Στο πολιτικό παρασκήνιο του Λονδίνου, οι ενδείξεις μιας ενδεχόμενης πρόωρης προσφυγής στις κάλπες ολοένα πληθαίνουν.
Σύμφωνα με πληροφορίες που διακινούνται στο Ουεστμίνστερ, τα κεντρικά γραφεία των Εργατικών έχουν ήδη συνάψει συμφωνία με μεγάλο γερμανικό τυπογραφείο, ικανό να αναλάβει την εκτύπωση προεκλογικού υλικού. Συγχρόνως, στους διαδρόμους του Κοινοβουλίου κυκλοφορεί η φήμη ότι δημόσιοι υπάλληλοι διερεύνησαν με τη Royal Mail κατά πόσον θα ήταν εφικτή η μαζική διανομή φυλλαδίων προτού εκπνεύσει το έτος.
Οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, από την πλευρά τους, έχουν ήδη θέσει τα στελέχη τους σε εκλογική ετοιμότητα: ο Mark Pack, πρόεδρος της εκλογικής τους επιτροπής, υπολογίζει σε περίπου 30% τις πιθανότητες να στηθούν κάλπες στις 10 Δεκεμβρίου.
Ο πειρασμός διαθέτει ισχυρό εκλογικό έρεισμα. Δημοσκόπηση της 26ης Οκτωβρίου κατέγραφε τους Εργατικούς στο 30%, τους Συντηρητικούς στο 22% και το Reform UK στο 20%. Στο βρετανικό πλειοψηφικό σύστημα, όπου κάθε περιφέρεια εκλέγει έναν μόνο βουλευτή, ο κατακερματισμός της δεξιάς ψήφου μπορεί να αποδειχθεί απροσδόκητο πλεονέκτημα για τους Εργατικούς, καθώς η αλληλοεξουδετέρωση των δύο ανταγωνιστικών σχηματισμών διευκολύνει την κατάκτηση εδρών ακόμη και με περιορισμένη εκλογική απήχηση.
Σύμφωνα, μάλιστα, με ένα εκλογικό μοντέλο, οι Εργατικοί θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν αυτοδυναμία ακόμη και με ποσοστό 32,5%. Οι Συντηρητικοί δεν έχουν ακόμη οριστικοποιήσει τα ψηφοδέλτιά τους σε ορισμένες κρίσιμες περιφέρειες, ενώ το Reform διαθέτει μεν οικονομικούς πόρους, δεν έχει, όμως επαρκή χρονικά περιθώρια να αποκτήσει την αναγκαία οργανωτική υποδομή για μια πανεθνική εκλογική αναμέτρηση.
Ο Άντι Μπέρναμ, άλλωστε, έχει ήδη αποδείξει την προθυμία του να αναλάβει πολιτικά ρίσκα. Η συμμετοχή του στην επαναληπτική εκλογική αναμέτρηση της Makerfield, τον περασμένο Ιούνιο, αποτέλεσε το εφαλτήριο της επιστροφής του στο Ουεστμίνστερ και της συνακόλουθης αμφισβήτησης της ηγεμονίας του Κιρ Στάρμερ.
Πίσω, ωστόσο, από την ευνοϊκή εκλογική συγκυρία διαγράφεται μια πολύ λιγότερο ευοίωνη δημοσιονομική πραγματικότητα. Οι δημόσιες δαπάνες ακολουθούν διαρκώς ανοδική τροχιά, η μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας δεν επιδέχεται περαιτέρω αναβολές, το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) και οι υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας αντιμετωπίζουν μεγάλες χρηματοδοτικές ανάγκες, ενώ η δέσμευση για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 3% του ΑΕΠ έως το 2030 προσθέτει ένα ακόμη δυσβάστακτο βάρος στον κρατικό προϋπολογισμό.
Ο πρώτος προϋπολογισμός της κυβέρνησής του, που παρουσιάστηκε στις 28 Οκτωβρίου, περιορίστηκε σε σχετικά μετριοπαθείς φορολογικές παρεμβάσεις, με την πρόσθετη απόδοσή τους να προβλέπεται ότι θα προσεγγίσει τα 6,9 δισεκατομμύρια λίρες στο τέλος της δημοσιονομικής περιόδου αναφοράς. Οι δύσκολες αποφάσεις μετατέθηκαν, ουσιαστικά, για την επόμενη φθινοπωρινή αναθεώρηση των δημοσίων δαπανών.
Την ίδια στιγμή, οι εξαγγελίες του Μπέρναμ για τη δημιουργία εθνικής υπηρεσίας κοινωνικής φροντίδας, τη μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος και τον επανακαθορισμό των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το πλαίσιο του προγράμματος με το οποίο οι Εργατικοί κέρδισαν τις εκλογές του 2024. Η υλοποίησή τους προϋποθέτει μια νέα κυβερνητική εντολή.
Η συγκυρία, επομένως, φαίνεται να υπαγορεύει στον Μπέρναμ να επιδιώξει την ανανέωση της λαϊκής εντολής προτού οι δημοσιονομικές πιέσεις καταστήσουν αναπόφευκτες τις επώδυνες αποφάσεις και το πολιτικό τους κόστος αποδειχθεί εκλογικά δυσβάστακτο.
Μια τέτοια επιλογή, εντούτοις, δεν στερείται σοβαρών κινδύνων. Η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως απόπειρα εξασφάλισης λευκής επιταγής για μελλοντικές φορολογικές επιβαρύνσεις. Επιπλέον, ο Μπέρναμ δεν έχει ακόμη παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τη δημιουργία εθνικής υπηρεσίας κοινωνικής φροντίδας ούτε έχει αποσαφηνίσει επαρκώς τις παραμέτρους της ευρωπαϊκής του στρατηγικής.
Στην αβεβαιότητα αυτή προστίθεται η επισφαλής κατάσταση της βρετανικής οικονομίας. Το Γραφείο Δημοσιονομικής Ευθύνης (OBR) προβλέπει αναιμική ανάπτυξη μόλις 1% για το 2027, γεγονός που περιορίζει αισθητά τα περιθώρια αισιοδοξίας. Η σημερινή δημοσκοπική ευφορία ενδέχεται να αποδειχθεί πρόσκαιρη και η ήδη ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία των Εργατικών να συρρικνωθεί αντί να ενισχυθεί.
Η Τερέζα Μέι διαπίστωσε το 2017 πόσο οδυνηρές μπορεί να αποδειχθούν οι συνέπειες μιας πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, όταν η επιδίωξη εξαργύρωσης ενός φαινομενικά ασφαλούς εκλογικού πλεονεκτήματος καταλήγει στο αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα.
Δεν είναι, εξάλλου, αμελητέο ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός, την ημέρα παρουσίασης του προϋπολογισμού, απέκλεισε κατηγορηματικά την προκήρυξη εκλογών εντός των επόμενων δώδεκα μηνών, διαβεβαίωση την οποία εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν οι στενότεροι συνεργάτες του. Η πιθανότητα εκλογικής αναμέτρησης τον Δεκέμβριο παραμένει, συνεπώς, ανοιχτή, όχι όμως και προεξοφλημένη.
Πέρα, όμως, από τους εκλογικούς τακτικισμούς και τα σενάρια αιφνιδιασμού, το ουσιώδες είναι να αποσαφηνιστεί όχι πότε θα κληθούν οι Βρετανοί στις κάλπες, αλλά επί ποιου ακριβώς διακυβεύματος θα τους ζητηθεί να αποφανθούν.
Διότι μια εκλογική αναμέτρηση που προκηρύσσεται αποκλειστικά επειδή η συγκυρία ευνοεί τον κυβερνώντα συνιστά άσκηση πολιτικού τακτικισμού. Εκείνη, όμως, που προκηρύσσεται για να τεθεί ενώπιον της κοινωνίας ένα μείζον πολιτικό διακύβευμα αποτελεί πράξη δημοκρατικής ευθύνης. Και ο Μπέρναμ έχει ήδη θέσει το σημαντικότερο ερώτημα της γενιάς του.
