Οι εικόνες από τη Γαλλία και τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες στέλνουν ένα μήνυμα που καμία κυβέρνηση δεν δικαιούται να αγνοήσει: χωρίς οικονομική ασφάλεια, η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική αποσταθεροποίηση.
Η ακρίβεια, το κόστος της ενέργειας, τα απλησίαστα ενοίκια και η πίεση στα νοικοκυριά δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για όσους υπόσχονται εύκολες λύσεις σε δύσκολα προβλήματα.
Από τη Γαλλία έως τη Γερμανία και την Αυστρία, οι λαϊκιστικές δυνάμεις ενισχύονται, εκμεταλλευόμενες την ανασφάλεια των πολιτών και τη φθορά των παραδοσιακών κομμάτων. Η Λεπέν προελαύνει προς το προεδρικό μέγαρο. Το AfD διευρύνει την επιρροή του στη Γερμανία, ενώ το FPÖ έχει ήδη αναδειχθεί πρώτη δύναμη στις αυστριακές εκλογές. Στη Σκανδιναβία, η αυστηρή μεταναστευτική πολιτική και η ανησυχία για την οικονομία επηρεάζουν καθοριστικά τις πολιτικές ισορροπίες. Στη Γαλλία, η κοινωνική ένταση υπενθυμίζει πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η πολιτική σταθερότητα όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι χάνουν τον έλεγχο της καθημερινότητάς τους.
Οι λαϊκιστές δεν χρειάζεται να έχουν απαντήσεις. Αρκεί να πείθουν ότι για όλα φταίνε οι άλλοι και πως εκείνοι διαθέτουν το μαγικό ραβδί. Η πραγματικότητα, όμως, δεν υπακούει σε προεκλογικές υποσχέσεις.
Η Ελλάδα γνώρισε αυτή την απάτη από πρώτο χέρι. Την περασμένη δεκαετία, αριστεροί και δεξιοί λαϊκιστές πιάστηκαν χέρι χέρι, εμφανίστηκαν ως σωτήρες και οδήγησαν τη χώρα σε μια περιπέτεια που κόστισε ακριβά. Το 2019 ο Κυριάκος Μητσοτάκης τούς νίκησε. Το 2023 τους συνέτριψε εκλογικά. Ο Αλέξης Τσίπρας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, όχι όμως και τις πολιτικές φιλοδοξίες του. Σήμερα επιστρέφει διεκδικώντας μια δεύτερη ευκαιρία, σαν να μην υπήρξαν ποτέ η διακυβέρνησή του, οι αυταπάτες και ο λογαριασμός που πλήρωσε η χώρα. Η μνήμη, ωστόσο, δεν διαγράφεται με μια νέα πολιτική εμφάνιση ούτε η αποτυχία βαφτίζεται προσόν επειδή άλλαξε ο αφηγητής της.
Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη του ΠΑΣΟΚ. Ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε μπροστά του μια ευκαιρία να διεκδικήσει τον χώρο της υπεύθυνης αντιπολίτευσης. Αντί γι’ αυτό, επέλεξε συχνά την καταγγελία και την πολιτική όξυνση, συμβάλλοντας στην ανακύκλωση ενός κλίματος που ευνοεί τον Τσίπρα. Ο Μητσοτάκης είχε απομακρύνει από την εξουσία τον βασικό εκφραστή του λαϊκισμού. Το ΠΑΣΟΚ, αντί να αξιοποιήσει αυτή την εξέλιξη, του έστρωσε κόκκινο χαλί για την πολιτική του επιστροφή.
Η Ελλάδα έχει, πάντως, ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Διαθέτει έναν πολιτικό που έχει αποδείξει στην κάλπη ότι μπορεί να αναμετρηθεί με τον λαϊκισμό και να τον νικήσει. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπήρξε ο πολιτικός κρυπτονίτης του. Και αν οι παλιές αυταπάτες επιχειρήσουν να επιστρέψουν με καινούργιο περιτύλιγμα, θα κριθούν ξανά από τους πολίτες.
Γιατί το δίδαγμα από την Ευρώπη δεν είναι ότι οι κοινωνίες πρέπει να σιωπούν. Είναι ότι χρειάζονται λύσεις, σοβαρότητα και σταθερότητα, όχι δημαγωγούς που μετατρέπουν κάθε κρίση σε προσωπική πολιτική ευκαιρία.