Το «γρηγορόσημο» κατέχει τα σκήπτρα σε κάθε σκοτεινή συναλλαγή με το Δημόσιο.

Είναι δυστυχώς η παραδοσιακή, σταθερή αξία για κάθε… επιχείρηση εύκολου και άκοπου πλουτισμού και, ταυτόχρονα, η διαχρονική γκρίζα εικόνα στις δημόσιες υπηρεσίες, που άρχισε να… χάνει πόντους από την παντοκρατορία της με την ψηφιοποίηση των συναλλαγών.

Αλλά και σε αυτή τη μεταρρυθμιστική κίνηση εξυγίανσης και διαφάνειας οι… καθοδηγητές και οι εκτελεστές του «γρηγορόσημου» δεν πτοήθηκαν και δεν… εγκατέλειψαν τη μάχη. Η εφαρμογή της ψηφιακής τεχνολογίας πλήττει καίρια το «γρηγορόσημο της καθημερινότητας» –π.χ., μεταβιβάσεις αυτοκινήτων και ακινήτων, διπλώματα οδήγησης, πολεοδομία– αλλά δεν εξαλείφεται. Μεταλλάσσεται σε μεγάλη διαφθορά (grand corruption) και… διαπρέπει με προσυνεννοημένους ψηφιακούς διαγωνισμούς και «σικέ» διαχείριση των μεγάλων κονδυλίων.

Υπολογίζεται ότι το κύκλωμα στην Πολεοδομία Κατερίνης αποκόμισε από τη δράση του πάνω από 120.000 ευρώ. Οι εμπλεκόμενοι φέρονται να εισέπρατταν ποσά από 150 έως 400 ευρώ ως «γρηγορόσημο», προκειμένου να διεκπεραιώνουν κατά προτεραιότητα υποθέσεις όπως η έκδοση οικοδομικών αδειών, ενώ από την έρευνα προέκυψαν στοιχεία για φερόμενες πληρωμές ύψους 6.000 έως 7.000 ευρώ με σκοπό τη νομιμοποίηση αυθαίρετων κατασκευών, κάνοντας χρήση του νόμου που προβλέπει τη δυνατότητα τακτοποίησης ακινήτων που έχουν κατασκευαστεί πριν από το 2011. Φέρονται να εισέπρατταν χρήματα προκειμένου να βεβαιώνουν ψευδώς ότι συγκεκριμένα κτίσματα είχαν ανεγερθεί πριν από το 2011, ώστε να υπάγονται στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου.

Η γραφειοκρατία και οι παράδρομοι της εξυπηρέτησης

Το «γρηγορόσημο» αποτελεί έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους, λαϊκούς όρους στην Ελλάδα για να περιγράψει κάθε περίπτωση μικροδιαφθοράς και τον χρηματισμό ή αλλιώς μπαξίσι δημοσίων υπαλλήλων, με σκοπό την ταχύτερη διεκπεραίωση μιας υπόθεσης. Συνιστά ένα δημοφιλές στοιχείο των ηθών και των εθίμων του βαθέος κράτους που συνδέεται άμεσα με τη γραφειοκρατία. Δημιουργούνται παράδρομοι στη δημόσια διοίκηση για να… διευκολύνουν τον πολίτη να παρακάμψει τη νόμιμη –αλλά συχνά χρονοβόρα– σειρά του και καταβάλλοντας ένα άτυπο χρηματικό ποσό να κάνει τη δουλειά του!

Προνομιακό περιβάλλον για να αναπτυχθούν αυτοί οι μηχανισμοί είναι η δυσκίνητη κρατική μηχανή, οι δαιδαλώδεις διαδικασίες και οι καθυστερήσεις. Ετσι, το «γρηγορόσημο» έγινε πεπατημένη οδός παρα-εξυπηρέτησης του πολίτη σε υπηρεσίες έκδοσης αδειών, εφορίες, αλλά και στον χώρο της υγείας, όπου έδρασε και εξακολουθεί –αν και περιορίστηκε– το επονομαζόμενο «φακελάκι».

Το ψηφιακό αποτύπωμα και οι νέες μορφές διαφθοράς

Τα τελευταία χρόνια, η εισαγωγή των ψηφιακών υπηρεσιών (όπως το gov.gr) και η κατάργηση της φυσικής αλληλεπίδρασης πολίτη-υπαλλήλου έχουν μειώσει τα περιθώρια της μικροδιαφθοράς και της δράσης του «γρηγορόσημου». Η μετάβαση από το χαρτί στο ψηφιακό περιβάλλον και στην οθόνη αναδιαμορφώνει τη σχέση του πολίτη με τη δημόσια διοίκηση.