Brexit: το οικονομικό τίμημα μιας αυταπάτης
Μιλώντας στο συνέδριο των Εργατικών στο Λίβερπουλ, στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2026, ο Άντι Μπέρναμ επιχειρεί να επαναφέρει την ευρωπαϊκή προοπτική της Βρετανίας στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης, ανοίγοντας έναν διάλογο που μέχρι πρότινος έμοιαζε πολιτικά αδιανόητος.
Στην πρώτη του συνεδριακή ομιλία ως πρωθυπουργός, αναγνωρίζει απερίφραστα ότι το Brexit προκάλεσε περισσότερη βλάβη παρά ωφέλεια και δεσμεύεται να παρουσιάσει τις εναλλακτικές δυνατότητες επαναπροσδιορισμού των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Την επομένη προχωρεί ακόμη περισσότερο, υπερβαίνοντας ένα από τα τελευταία ταμπού της μετα-Brexit πολιτικής ορθοδοξίας: η Βρετανία, δηλώνει, θα μπορούσε να διανύσει ολόκληρη τη διαδρομή της επαναπροσέγγισης, μέχρι και την πλήρη επανένταξή της στην Ένωση. Η απάντηση του Εμανουέλ Μακρόν, διατυπωμένη στα αγγλικά, είναι: «Welcome back».
Πίσω από την ανταλλαγή δηλώσεων υπολανθάνει, ωστόσο, μια οικονομική πραγματικότητα που δεν αφήνει πολλά περιθώρια πολιτικού ρομαντισμού. Το βρετανικό δημόσιο χρέος προσεγγίζει πλέον τα τρία τρισεκατομμύρια λίρες, ενώ η ετήσια δαπάνη εξυπηρέτησής του υπερβαίνει τα εκατό δισεκατομμύρια. Οι κοινωνικές δαπάνες οδεύουν προς το δυσθεώρητο ύψος των τετρακοσίων δισεκατομμυρίων έως το 2030.
Μέσα σε αυτή τη δημοσιονομική στενωπό, οι εξαγγελίες για τη δημιουργία εθνικής υπηρεσίας κοινωνικής φροντίδας, την άμβλυνση των χρόνιων περιφερειακών ανισοτήτων και την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων που παραμένουν εκτός εκπαίδευσης και απασχόλησης προσκρούουν σε ένα εμπόδιο: από πού θα αντληθούν οι αναγκαίοι πόροι;
Ο γρίφος είναι υπαρκτός, όχι όμως και άλυτος. Η υπέρβασή του προϋποθέτει τη μετατόπιση από τον αριθμητή του δημοσιονομικού βάρους στον παρονομαστή της παραγωγικής δυνατότητας που καλείται να το υποστηρίξει. Το ζητούμενο, με άλλα λόγια, δεν είναι αποκλειστικά η περιστολή των κρατικών δαπανών, αλλά η διεύρυνση της οικονομικής βάσης από την οποία αντλούνται οι πόροι για τη χρηματοδότησή τους. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, το Brexit αναδεικνύεται σε μετρήσιμο παράγοντα οικονομικής υστέρησης.
Οι εκτιμήσεις του Γραφείου Δημοσιονομικής Ευθύνης (OBR) αποδίδουν στην αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση μακροπρόθεσμη μείωση της παραγωγικότητας της τάξεως του 4% και συρρίκνωση του εξωτερικού εμπορίου κατά 15%, σε σύγκριση με την υποθετική πορεία που θα ακολουθούσε η βρετανική οικονομία εάν η χώρα είχε παραμείνει στην Ένωση. Το ποσοστό του 4% προκύπτει από τη συνεκτίμηση επιμέρους προβλέψεων που κυμαίνονταν μεταξύ 1,8% και 10%. Η ακριβής έκταση των απωλειών εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αντιγνωμίας· πολύ λιγότερο αμφισβητείται, ωστόσο, η αρνητική κατεύθυνση των επιπτώσεων.
