Σε ηλικία 89 ετών πέθανε στην Ουάσιγκτον ο Τζέι Ροκφέλερ, πρώην γερουσιαστής των Δημοκρατικών και γόνος της ιστορικής αμερικανικής δυναστείας.

Ο Τζον Ντέιβισον «Τζέι» Ροκφέλερ IV, ο οποίος εκπροσώπησε επί τρεις δεκαετίες τη Δυτική Βιρτζίνια στη Γερουσία των ΗΠΑ, πέθανε στο σπίτι του στην Ουάσιγκτον, όπως έγινε γνωστό την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου.

Την είδηση μετέδωσε αρχικά η Washington Post, επικαλούμενη την οικογένειά του, η οποία δεν γνωστοποίησε τα αίτια του θανάτου του.

Μέλος μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Ροκφέλερ ακολούθησε μια πολιτική πορεία που χαρακτηρίστηκε από την προσήλωσή του στην κοινωνική πολιτική, τη διεύρυνση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη και την προστασία των οικονομικά ασθενέστερων.

Από την οικογένεια Ροκφέλερ στην πολιτική της Δυτικής Βιρτζίνια

Ο Τζέι Ροκφέλερ γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1937 στη Νέα Υόρκη και ήταν δισέγγονος του Τζον Ντ. Ροκφέλερ, ιδρυτή της πετρελαϊκής αυτοκρατορίας Standard Oil και ενός από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες της αμερικανικής ιστορίας.

Στην οικογένειά του ανήκε επίσης ο θείος του, Νέλσον Ροκφέλερ, ο οποίος διετέλεσε κυβερνήτης της Νέας Υόρκης και αργότερα αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Παρά την οικογενειακή παράδοση στήριξης των Ρεπουμπλικανών, ο Τζέι Ροκφέλερ επέλεξε το Δημοκρατικό Κόμμα, διαμορφώνοντας πολιτικές θέσεις που έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στις κοινωνικές ανισότητες και στις ανάγκες των εργαζομένων.

Καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του υπήρξε η μετακίνησή του στη Δυτική Βιρτζίνια το 1964, όταν συμμετείχε σε πρόγραμμα καταπολέμησης της φτώχειας. Η εμπειρία του στις οικονομικά υποβαθμισμένες περιοχές της πολιτείας τον οδήγησε να συνδέσει την πολιτική του σταδιοδρομία με τις τοπικές κοινωνίες.

Εξελέγη κυβερνήτης της Δυτικής Βιρτζίνια το 1976 και υπηρέτησε δύο διαδοχικές θητείες, από το 1977 έως το 1985. Στη συνέχεια εξελέγη στην αμερικανική Γερουσία, όπου παρέμεινε για πέντε εξαετείς θητείες, από το 1985 έως το 2015.

Η κοινωνική πολιτική και η αντιπαράθεση για το Ιράκ

Χαμηλών τόνων πολιτικός, με προοδευτικές θέσεις σε ζητήματα κοινωνικής προστασίας, ο Ροκφέλερ υπήρξε σταθερός υποστηρικτής της διεύρυνσης της υγειονομικής περίθαλψης για τους οικονομικά ευάλωτους Αμερικανούς.

Συνέβαλε στη δημιουργία του ομοσπονδιακού προγράμματος ασφάλισης υγείας παιδιών (CHIP) το 1997, ενώ υποστήριξε μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση του συστήματος περίθαλψης και την προστασία των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε επίσης για τους ανθρακωρύχους της Δυτικής Βιρτζίνια, τις συνθήκες εργασίας τους και την υγειονομική κάλυψη των ίδιων και των οικογενειών τους.

Στη Γερουσία διετέλεσε πρόεδρος σημαντικών επιτροπών, μεταξύ των οποίων η Επιτροπή Εμπορίου, Επιστημών και Μεταφορών, η Επιτροπή Υποθέσεων Βετεράνων και η Επιτροπή Πληροφοριών.

Η τελευταία συνδέθηκε με μία από τις σημαντικότερες πολιτικές παρεμβάσεις του, καθώς ο Ροκφέλερ άσκησε έντονη κριτική στην κυβέρνηση του Τζορτζ Ου. Μπους για τους χειρισμούς της στον πόλεμο του Ιράκ.

Παρότι το 2002 είχε υπερψηφίσει την εξουσιοδότηση χρήσης στρατιωτικής βίας εναντίον του Ιράκ, στη συνέχεια εξέφρασε τη μεταμέλειά του για την απόφαση εκείνη και αμφισβήτησε τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση παρουσίασε τις πληροφορίες για τα υποτιθέμενα όπλα μαζικής καταστροφής.

Ως επικεφαλής της Επιτροπής Πληροφοριών συμμετείχε σε κοινοβουλευτική έρευνα, τα πορίσματα της οποίας το 2008 κατέκριναν την παρουσίαση των υπηρεσιακών πληροφοριών από την κυβέρνηση Μπους πριν από την εισβολή του 2003.

Η αποχώρηση από τη Γερουσία και η οικογένειά του

Τον Ιανουάριο του 2013, σε ηλικία 75 ετών, ο Ροκφέλερ ανακοίνωσε ότι δεν θα διεκδικούσε έκτη θητεία, ολοκληρώνοντας μια μακρά διαδρομή στην αμερικανική πολιτική.

«Η υπεράσπιση όσων έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη ήταν το κάλεσμα της ζωής μου και δεν θα σταματήσω ποτέ να μάχομαι για να κάνω τη διαφορά για τους ανθρώπους που σημαίνουν τόσο πολλά για μένα», είχε δηλώσει τότε, συνοψίζοντας τη φιλοσοφία της δημόσιας παρουσίας του.

Αποχώρησε από τη Γερουσία το 2015, έχοντας υπηρετήσει συνολικά σχεδόν πέντε δεκαετίες σε πολιτικά αξιώματα, τόσο σε πολιτειακό όσο και σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Ήταν παντρεμένος με τη Σάρον Πέρσι Ροκφέλερ, στέλεχος της αμερικανικής δημόσιας τηλεόρασης, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Αφήνει επίσης πίσω του εννέα εγγόνια.

Η πολιτική του διαδρομή συνδέθηκε με τη μετάβαση ενός μέλους της αμερικανικής οικονομικής ελίτ στη δημόσια υπηρεσία, με επίκεντρο μια πολιτεία που αντιμετώπιζε επί δεκαετίες σοβαρά προβλήματα φτώχειας, βιομηχανικής παρακμής και περιορισμένης πρόσβασης σε βασικές κοινωνικές υπηρεσίες.