Η αύξηση των επιτοκίων και η γήρανση του πληθυσμού εντείνουν τις δημοσιονομικές πιέσεις στις ΗΠΑ, με τη Γαλλία να αποτελεί προειδοποιητικό παράδειγμα.

Οι πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις στη Γαλλία αναδεικνύουν ένα πρόβλημα που υπερβαίνει τα ευρωπαϊκά σύνορα: τη δυσκολία χρηματοδότησης εκτεταμένων κοινωνικών παροχών σε μια περίοδο αυξημένου κόστους δανεισμού, επιβράδυνσης της ανάπτυξης και δυσμενών δημογραφικών εξελίξεων.

Η άνοδος των αποδόσεων των γαλλικών κρατικών ομολόγων αποτελεί ένδειξη της αυξανόμενης ανησυχίας των επενδυτών για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας. Οι αγορές παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή τις καθυστερήσεις στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος και τη συνεχιζόμενη διεύρυνση των δημόσιων δαπανών.

Το παράδειγμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες αντιμετωπίζουν ανάλογες πιέσεις, παρά τις ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο οικονομίες.

Η γαλλική κρίση και το τέλος του φθηνού δανεισμού

Για περισσότερο από μία δεκαετία, τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια επέτρεπαν στις κυβερνήσεις να χρηματοδοτούν τις υποχρεώσεις τους με σχετικά περιορισμένο κόστος. Η δυνατότητα αυτή ευνόησε την επέκταση των κρατικών προγραμμάτων και τη διατήρηση κοινωνικών παροχών χωρίς αντίστοιχη αύξηση των φορολογικών εσόδων.

Από το 2019, το δημόσιο χρέος της Γαλλίας έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από ένα τρισεκατομμύριο ευρώ, επιβαρύνοντας σημαντικά τα δημοσιονομικά περιθώρια της χώρας.

Η ευκολία πρόσβασης σε φθηνά κεφάλαια περιόριζε προηγουμένως την πίεση για μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, η επιστροφή των υψηλότερων επιτοκίων έχει καταστήσει ακριβότερη την αναχρηματοδότηση του χρέους, την ώρα που η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τις ανάγκες χρηματοδότησης συντάξεων και υπηρεσιών υγείας.

Σύμφωνα με την οικονομική προσέγγιση που αναδεικνύει η συγκεκριμένη ανάλυση, η συνεχής διεύρυνση του κράτους και η αύξηση των κανονιστικών περιορισμών ενδέχεται επίσης να περιορίζουν τις ιδιωτικές επενδύσεις και την παραγωγικότητα. Πρόκειται για μια ερμηνεία των αιτίων της ευρωπαϊκής στασιμότητας, γύρω από την οποία εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικές οικονομικές προσεγγίσεις.

Το βέβαιο είναι ότι το προηγούμενο περιβάλλον σχεδόν μηδενικού κόστους χρήματος έχει μεταβληθεί, υποχρεώνοντας τις κυβερνήσεις να επανεξετάσουν τη χρηματοδότηση μακροχρόνιων δεσμεύσεων.

Επιτόκια κοντά στο 5% και αυξανόμενα ελλείμματα στις ΗΠΑ

Η αμερικανική οικονομία δεν βρίσκεται εκτός αυτής της μεταβολής. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ κινούνται πλέον κοντά στο 5%, επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνο που καταγράφεται στους τίτλους μεγάλης διάρκειας της Γαλλίας.

Η εξέλιξη αντανακλά διαφορετικούς παράγοντες: τον επίμονο πληθωρισμό, τις αυξανόμενες ανάγκες χρηματοδότησης του αμερικανικού Δημοσίου και τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα κεφάλαια από τις μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις, οι οποίες πραγματοποιούν εκτεταμένες επενδύσεις.

Πάντως, αποδόσεις αυτής της τάξης δεν αποτελούν ιστορική εξαίρεση. Τα μακροπρόθεσμα αμερικανικά επιτόκια έχουν κινηθεί αρκετές φορές γύρω από αυτά τα επίπεδα, ακόμη και σε περιόδους ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης.

Η δυσκολία προκύπτει από το γεγονός ότι οι σημερινές δημοσιονομικές υποχρεώσεις έχουν διαμορφωθεί ύστερα από πολλά χρόνια πολύ φθηνότερου δανεισμού.

Το ομοσπονδιακό έλλειμμα των ΗΠΑ προσεγγίζει το 6% του ΑΕΠ, ενώ οι ετήσιες δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους έχουν ήδη ξεπεράσει τις αμυντικές δαπάνες.

Η συνεχιζόμενη αναχρηματοδότηση παλαιότερων ομολόγων με υψηλότερα επιτόκια αυξάνει σταδιακά το δημοσιονομικό βάρος, περιορίζοντας τους πόρους που μπορούν να κατευθυνθούν σε άλλες κυβερνητικές προτεραιότητες.

Η πολιτική διαχείριση του προβλήματος παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί εμφανίζονται απρόθυμοι να προτείνουν εκτεταμένες περικοπές δημοφιλών παροχών ή γενικευμένες αυξήσεις φόρων.

Η συζήτηση επικεντρώνεται συχνά στη μεγαλύτερη φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων, παρότι η συγκεκριμένη επιλογή, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν επαρκεί από μόνη της για τη χρηματοδότηση όλων των υφιστάμενων και σχεδιαζόμενων υποχρεώσεων.

Η τεχνητή νοημοσύνη ως πιθανή διέξοδος

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ έναντι της Γαλλίας είναι οι υψηλότεροι ιστορικά ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης, οι οποίοι διευκολύνουν την εξυπηρέτηση του χρέους μέσω της αύξησης των εισοδημάτων και των φορολογικών εσόδων.

Σήμερα, ένα μεγάλο μέρος των προσδοκιών για τη μελλοντική ανάπτυξη στηρίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη.

Η τεχνολογική πρόοδος θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας, επιτρέποντας στην οικονομία να παράγει περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες με αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.

Μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε το ΑΕΠ και θα μπορούσε να βελτιώσει τη σχέση δημόσιου χρέους προς οικονομική δραστηριότητα, χωρίς να απαιτούνται αποκλειστικά περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα.

Ωστόσο, η προοπτική αυτή παραμένει αβέβαιη. Οι επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης απαιτούν τεράστια κεφάλαια και αυξημένη κατανάλωση ενέργειας, ενώ εντείνονται οι συζητήσεις για την αυστηρότερη ρύθμιση της τεχνολογίας και τον περιορισμό της κατασκευής νέων κέντρων δεδομένων.

Οι συγκεκριμένοι περιορισμοί μπορεί να δικαιολογούνται από περιβαλλοντικούς, ενεργειακούς ή κοινωνικούς λόγους, αλλά ενδέχεται παράλληλα να επιβραδύνουν την ανάπτυξη του κλάδου.

Επομένως, η προσδοκία μιας τεχνολογικής επανάστασης δεν μπορεί να θεωρείται εγγυημένη λύση για τις μακροχρόνιες δημοσιονομικές ανισορροπίες.

Ο κίνδυνος των κρατικών υποσχέσεων και το δίδαγμα του 2008

Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν αφορά αποκλειστικά τα οικονομικά μεγέθη, αλλά και τις προσδοκίες που έχουν διαμορφώσει οι πολίτες απέναντι στο κράτος.

Οι συνταξιούχοι βασίζουν τον οικονομικό τους προγραμματισμό στις παροχές της Κοινωνικής Ασφάλισης (Social Security), ενώ εκατομμύρια οικογένειες εξαρτώνται από κρατικές επιδοτήσεις και προγράμματα ασφαλιστικής κάλυψης υγείας.

Όταν μια παροχή θεωρείται δεδομένη, οι δικαιούχοι οργανώνουν τις αποταμιεύσεις, τις επαγγελματικές επιλογές και τις μακροπρόθεσμες οικονομικές υποχρεώσεις τους με βάση τη συνέχισή της.

Η αιφνίδια ανατροπή αυτών των προσδοκιών μπορεί να έχει δυσανάλογα μεγάλες συνέπειες.