Μια ακόμη δυσμενέστερη αποτίμηση προέκυψε από μελέτη του Nicholas Bloom και των συνεργατών του, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας, η οποία δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2025. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, το Brexit είχε ήδη στερήσει από τη βρετανική οικονομία το 6% έως 8% του ΑΕΠ που θα μπορούσε να είχε παραγάγει υπό διαφορετικές συνθήκες, ενώ οι επενδύσεις υπολείπονταν κατά 12% έως 18% της αντίστοιχης υποθετικής τους πορείας. Πρόκειται για μια βαθμιαία απομείωση του παραγωγικού δυναμικού, οι συνέπειες της οποίας διαχέονται σε ολόκληρο τον οικονομικό και κοινωνικό ιστό.
Ο οικονομολόγος Τζον Σπρίνγκφορντ επιχείρησε να αποδώσει σε δημοσιονομικούς όρους το μέγεθος αυτής της απώλειας. Εφόσον ευσταθεί η εκτίμηση του OBR για το 4%, περίπου σαράντα από τα εκατό δισεκατομμύρια λιρών των φορολογικών αυξήσεων που επιβλήθηκαν μεταξύ 2019 και 2024 θα μπορούσαν να αποδοθούν στις οικονομικές συνέπειες της αποχώρησης.
Η διαπίστωση αυτή αποδεικνύει το δημοσιονομικό τίμημα της οικονομικής συρρίκνωσης που προκάλεσε το Brexit, καθώς η φθίνουσα δυναμική της παραγωγικής βάσης περιόρισε τα δημόσια έσοδα και κατέστησε αναγκαία την επιβολή πρόσθετων φορολογικών επιβαρύνσεων.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ευρωπαϊκή επαναπροσέγγιση συνιστά την πλέον παραγνωρισμένη δυνατότητα αντιμετώπισης του δημοσιονομικού προβλήματος. Οι εμπορικοί φραγμοί που παρεμβλήθηκαν μετά το Brexit έπληξαν δυσανάλογα τη διακίνηση αγαθών, αφήνοντας συγκριτικά λιγότερο εκτεθειμένο τον τομέα των υπηρεσιών.
Έπληξαν, δηλαδή, πρωτίστως εκείνο το παραγωγικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο ο Μπέρναμ φιλοδοξεί να στηρίξει τη βιομηχανική ανασυγκρότηση των αποδυναμωμένων περιφερειών. Η επιδίωξη μιας νέας βιομηχανικής άνθησης, υπό συνθήκες εμπορικών περιορισμών από τη μεγαλύτερη γειτονική αγορά, εμπεριέχει μια πρόδηλη στρατηγική ανακολουθία.
Υπάρχει, επιπλέον, και η διάσταση της διαγενεακής δικαιοσύνης που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Οι σημερινοί νέοι κάτω των είκοσι πέντε ετών, οι οποίοι δεν είχαν καν δικαίωμα ψήφου στο δημοψήφισμα του 2016, καλούνται να επωμιστούν τις μακροχρόνιες συνέπειες μιας απόφασης στη διαμόρφωση της οποίας δεν είχαν καμία συμμετοχή.
Κληρονόμησαν μια χώρα με περισσότερα εμπόδια πρόσβασης στην ευρωπαϊκή αγορά, περιορισμένες δυνατότητες μετακίνησης και ασθενέστερες αναπτυξιακές προοπτικές. Η πολιτική επιλογή μιας προηγούμενης γενιάς έχει μετατραπεί, κατ' αυτόν τον τρόπο, σε οικονομικό περιορισμό για την επόμενη.
Η επανεξέταση του Brexit δεν χρειάζεται να εδράζεται σε κάποια εξιδανικευμένη αντίληψη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ούτε στην επιθυμία αναίρεσης μιας ιστορικής ήττας. Μπορεί να υπαγορεύεται από μια πολύ πιο πεζή, αλλά και περισσότερο αδιάσειστη αναγκαιότητα: την αποκατάσταση των προϋποθέσεων οικονομικής μεγέθυνσης, χωρίς τις οποίες κάθε φιλόδοξη κοινωνική μεταρρύθμιση κινδυνεύει να παραμείνει δημοσιονομικά ανεφάρμοστη.
Μια χώρα επιβαρυμένη με δημόσιο χρέος τριών τρισεκατομμυρίων λιρών δεν διαθέτει την πολυτέλεια να συντηρεί την οικονομική της υστέρηση ως τεκμήριο ιδεολογικής συνέπειας. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να επικαλείται εσαεί την αμετακίνητη προσήλωση σε μια πολιτική επιλογή του παρελθόντος, προκειμένου να νομιμοποιεί τη διαιώνιση της δημοσιονομικής της δυσπραγίας. Διότι η προσήλωση στην εθνική κυριαρχία, όταν αποβαίνει εις βάρος της οικονομικής ισχύος που την καθιστά ουσιαστική, καταλήγει σε μια οξύμωρη εκδοχή ανεξαρτησίας: στην ελευθερία μιας χώρας να αποφασίζει μόνη της για τον ολοένα στενότερο ορίζοντα των δυνατοτήτων της.
Η δεύτερη τριήρης
Στην Αθήνα του πέμπτου προχριστιανικού αιώνα, μια απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου έμελλε να αποκαλύψει, με τρόπο υποδειγματικό, την απόσταση που χωρίζει την αμετακίνητη προσήλωση στις εσφαλμένες επιλογές από τη σωφροσύνη της αναθεώρησής τους. Το καλοκαίρι του 427 π.Χ., οι Αθηναίοι, εξοργισμένοι από την αποστασία της Μυτιλήνης, ψηφίζουν τη θανάτωση όλων των ενήλικων ανδρών της πόλης και τον εξανδραποδισμό των γυναικών και των παιδιών.
Μια τριήρης αποπλέει μεταφέροντας το ολέθριο ψήφισμα. Την επομένη, όμως, όπως αφηγείται ο Θουκυδίδης, η οργή υποχωρεί και τη διαδέχεται η μεταμέλεια. Η απόφαση φαντάζει πλέον απάνθρωπη και δυσανάλογη: μια ολόκληρη πόλη πρόκειται να αφανιστεί για το αδίκημα των πρωταιτίων της εξέγερσης.
Συγκαλείται νέα συνέλευση, όπου αντιπαρατίθενται δύο διαμετρικά αντίθετες αντιλήψεις περί πολιτικής ευθύνης. Ο Κλέων υπεραμύνεται της αρχικής απόφασης, με ένα επιχείρημα που αντηχεί ως τις μέρες μας: τίποτε, υποστηρίζει, δεν είναι πιο επικίνδυνο για την πολιτεία από τη διαρκή ανατροπή των αποφάσεών της.
Ακόμη και οι ατελέστεροι νόμοι, εφόσον εφαρμόζονται απαρεγκλίτως, είναι προτιμότεροι από τους επιεικέστερους που παραμένουν έρμαια της ευμετάβλητης βούλησης της πολιτείας. Απέναντί του ο Διόδοτος αντιτάσσει μια διαφορετική άποψη περί πολιτικής φρόνησης, υπενθυμίζοντας ότι δύο πράγματα αντιστρατεύονται κατεξοχήν την ευβουλία: η βιασύνη και η οργή.
Η ψηφοφορία κρίνεται με οριακή πλειοψηφία υπέρ του Διοδότου. Μια δεύτερη τριήρης αποπλέει εσπευσμένα, σχεδόν ένα μερόνυχτο πίσω από την πρώτη. Οι πρέσβεις της Μυτιλήνης την εφοδιάζουν με κρασί και κριθάλευρο, τάζοντας στο πλήρωμα μεγάλες αμοιβές, εφόσον προλάβει. Οι κωπηλάτες τρέφονται με κριθάλευρο ζυμωμένο με κρασί και λάδι, χωρίς να εγκαταλείπουν τα κουπιά, και αναπαύονται εκ περιτροπής, ώστε το σκάφος να συνεχίζει αδιάκοπα την πορεία του.
