρεφείς και διεθνώς ανταγωνιστικούς κλάδους της χώρας.

Την περίοδο 2021-2025, είπε, οι εισπράξεις από υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών ανήλθαν κατά μέσο όρο σε 18 δισ. ευρώ ετησίως. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 8,2% του ΑΕΠ και σχεδόν στο 40% των συνολικών εισπράξεων από υπηρεσίες. Οι καθαρές εισπράξεις, μετά την αφαίρεση των αντίστοιχων πληρωμών, διαμορφώθηκαν σε περίπου 6,6 δισ. ευρώ ετησίως, καλύπτοντας σχεδόν το ένα πέμπτο του ελλείμματος στο ισοζύγιο αγαθών.

Το 2022 οι ακαθάριστες εισπράξεις από θαλάσσιες μεταφορές έφθασαν στο ιστορικό υψηλό των 21 δισ. ευρώ. Η δυναμική συνεχίστηκε και το 2026, καθώς το πρώτο οκτάμηνο καταγράφηκε αύξηση περίπου 15% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω της ανόδου των ναύλων στα δεξαμενόπλοια, υπό την επίδραση των γεωπολιτικών εξελίξεων στον Περσικό Κόλπο. Οι ναύλοι των πολύ μεγάλων δεξαμενόπλοιων μεταφοράς αργού πετρελαίου (VLCC) διαμορφώθηκαν, μάλιστα, σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Η διεθνής θέση της ελληνόκτητης ναυτιλίας παραμένει κορυφαία. Σύμφωνα με στοιχεία της UNCTAD, το 2025 ο ελληνόκτητος στόλος βρισκόταν στην πρώτη θέση παγκοσμίως, με μερίδιο άνω του 16% της παγκόσμιας χωρητικότητας σε τόνους νεκρού βάρους (dwt). Παράλληλα, η εμπορική διαχείριση σχεδόν 3.000 πλοίων πραγματοποιούνταν από την Ελλάδα, με συνολική χωρητικότητα 186 εκατ. τόνων dwt.

Ένα στα δέκα πλοία φέρει ελληνική σημαία

Ωστόσο, ο κ. Στουρνάρας ανέδειξε μια σημαντική αντίφαση: ενώ η ελληνική ναυτιλία διατηρεί ισχυρή διεθνή παρουσία, μόνο περίπου ένα στα δέκα ελληνόκτητα πλοία φέρει πλέον ελληνική σημαία, έναντι ενός στα πέντε πριν από μία δεκαετία. Ως βασικό ανασταλτικό παράγοντα για την προσέλκυση περισσότερων πλοίων στην ελληνική σημαία ανέφερε την έλλειψη Ελλήνων ναυτικών.

Το σημαντικότερο, όμως, ζήτημα αφορά το πόσο από τον πλούτο που παράγει η ναυτιλία παραμένει στην Ελλάδα. Η άμεση συνεισφορά των θαλάσσιων μεταφορών στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας υπολογίζεται περίπου στο 2% για την περίοδο 2021-2025. Εάν συνυπολογιστούν οι έμμεσες και οι προκαλούμενες επιδράσεις, μελέτη του ΙΟΒΕ είχε εκτιμήσει τη συνολική συμβολή στο 7,9% του ΑΕΠ για την περίοδο 2018-2021.

Παρά τη μεγάλη αυτή συνεισφορά, υποστήριξε πως υπάρχει σημαντικό περιθώριο περαιτέρω ενίσχυσης. Στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι την περίοδο 2018-2022 η εγχώρια προστιθέμενη αξία αντιστοιχούσε περίπου στο 36% των συνολικών εξαγωγών θαλάσσιων μεταφορών, ενώ το υπόλοιπο 64% αφορούσε εισαγόμενη προστιθέμενη αξία.

Η Ελλάδα, εξήγησε,  διαθέτει έναν παγκόσμιας εμβέλειας ναυτιλιακό κλάδο, αλλά δεν αξιοποιεί ακόμη στον βαθμό που θα μπορούσε τις δυνατότητες σύνδεσής του με την εγχώρια παραγωγή. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος έθεσε ως προτεραιότητα τη στενότερη διασύνδεση της ναυτιλίας με τα ελληνικά ναυπηγεία, τους λιμένες, τις επιχειρήσεις ναυτιλιακού εξοπλισμού, τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα.