Τον Μάιο του 2025 ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε σπεύσει να βγάλει τα συμπεράσματά του για τη Μονή Σινά.
Κατηγόρησε την κυβέρνηση για ολιγωρία, χαρακτήρισε τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το υπουργείο Εξωτερικών «βαθύτατα εκτεθειμένους» και μίλησε για «δήμευση περιουσίας και έξωση μοναχών». Είχε ήδη αποφασίσει ποιος έφταιγε, πριν ολοκληρωθεί η διπλωματική προσπάθεια.
Σήμερα, η συμφωνία της ιστορικής Μονής με την αιγυπτιακή πλευρά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την οριστική διευθέτηση των νομικών εκκρεμοτήτων και τη διασφάλιση της μοναστικής ζωής. Η ηγεσία της Μονής έδωσε το πράσινο φως, με τη στήριξη όλων των μεγάλων Ορθόδοξων Εκκλησιών. Ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Μακάριος συνεχάρη δημόσια την ελληνική κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό προσωπικά για την επίτευξη της συμφωνίας.
Και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ; Αντί να αναγνωρίσει τη σημασία της εξέλιξης, δηλώνει ότι πρέπει πρώτα να μελετήσει τη συμφωνία. Φυσικά, κάθε συμφωνία πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά. Άλλο, όμως, η αξιολόγηση των όρων της και άλλο η απροθυμία να αναγνωριστεί έστω η πρόοδος που έχει επιτευχθεί. Ειδικά όταν οι εκπρόσωποι της ίδιας της Μονής και οι Εκκλησίες που στήριξαν τη λύση δίνουν το δικό τους στίγμα.
Ο Ανδρουλάκης είχε επιλέξει να υψώσει τους τόνους όταν η έκβαση της υπόθεσης παρέμενε ανοιχτή. Τώρα που υπάρχει συμφωνία, αποφεύγει να πει μια απλή λέξη: συγχαρητήρια. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσει κάθε κυβερνητικό επιχείρημα ούτε να παραιτηθεί από τον έλεγχο. Χρειάζεται, όμως, να εξηγήσει γιατί η αναγνώριση μιας θετικής εξέλιξης μοιάζει τόσο δύσκολη.
Η απάντηση βρίσκεται πιθανότατα στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πολιτική αντιπαράθεση. Όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης γίνεται το βασικό σημείο αναφοράς κάθε τοποθέτησης, ακόμη και μια επιτυχής διπλωματική προσπάθεια αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Έτσι, όμως, η κριτική χάνει την αξιοπιστία της και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να διατυπώσει μια πειστική εναλλακτική πρόταση.
Ο Αλέξης Τσίπρας θα έπρεπε να αποτελεί μάθημα για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Η εμμονή με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και η αδυναμία αναγνώρισης οποιουδήποτε θετικού στην κυβερνητική πολιτική δεν δικαίωσαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Η εκλογική καθίζηση και η παραίτηση Τσίπρα έδειξαν ότι η διαρκής καταγγελία, χωρίς πειστικό κυβερνητικό σχέδιο, δεν διευρύνει την επιρροή ενός κόμματος, αλλά ενισχύει την εικόνα μιας αντιπολίτευσης που αντιδρά σε όλα χωρίς να πείθει ότι είναι έτοιμη να κυβερνήσει.
Ο Ανδρουλάκης έχει κάθε δικαίωμα να ελέγξει τη συμφωνία. Δεν έχει, όμως, κανένα όφελος να εμφανίζεται ανίκανος να αναγνωρίσει μια θετική εξέλιξη επειδή αυτή πιστώνεται στον πολιτικό του αντίπαλο. Η εμμονή με τον Μητσοτάκη δεν αποτελεί στρατηγική. Και το πάθημα του Τσίπρα θα έπρεπε να του έχει γίνει μάθημα.