Η πρώτη τριήρης, επιφορτισμένη με μια αποτρόπαιη εντολή, ταξιδεύει χωρίς ανάλογη σπουδή. Η δεύτερη καταπλέει στη Μυτιλήνη τη στιγμή που ο Πάχης έχει μόλις αναγνώσει το αρχικό ψήφισμα. Η γενικευμένη σφαγή αποτρέπεται την ύστατη στιγμή. Εμείς γνωρίζουμε την έκβαση· εκείνοι που πάλευαν με τα κουπιά δεν μπορούσαν να την προεξοφλήσουν. Γι' αυτό και εξακολουθούσαν να κωπηλατούν.
Κάθε ιστορική αναλογία, ωστόσο, έχει τα όριά της. Το Brexit δεν υπήρξε επιλογή αιματοχυσίας, ούτε οι πολίτες που το υπερψήφισαν μπορούν να εξομοιωθούν με τον Κλέωνα. Πολλοί οδηγήθηκαν στην κάλπη από πραγματικές κοινωνικές αδικίες, από παρατεταμένες οικονομικές δυσκολίες και από το αίσθημα εγκατάλειψης που αλλεπάλληλες κυβερνήσεις είχαν αποδειχθεί ανίκανες να θεραπεύσουν. Η αναλογία αφορά τη συγγένεια των επιχειρημάτων που επιστρατεύονται για να θωρακίσουν μια λάθος απόφαση απέναντι σε κάθε μεταγενέστερη αμφισβήτηση.
Η επίκληση «ο λαός μίλησε» αποτελεί, υπό αυτή την έννοια, τη σύγχρονη πολιτική μετενσάρκωση της συλλογιστικής του Κλέωνα. Οι νομικοί γνωρίζουν, άλλωστε, ότι μια λαϊκή ετυμηγορία δεν παράγει δεδικασμένο. Ακόμη και το τελευταία επιδέχεται υπό αυστηρές προϋποθέσεις αναψηλάφηση, εφόσον ανακύψουν νέα στοιχεία αποφασιστικής σημασίας. Πόσο μάλλον μια πολιτική επιλογή, της οποίας οι συνέπειες εκτυλίσσονται μέσα σε μια πραγματικότητα που μεταβάλλεται αδιαλείπτως.
Μια δεκαετία οικονομικών δεδομένων, κοινωνικών μετατοπίσεων και συσσωρευμένης εμπειρίας προσφέρει πλέον διαφορετικό πραγματολογικό υπόβαθρο για την αποτίμηση του Brexit.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση της YouGov τον Ιούνιο, μόλις το 29% των ερωτηθέντων εξακολουθούσε να θεωρεί ορθή την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έναντι 58% που την αποτιμούσε ως εσφαλμένη, ενώ το 55% τασσόταν υπέρ της επανένταξης. Οι αριθμοί αυτοί δεν ανατρέπουν, ασφαλώς, τη λαϊκή ετυμηγορία· καταδεικνύουν, ωστόσο, πόσο επισφαλές είναι να αντιμετωπίζεται η δημοκρατική βούληση ως απολιθωμένο κατάλοιπο μιας συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής.
Η παρακαταθήκη του Διοδότου, εντούτοις, περιέχει μια εξίσου σημαντική προειδοποίηση προς τον ίδιο τον Μπέρναμ. Εφόσον η βιασύνη αντιστρατεύεται την ευβουλία, μια πρόωρη εκλογική αναμέτρηση, σχεδιασμένη αποκλειστικά για τον αιφνιδιασμό των αντιπάλων, θα έφερε περισσότερο τη σφραγίδα του Κλέωνα παρά της διοδότειας φρόνησης.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός έχει δεσμευθεί ότι ο λαός θα παραμείνει ο τελικός κυρίαρχος σε κάθε στάδιο της ευρωπαϊκής επαναπροσέγγισης. Εφόσον η διακήρυξη αυτή δεν αποτελεί ρητορικό προκάλυμμα, προϋποθέτει σαφήνεια προθέσεων και την απερίφραστη διατύπωση των επιδιωκόμενων στόχων.
