Η επίτευξη της συμφωνίας για την Ιερά Μονή Σινά δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική επιτυχία, αλλά μια κολοσσιαία ιστορική τομή που βάζει οριστικό τέλος σε μια αβεβαιότητα 1.500 ετών, θωρακίζοντας νομικά το ελληνορθόδοξο οχυρό της ερήμου.

Όπως ξεκάθαρα διεμήνυσε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, η εξέλιξη αυτή αποτελεί εγγύηση για τη διαχρονική παρουσία του Ελληνισμού εκεί, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, απέδειξε τι σημαίνει αθόρυβη, σοβαρή και αποτελεσματική εθνική στρατηγική, εξασφαλίζοντας μόνιμες άδειες παραμονής για τη Σιναϊτική Αδελφότητα. Όμως, πίσω από αυτή τη μεγάλη εθνική επιτυχία, ξεσκεπάστηκε το πιο αποκρουστικό, υπόγειο μέτωπο πολιτικής εκμετάλλευσης και εγχώριας μιζέριας που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια. Ένα συνονθύλευμα από «επάλληλους κύκλους» —που ξεκινά από την κατακερματισμένη αριστερά, περνά μέσα από πληρωμένα media-κά πιστόλια και καταλήγει στους επαγγελματίες πατριδοκάπηλους της υπερδεξιάς— είχε στήσει τους προηγούμενους μήνες έναν χορό καταστροφολογίας.

Αυτοί οι «κύκλοι» δεν νοιάστηκαν ποτέ για τη Μονή. Προσεύχονταν ξεδιάντροπα για ένα εθνικό «ναυάγιο» για να πλήξουν την κυβέρνηση. Είδαμε πολιτικούς της αντιπολίτευσης, που μέχρι χθες αγνοούσαν επιδεικτικά την Ορθοδοξία, να μετατρέπονται ξαφνικά σε όψιμους «ιεραποστόλους».

Την ίδια ώρα, τα υπερδεξιά κομματικά μαγαζιά και οι γνωστοί έμποροι της πίστης έσπερναν καθημερινά fake news περί «ξεπουλήματος», με την αβάντα συγκεκριμένων αντιπολιτευόμενων και ψευδο-συντηρητικών ΜΜΕ που αναπαρήγαγαν τη λάσπη με το κιλό. Το αποκορύφωμα, όμως, αυτού του πολιτικού σουρεαλισμού ήρθε για να σφραγίσει το μέγεθος της γραφικότητας και της εμπάθειάς τους. Την ώρα που ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Συμεών ανακοίνωνε πανηγυρικά τη συμφωνία έχοντας την ομόφωνη στήριξη όλων των Ορθόδοξων Εκκλησιών (από το Οικουμενικό Πατριαρχείο μέχρι την Εκκλησία της Ελλάδος και της Κύπρου), το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», αποφάσισε να παρέμβει με τον πιο προκλητικό τρόπο.

Με ένα μνημείο παραλογισμού, η κυρία Καρυστιανού απέστειλε εξώδικο στον αρχιεπίσκοπο, τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών, ζητώντας δήθεν «διαφάνεια» και «τήρηση των κανονισμών». Μια κίνηση καθαρά επικοινωνιακή, που εργαλειοποιεί με τον πιο φτηνό τρόπο ένα εθνικό και θρησκευτικό ζήτημα, αποδεικνύοντας ότι η τυφλή αντιπολιτευτική μανία ορισμένων δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο. Αντί να ζητήσουν συγγνώμη για τα ψέματα που διακινούσαν, επιστρατεύουν νομικά τεχνάσματα της δεκάρας για να συντηρήσουν τοξικό κλίμα.

Η απάντηση της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη δόθηκε εκεί που πονάει τους υπονομευτές: με απτά έργα, μεθοδικότητα και εθνική υπερηφάνεια. Το Όρος Σινά παραμένει απρόσβλητο και ελληνορθόδοξο. Ας συνεχίσουν οι εγχώριοι μοιρολάτρες, τα υπερδεξιά δεκανίκια και οι εξωδικαστικοί «προστάτες» να απεργάζονται σενάρια καταστροφής. Η Ελλάδα προχωρά μπροστά, αφήνοντας τους επαγγελματίες της υπονόμευσης να πνίγονται στην ίδια τους την αμηχανία και το δηλητήριο.