Ένα χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα αποτελεί η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, όταν αποδείχθηκαν εσφαλμένες δύο διαδεδομένες πεποιθήσεις: ότι οι τιμές των κατοικιών θα συνέχιζαν να αυξάνονται και ότι οι τίτλοι που στηρίζονταν σε στεγαστικά δάνεια, ακόμη και όσοι διέθεταν υψηλές πιστοληπτικές αξιολογήσεις, ήταν ουσιαστικά ασφαλείς.

Η κατάρρευση αυτών των παραδοχών προκάλεσε βαθιά χρηματοπιστωτική αναταραχή.

Κατ' αναλογία, μια απότομη περιστολή των συνταξιοδοτικών ή υγειονομικών παροχών θα μπορούσε να διαταράξει σοβαρά τον οικονομικό προγραμματισμό εκατομμυρίων νοικοκυριών και να προκαλέσει έντονες κοινωνικές αντιδράσεις.

Συντάξεις και Medicare: Δαπάνες 10,1% του ΑΕΠ έως το 2036

Η δημογραφική εξέλιξη επιβαρύνει δύο από τα σημαντικότερα αμερικανικά προγράμματα κοινωνικής προστασίας: τη Social Security, που παρέχει κυρίως συνταξιοδοτικές και άλλες ασφαλιστικές παροχές, και το Medicare, το ομοσπονδιακό πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης για ηλικιωμένους και ορισμένες άλλες κατηγορίες δικαιούχων.

Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO), οι συνολικές ομοσπονδιακές δαπάνες για τα δύο προγράμματα προβλέπεται να αυξηθούν από 8,7% του ΑΕΠ το 2027 σε 10,1% το 2036.

Η αύξηση συνδέεται με τη γήρανση του πληθυσμού, την άνοδο του προσδόκιμου ζωής, τη διεύρυνση του αριθμού των δικαιούχων και το αυξανόμενο κόστος των υπηρεσιών υγείας.

Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί η οικονομική κατάσταση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Σύμφωνα με τις επίσημες προβλέψεις του 2026, το ειδικό αποθεματικό για τις συντάξεις γήρατος και επιζώντων αναμένεται να εξαντληθεί το 2032, εφόσον δεν υπάρξουν νομοθετικές παρεμβάσεις.

Αυτό δεν συνεπάγεται πλήρη διακοπή της καταβολής συντάξεων, καθώς θα εξακολουθήσουν να εισπράττονται ασφαλιστικές εισφορές. Ωστόσο, τα διαθέσιμα έσοδα θα επαρκούν τότε για την κάλυψη περίπου του 78% των προβλεπόμενων παροχών.

Αν εξεταστούν συνδυαστικά τα αποθεματικά συντάξεων και ασφάλισης αναπηρίας, ο αντίστοιχος ορίζοντας εξάντλησης μετατίθεται στο 2034.

Οι προβλέψεις αυτές ενισχύουν τη συζήτηση για την ανάγκη έγκαιρης μεταρρύθμισης, πριν οι πιέσεις καταστήσουν αναπόφευκτες περισσότερο απότομες προσαρμογές.

Οι προτάσεις για περικοπές παροχών και αυξήσεις φόρων

Η οικονομική ανάλυση υποστηρίζει ότι οι αμερικανικές πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να περιορίσουν τις υποσχέσεις για περαιτέρω επέκταση του κράτους πρόνοιας, εφόσον δεν προσδιορίζουν ταυτόχρονα επαρκείς πηγές χρηματοδότησης.

Ιδιαίτερα επιφυλακτική εμφανίζεται απέναντι στην καθιέρωση καθολικής υγειονομικής περίθαλψης μέσω ενιαίου δημόσιου συστήματος, θεωρώντας ότι μια τέτοια επιλογή θα απαιτούσε μεγαλύτερη φορολογική συμμετοχή και της μεσαίας τάξης.

Θα συνεπαγόταν επίσης μεταφορά σημαντικών αποφάσεων για τη χρηματοδότηση και την κατανομή των υπηρεσιών υγείας από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες στον δημόσιο τομέα.

Ανάλογες ενστάσεις διατυπώνονται για την επέκταση της καθολικής παιδικής φροντίδας, των φορολογικών πιστώσεων για οικογένειες που διαθέτουν υψηλότερα εισοδήματα και άλλων μη στοχευμένων παροχών.

Η προτεινόμενη κατεύθυνση προβλέπει μεγαλύτερη προστασία των χαμηλόμισθων και οικονομικά ευάλωτων πολιτών, με περιορισμό των πρόσθετων ενισχύσεων προς τα μεσαία και υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Πρόκειται, πάντως, για συγκεκριμένη δημοσιονομική επιλογή και όχι για τη μοναδική δυνατή πολιτική απάντηση. Η κατανομή του κόστους ανάμεσα σε φορολογουμένους και δικαιούχους, όπως και η έκταση των δημόσιων υπηρεσιών, αποτελούν αντικείμενα οικονομικής και πολιτικής αντιπαράθεσης.

Στον τομέα των συντάξεων προτείνεται η τροποποίηση του τρόπου υπολογισμού των αρχικών παροχών, ώστε οι αυξήσεις τους για μελλοντικούς συνταξιούχους να συνδέονται με τον πληθωρισμό αντί με την εξέλιξη των μισθών.

Η αλλαγή αυτή θα περιόριζε τη μακροχρόνια αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών, καθώς οι μισθοί συνήθως ενισχύονται ταχύτερα από τις τιμές σε περιόδους αύξησης της παραγωγικότητας.

Συμπληρωματικά προτείνονται μεγαλύτερες μειώσεις παροχών για δικαιούχους υψηλών εισοδημάτων, σταδιακή αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης και φορολογικές επιβαρύνσεις που δεν θα περιορίζονται αποκλειστικά στους πλουσιότερους Αμερικανούς.

Η εφαρμογή των παρεμβάσεων, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, θα πρέπει να αφορά πρωτίστως όσους απέχουν τουλάχιστον δέκα χρόνια από τη συνταξιοδότηση, προκειμένου να έχουν επαρκή χρόνο να προσαρμόσουν τις αποταμιεύσεις και τον οικονομικό προγραμματισμό τους.

Ένα αξιόπιστο μακροπρόθεσμο σχέδιο περιορισμού των δαπανών θα μπορούσε επίσης να καθησυχάσει τους επενδυτές κρατικών ομολόγων, μειώνοντας την αβεβαιότητα για τη μελλοντική πορεία του χρέους και, ενδεχομένως, το κόστος δανεισμού ήδη από σήμερα.

Το δημοσιονομικό δίλημμα της επόμενης δεκαετίας

Η εμπειρία της Γαλλίας αναδεικνύει τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι κυβερνήσεις όταν οι κοινωνικές υποχρεώσεις αυξάνονται ταχύτερα από την οικονομική τους δυνατότητα χρηματοδότησης.

Για τις ΗΠΑ, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η μελλοντική ανάπτυξη θα αποδειχθεί αρκετά ισχυρή ώστε να αντισταθμίσει το υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και τη δημογραφική επιβάρυνση.

Η ανάλυση προκρίνει την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τη δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών για ιδιωτικές επενδύσεις και τον περιορισμό της επέκτασης των κοινωνικών δαπανών. Επισημαίνει, παράλληλα, ότι η μεγαλύτερη οικονομική δυναμική προϋποθέτει αποδοχή υψηλότερων επιχειρηματικών κινδύνων.

Η επιλογή αυτή συνεπάγεται πολιτικό και κοινωνικό κόστος, ιδιαίτερα για πολίτες που έχουν στηρίξει τον σχεδιασμό της ζωής τους στη σταθερότητα των κρατικών παροχών.

Το τέλος της εποχής των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων επαναφέρει, πάντως, ένα θεμελιώδες δημοσιονομικό ερώτημα: πώς μπορούν οι κυβερνήσεις να χρηματοδοτούν με βιώσιμο τρόπο τις κοινωνικές δεσμεύσεις τους, χωρίς να μεταφέρουν ολοένα μεγαλύτερο βάρος στις επόμενες γενιές;