Ο αιφνιδιασμός ως προς τον χρόνο των εκλογών μπορεί να αποτελεί θεμιτό στοιχείο της κοινοβουλευτικής στρατηγικής, υπό την προϋπόθεση ότι δεν συγκαλύπτει το πραγματικό διακύβευμα της αναμέτρησης. Εάν οι κάλπες στηθούν τον Δεκέμβριο, η ευρωπαϊκή προοπτική οφείλει να τεθεί ενώπιον των εκλογέων με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, χωρίς υπαινικτικές διατυπώσεις, εύσχημες υπεκφυγές ή προγραμματικές αμφισημίες. Μια απόφαση που ελήφθη με δημοψήφισμα δεν προσφέρεται για αναίρεση διά της πλαγίας οδού ενός εκλογικού τεχνάσματος. Η δημοκρατική νομιμοποίηση της αναθεώρησης προϋποθέτει την ίδια ευθύτητα με εκείνη που απαιτήθηκε για τη λήψη της αρχικής απόφασης.
Η ιστορική εμπειρία της Μυτιλήνης απέχει πολύ από κάθε εξιδανικευτική ανάγνωση. Η δεύτερη ψηφοφορία απέτρεψε τον γενικευμένο αφανισμό, χωρίς να αποκαταστήσει την πόλη στην προτέρα της κατάσταση. Με εισήγηση του Κλέωνα, περισσότεροι από χίλιοι Μυτιληναίοι εκτελέστηκαν, τα τείχη κατεδαφίστηκαν και ο στόλος παραδόθηκε. Η μεταμέλεια περιόρισε την έκταση της καταστροφής, αφήνοντας ανεξίτηλες τις συνέπειες της αρχικής απόφασης.
Η διδαχή του θουκυδίδειου επεισοδίου βρίσκεται στη δυνατότητα μιας πολιτείας να αναθεωρεί τις εσφαλμένες αποφάσεις της. Η δημοκρατία δεν θεμελιώνει την ισχύ της στο αλάθητο των αποφάσεών της, αλλά στην ικανότητά της να μην καθίσταται αιχμάλωτή τους.
Οι υστερόποτμοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ο Πλούταρχος εκφράζει την απορία του για ένα παράδοξο έθιμο της αρχαίας Ρώμης: όσοι είχαν θεωρηθεί εσφαλμένα νεκροί στην ξενιτιά, όταν επέστρεφαν, δεν γίνονταν δεκτοί από την κύρια είσοδο της οικίας τους, αλλά οδηγούνταν στη στέγη, απ’ όπου τους κατέβαζαν στο εσωτερικό.
Ο Βάρρων αφηγείται την περιπέτεια ενός ανθρώπου που επέζησε από ναυμαχία του Σικελικού Πολέμου και, επιστρέφοντας στην οικία του, βρήκε τις θύρες ερμητικά κλειστές. Αποκοιμήθηκε στο κατώφλι και, σύμφωνα με την παράδοση, ένα όνειρο τον παρότρυνε να εισέλθει από ψηλά. Στον ελληνικό κόσμο, πάλι, όσοι είχαν ενταφιαστεί εν απουσία τους θεωρούνταν τελετουργικώς ακάθαρτοι.
Ο Αριστίνος προσέφυγε στο μαντείο των Δελφών και έλαβε χρησμό ότι έπρεπε να υποβληθεί στις τελετουργίες που συνοδεύουν τη γέννηση. Γυναίκες τον παρέλαβαν σαν νεογέννητο, τον έλουσαν, τον σπαργάνωσαν και τον θήλασαν, τελώντας συμβολικά την επανένταξή του στον κόσμο των ζωντανών. Αυτούς τους ανθρώπους τούς αποκαλούσαν υστερόποτμους.