Οι… στενές σχέσεις του πολίτη και του υπαλλήλου στο γκισέ περιορίζονται. Διαρρηγνύεται η… δύναμη της υπογραφής του υπαλλήλου σε έναν φάκελο ή μία αίτηση, όπως και η συναλλαγή με… ονοματεπώνυμο. Ετσι, περιορίζονται και οι συνθήκες χρηματισμού. Με τις ψηφιακές αιτήσεις, ο πολίτης δεν γνωρίζει ποιος υπάλληλος επεξεργάζεται το αίτημά του και χωρίς την τετ α τετ επαφή εκμηδενίζεται και η… δυνατότητα για «μπαξίσι». Δεν δημιουργούνται οι συνθήκες για να καθυστερήσει ο υπάλληλος μία υπόθεση επικαλούμενος «φόρτο εργασίας» ή «ελλιπή δικαιολογητικά», πιέζοντας έμμεσα για «γρηγορόσημο», το οποίο θα αντιμετωπίσει διά μαγείας το πρόβλημα.

Κάθε ενέργεια σε ένα ψηφιακό σύστημα καταγράφεται. Φαίνεται ακριβώς ποιος υπάλληλος άνοιξε την υπόθεση, πότε την επεξεργάστηκε και πόσες μέρες την κράτησε στο ψηφιακό του αρχείο, ενώ πολλές διαδικασίες που απαιτούνταν να «περάσουν» από τρεις και τέσσερις διαφορετικές υπηρεσίες –ληξιαρχικές πράξεις, φορολογικές ενημερότητες, πιστοποιητικά κ.ά.– πλέον γίνονται αυτόματα με την άντληση δεδομένων μεταξύ των υπηρεσιών. Περιορίζεται επομένως και η… υπηρεσία του «γρηγορόσημου» για να «ξεκολλήσει» η υπόθεση.

Ωστόσο, διεθνείς μελέτες, αλλά και η ελληνική πραγματικότητα δείχνουν ότι η ψηφιακή τεχνολογία δεν εξαφανίζει τη διαφθορά, αλλά τη μετατοπίζει από τη μικροδιαφθορά στη μακροδιαφθορά, η οποία βρίσκει νέους τρόπους για να αναπτυχθεί, όπως το να μετακινείται στους ενδιάμεσους. Ετσι, δημιουργούνται κυκλώματα «συμβούλων» ή «διεκπεραιωτών» που… εγγυώνται την «παράκαμψη» της ψηφιακής ουράς αναμονής, εκμεταλλευόμενοι κενά στο λογισμικό ή εσωτερική πληροφόρηση.

Πολεοδομία Κατερίνης: νομιμοποιούσαν αυθαίρετα έναντι 7.000 ευρώ

Σε 151 υποθέσεις φέρονται να εμπλέκονται τα μέλη του κυκλώματος της Πολεοδομίας Κατερίνης. Σε βάρος των έντεκα συλληφθέντων –ανάμεσά τους ο διευθυντής της Πολεοδομίας και ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Δόμησης– ασκήθηκαν ποινικές διώξεις σε βαθμό κακουργήματος.

Για χρονικό διάστημα περίπου επτά μηνών η υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων διεξήγε έρευνα για τη δράση κυκλώματος επίορκων υπαλλήλων στη συγκεκριμένη υπηρεσία. Η μυστική επιχείρηση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι «αδιάφθοροι» κατέγραφαν τις τηλεφωνικές συνομιλίες των υπόπτων, ολοκληρώθηκε με τη σύλληψη συνολικά έντεκα εμπλεκομένων στην υπόθεση. Οι επτά από αυτούς είναι ιδιώτες –κυρίως πολιτικοί μηχανικοί. Τέσσερις είναι εργαζόμενοι στην Πολεοδομία.

Οι κατηγορούμενοι σε ορισμένες περιπτώσεις εισέπρατταν ποσά που κυμαίνονταν από 150 έως 400 ευρώ προκειμένου να διεκπεραιώνουν κατά προτεραιότητα υποθέσεις. Να εκδίδουν γρηγορότερα από το συνηθισμένο, π.χ., μια οικοδομική άδεια. Σε άλλες περιπτώσεις ορισμένοι από τους διωκόμενους, επωφελούμενοι από την απασχόλησή τους στην Πολεοδομία, διεκπεραίωναν φακέλους ως ιδιώτες μηχανικοί εισπράττοντας υψηλές αμοιβές από τους πελάτες τους. Προκειμένου να ξεπερνούν το ασυμβίβαστο (σ.σ.: απαγορεύεται υπάλληλοι της πολεοδομίας να εργάζονται και ως ιδιώτες μηχανικοί) χρησιμοποιούσαν τις σφραγίδες ιδιωτών μηχανικών, τους οποίους ουσιαστικά χρησιμοποιούσαν ως βιτρίνα-αχυρανθρώπους.

Επίσης, οι κατηγορούμενοι εισέπρατταν μεγάλα χρηματικά ποσά προκειμένου να νομιμοποιούν αυθαίρετα, βεβαιώνοντας ψευδώς ότι αυθαίρετα κτίσματα είχαν ανεγερθεί πριν από το 2011 και άρα ενέπιπταν στον νόμο που επιτρέπει την τακτοποίηση-νομιμοποίησή τους. Γι’ αυτή την υπηρεσία τους εισέπρατταν αμοιβές που κυμαίνονταν από 6.000 έως 7.000 ευρώ.