Τα πρόσφατα στοιχεία που δημοσίευσε η Eurostat για τον Σεπτέμβριο του 2026 αποδομούν πλήρως το αφήγημα του εγχώριου λαϊκισμού.
Σε περιόδους παγκόσμιων οικονομικών αναταράξεων, ο δημόσιος διάλογος διολισθαίνει σε εύκολα συμπεράσματα και επικοινωνιακά τεχνάσματα. Το τελευταίο διάστημα, γινόμαστε μάρτυρες μιας συντονισμένης προσπάθειας από την πλευρά της αντιπολίτευσης να παρουσιαστεί η Ελλάδα ως η «αρνητική πρωταθλήτρια» της Ευρώπης στις αυξήσεις των καυσίμων. Η ρητορική αυτή, αν και ελκυστική για την καλλιέργεια κοινωνικής δυσαρέσκειας, προσκρούει με πάταγο πάνω στον τοίχο της πραγματικότητας και των επίσημων αριθμών.
Τα πρόσφατα στοιχεία που δημοσίευσε η Eurostat για τον Σεπτέμβριο του 2026 δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Αποδομούν πλήρως το αφήγημα του εγχώριου λαϊκισμού, αποδεικνύοντας ότι η άνοδος των τιμών αποτελεί μια βαθιά πανευρωπαϊκή κρίση, στην οποία η Ελλάδα αμύνεται αποτελεσματικότερα από την πλειονότητα των εταίρων της.
Η Ελλάδα κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Ο ισχυρισμός ότι η Ελλάδα ηγείται των αυξήσεων καταρρίπτεται άμεσα από τη σύγκριση των ετήσιων ρυθμών μεταβολής. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η μέση ετήσια αύξηση στις τιμές των καυσίμων και λιπαντικών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση άγγιξε το 31,4% τον Σεπτέμβριο του 2026.
Πού βρίσκεται η Ελλάδα σε αυτόν τον χάρτη; Η ετήσια αύξηση στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 23,2%. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι ο ρυθμός επιτάχυνσης των τιμών στην ελληνική αγορά βρίσκεται περίπου 8 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Ελλάδα όχι μόνο δεν κατέχει τα «πρωτεία», αλλά καταγράφει σαφώς χαμηλότερες πληθωριστικές πιέσεις στα καύσιμα σε σχέση με τη συνολική εικόνα της Ευρωζώνης και της ΕΕ.
Η κατάρρευση του «μύθου της Ισπανίας»
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης χρησιμοποίησαν κατά κόρον το παράδειγμα της Ιβηρικής Χερσονήσου, παρουσιάζοντας την Ισπανία ως το απόλυτο πρότυπο διαχείρισης της ενεργειακής κρίσης και των τιμών των καυσίμων. Η ρητορική αυτή παρουσίαζε τα μέτρα της σοσιαλιστικής κυβέρνησης Σάντσεθ ως «μαγική συνταγή» που εξαφάνισε τις πληθωριστικές πιέσεις. Τα επίσημα στοιχεία, ωστόσο, εκθέτουν ανεπανόρθωτα αυτή την επιχειρηματολογία. Τον Σεπτέμβριο του 2026, η ετήσια αύξηση των καυσίμων στην Ισπανία εκτινάχθηκε στο +27,7%, ξεπερνώντας κατά 4,5 ποσοστιαίες μονάδες την ελληνική επίδοση (+23,2%). Η απότομη αυτή άνοδος συμπαρέσυρε και τον γενικό εναρμονισμένο πληθωρισμό της Ισπανίας στο 5%, καταγράφοντας την ταχύτερη τροχιά αύξησης των τελευταίων τριών ετών. Ο «μύθος της Ισπανίας» αποδείχθηκε ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα, καθώς η ισπανική αγορά πιέζεται πλέον σαφώς περισσότερο από την ελληνική.
Μετά την κατάρρευση του ισπανικού παραδείγματος, η ρητορική της αντιπολίτευσης μετατοπίστηκε εσχάτως στην Ιταλία, με ισχυρισμούς ότι εκεί οι τιμές έχουν υποχωρήσει και η κατάσταση έχει ομαλοποιηθεί.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι τελείως διαφορετική:
Ετήσια αύξηση: Η Ιταλία κατέγραψε ετήσια αύξηση στα καύσιμα ύψους +26,7% τον Σεπτέμβριο, ξεπερνώντας επίσης την Ελλάδα. Η κατάσταση στη γειτονική χώρα είναι τόσο δραματική, ώστε οι συνεχιζόμενες αυξήσεις στο κόστος διαβίωσης έχουν πυροδοτήσει έντονες διαμαρτυρίες και απεργιακές κινητοποιήσεις από καταναλωτικές οργανώσεις και συνδικάτα.
Το να προβάλλεται η Ιταλία ως παράδειγμα «μείωσης τιμών» τη στιγμή που η χώρα βρίσκεται σε αναβρασμό λόγω των επιταχυνόμενων ανατιμήσεων, αποτελεί μνημείο πολιτικής διαστρέβλωσης.
Ο λαϊκισμός της αντλίας
Ο λαϊκισμός της αντιπολίτευσης βασίζεται σε μια σκόπιμη σύγχυση: χρησιμοποιεί το διαχρονικά υψηλό επίπεδο της τελικής λιανικής τιμής της βενζίνης στην Ελλάδα –το οποίο οφείλεται κυρίως στον υψηλό Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) που θεσπίστηκε σε παλαιότερες δεκαετίες και μνημονιακά χρόνια– για να ισχυριστεί ψευδώς ότι η χώρα έχει τις μεγαλύτερες αυξήσεις σήμερα. Είναι άλλο πράγμα η ονομαστική τιμή στην αντλία και άλλο ο ρυθμός με τον οποίο αυτή αυξάνεται λόγω της τρέχουσας κρίσης. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη καλείται να διαχειριστεί ένα διεθνές κύμα ακρίβειας, και τα στοιχεία δείχνουν ότι το διαχειρίζεται με τρόπο που περιορίζει την εγχώρια επιβάρυνση σε σύγκριση με το εξωτερικό. Ακόμη και με τις γνωστές γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της Ελλάδας, η εγχώρια αγορά επέδειξε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις πιέσεις του Σεπτεμβρίου.
Συνεπώς, οι αφορισμοί και οι εύκολες καταγγελίες στερούνται σοβαρότητας όταν έρχονται αντιμέτωπες με την επίσημη στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης την οποία επικαλούνται μόνο όταν τους βολεύει. Η αύξηση των καυσίμων είναι ένα υπαρκτό, παγκόσμιο πρόβλημα που πιέζει τους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών. Ωστόσο, η προσπάθεια της αντιπολίτευσης να εργαλειοποιήσει αυτή την κρίση κατασκευάζοντας θεωρίες περί «ελληνικής πρωτιάς» και επικαλούμενη ανακριβή παραδείγματα από το εξωτερικό καταρρέει. Η Ελλάδα δεν είναι η εξαίρεση, είναι μέρος ενός ευρωπαϊκού προβλήματος και, για την ώρα, οι επιδόσεις της αποδεικνύουν ότι συγκρατεί το κύμα των ανατιμήσεων καλύτερα από τους περισσότερους εταίρους της, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που η αντιπολίτευση εμφάνιζε ως πρότυπα.