Η εικόνα του κατωφλιού επιβιώνει ακόμη και στη ρωμαϊκή νομική ορολογία, στη λέξη postliminium: τον θεσμό που επέτρεπε στον αιχμάλωτο, όταν επέστρεφε στην πατρίδα του, να ανακτά τα δικαιώματά του σαν να μην είχε μεσολαβήσει ποτέ η αιχμαλωσία. Σχεδόν όλα τα δικαιώματα.
γάμος του, ωστόσο, δεν αναβίωνε αυτοδικαίως. «Captivi uxor tametsi maxime velit et in domo eius sit, non tamen in matrimonio est», παρατηρεί ο νομικός Τρυφωνίνος. Η σύζυγος του αιχμαλώτου, όσο ένθερμα κι αν το επιθυμεί και ακόμη κι αν εξακολουθεί να κατοικεί στην οικία του, δεν τελεί πλέον σε γάμο μαζί του. Οι δεσμοί που εδράζονταν στη συναίνεση δεν μπορούσαν να αποκατασταθούν παρά μόνο με την ανανέωσή της.
Το άρθρο 50 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που το συνέταξε ένας Βρετανός διπλωμάτης, ο Lord Kerr, ορίζει στην πέμπτη παράγραφό του ότι ένα κράτος που έχει αποχωρήσει και επιθυμεί να επανενταχθεί οφείλει να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 49, όπως κάθε άλλο υποψήφιο προς ένταξη κράτος, εξασφαλίζοντας την ομόφωνη συγκατάθεση των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι ειδικές εξαιρέσεις και οι παρεκκλίσεις που απολάμβανε κατά την προηγούμενη συμμετοχή του δεν ανακτώνται αυτομάτως. Η επιστροφή, επομένως, συνεπάγεται την έναρξη μιας νέας διαδικασία ένταξης, με διαφορετικούς όρους και χωρίς εγγυημένη αποκατάσταση των παλαιών προνομίων.
Στον Μπέρναμ προσάπτουν πολιτική αμφιθυμία: άλλοτε εξέφρασε την ευχή να δει τη χώρα του ξανά στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο ο ίδιος βρίσκεται εν ζωή, άλλοτε διερωτήθηκε αν η Βρετανία χρειάζεται μια ακόμη εξαντλητική αντιπαράθεση για το Brexit, προτού τελικώς θέσει στο τραπέζι το σύνολο των διαθέσιμων επιλογών.
Δεν διακρίνω, ωστόσο, αντίφαση. Διακρίνω έναν πολιτικό που αντιλαμβάνεται ότι η ευρωπαϊκή υπόθεση δεν μπορεί να κερδηθεί με τους όρους του 2015, αλλά πρέπει να θεμελιωθεί στα δεδομένα, τις ανάγκες και τους συσχετισμούς του παρόντος. Στις 20 Νοεμβρίου, στις Βρυξέλλες, θα φανεί αν οι πρώτοι κρίκοι της επαναπροσέγγισης, από το εμπόριο τροφίμων έως την ελεύθερη μετακίνηση, μπορούν να αποτελέσουν ένα στέρεο έρεισμα για τα επόμενα βήματα.
Η δεύτερη τριήρης πρόλαβε ό,τι μπορούσε ακόμη να διασωθεί. Η Βρετανία, όμως, δεν θα ξαναβρεί την Ευρώπη που εγκατέλειψε. Μπορεί να επιστρέψει, όχι από την ίδια θύρα που κάποτε διέβη, αλλά από τη στέγη, όπως οι υστερόποτμοι: χωρίς αξίωση ανακτήσεως των παλαιών προνομίων, με νέους όρους και μια καινούργια συναίνεση. Είναι ο μόνος έντιμος τρόπος να επιστρέψεις στο σπίτι σου χωρίς να εξαπατάς τον εαυτό σου...