Η σιδηροδρομική τραγωδία στην Ισπανία, με τουλάχιστον 69 νεκρούς, φέρνει την ασφάλεια των υποδομών στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Λιγότερο από έναν μήνα πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 29ης Νοεμβρίου, ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια νέα πολιτική κρίση, μετά τη φονική σύγκρουση δύο τρένων υψηλής ταχύτητας κοντά στην Ούρντα, στην επαρχία του Τολέδο, την Τετάρτη (28/10).

Η τραγωδία έχει μεταβάλει το περιεχόμενο της προεκλογικής συζήτησης, αναδεικνύοντας ζητήματα ασφάλειας των μεταφορών, συντήρησης των δημόσιων υποδομών και κυβερνητικής λογοδοσίας. Ταυτόχρονα, το τριήμερο εθνικό πένθος έχει περιορίσει προσωρινά τις κομματικές αντιπαραθέσεις, χωρίς να αναστείλει την αναζήτηση πολιτικών ευθυνών.

Ο επικεφαλής του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (PSOE) έχει αποδείξει επανειλημμένα την ικανότητά του να διαχειρίζεται δύσκολες πολιτικές συγκυρίες. Αυτή τη φορά, ωστόσο, καλείται να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη ανησυχία για την αξιοπιστία ενός σιδηροδρομικού δικτύου που επί δεκαετίες αποτελούσε σύμβολο του εκσυγχρονισμού της Ισπανίας.

Η νέα σύγκρουση σημειώθηκε μόλις εννέα μήνες μετά το δυστύχημα του Ιανουαρίου στο Ανταμούθ, όπου είχαν χάσει τη ζωή τους 46 άνθρωποι. Και τα δύο περιστατικά συνέβησαν στη γραμμή Μαδρίτης - Σεβίλλης, ενισχύοντας τα ερωτήματα για τη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας.

Από τη στεγαστική κρίση στην ασφάλεια των σιδηροδρόμων

Οι πρόωρες εκλογές προκηρύχθηκαν από τον Σάντσεθ μετά την απόρριψη των κυβερνητικών προτάσεων για τη μεταρρύθμιση της στεγαστικής πολιτικής από τα δεξιά και ακροδεξιά κόμματα.

Η κυβέρνηση επιδίωκε να αναδείξει ζητήματα όπως η πρόσβαση στη στέγαση, η κοινωνική ισότητα και η προστασία των δικαιωμάτων, παρουσιάζοντας την εκλογική αναμέτρηση ως κρίσιμη επιλογή ανάμεσα στις προοδευτικές πολιτικές και σε μια ενδεχόμενη συνεργασία του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος (PP) με το ακροδεξιό Vox.

Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει τις κάλπες ως ευκαιρία τερματισμού της διακυβέρνησης του PSOE, που διαρκεί από το 2018 και την οποία οι αντίπαλοι του πρωθυπουργού αποκαλούν υποτιμητικά «σαντσισμό».

Πριν από το δυστύχημα, η ισπανική κυβέρνηση δεχόταν ήδη πιέσεις λόγω των κινητοποιήσεων για το αυξημένο κόστος κατοικίας, των καταγγελιών για διαφθορά που αφορούν πρόσωπα του οικογενειακού και πολιτικού περιβάλλοντος του Σάντσεθ, καθώς και της διαχείρισης των μαζικών μεταναστευτικών αφίξεων στη Θέουτα κατά τους θερινούς μήνες.

Η δημόσια συζήτηση για τις κρατικές υπηρεσίες είχε επιβαρυνθεί και από προηγούμενες κρίσεις, μεταξύ των οποίων η μεγάλη διακοπή ηλεκτροδότησης και οι καταστροφικές πλημμύρες στη Βαλένθια.

Πλέον, η ασφάλεια των σιδηροδρόμων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς εκατομμύρια πολίτες χρησιμοποιούν το ισπανικό δίκτυο υψηλής ταχύτητας για επαγγελματικές μετακινήσεις, ταξίδια και επισκέψεις σε συγγενείς.

Η έκταση της ανησυχίας αποτυπώθηκε στα πρωτοσέλιδα της Πέμπτης. Η El Mundo μίλησε για «Μία ακόμη σφαγή στα τρένα», η ABC αναφέρθηκε σε «Τουλάχιστον 68 νεκρούς, εννέα μήνες μετά», ενώ η El País έκανε λόγο για «Δεύτερη καταστροφή υψηλής ταχύτητας σε λιγότερο από έναν χρόνο».

Σιμόν: Διπλή πίεση για την κυβέρνηση Σάντσεθ

Ο πολιτικός επιστήμονας του Πανεπιστημίου Κάρλος Γ΄ της Μαδρίτης, Πάμπλο Σιμόν, εκτιμά ότι το δυστύχημα δημιουργεί δύο διαφορετικά προβλήματα για την κυβέρνηση, σε μια περίοδο κατά την οποία η ισπανική κοινωνία προσπαθεί ακόμη να συνειδητοποιήσει το μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών.

«Υπάρχουν πολλά ανοιχτά μέτωπα για την κυβέρνηση και θεωρώ ότι αυτό το δυστύχημα έχει διπλό αντίκτυπο», ανέφερε.

Κατά τον ίδιο, η πρώτη συνέπεια είναι η επαναφορά της κατάστασης των σιδηροδρομικών υποδομών στο επίκεντρο της δημόσιας προσοχής. Η επανάληψη πολύνεκρων δυστυχημάτων ενισχύει την ανησυχία ότι ενδέχεται να υπάρχουν ευρύτερες, διαρθρωτικές αδυναμίες στο σύστημα μεταφορών.

Το πρόβλημα συνδέεται, σύμφωνα με την ανάλυσή του, με μια γενικότερη συζήτηση για την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και την αποτελεσματικότητα της κρατικής διοίκησης.

Ο Σιμόν θεωρεί δύσκολο για τον Σάντσεθ να αποδώσει τη σημερινή κατάσταση αποκλειστικά στις πολιτικές λιτότητας που είχαν εφαρμόσει προηγούμενες κυβερνήσεις του Λαϊκού Κόμματος, δεδομένου ότι οι Σοσιαλιστές κυβερνούν επί οκτώ χρόνια.

«Αυτό απλώς δεν είναι πειστικό», σημείωσε.

Η δεύτερη παράμετρος αφορά τις ήδη περιορισμένες δυνατότητες του PSOE να εξασφαλίσει την αναγκαία κοινοβουλευτική υποστήριξη. Η κυβέρνηση αντιμετώπιζε δυσκολίες στη διαμόρφωση πολιτικών συμμαχιών πριν ακόμη προστεθεί στην προεκλογική ατζέντα η νέα τραγωδία.

Φεϊχόο και Vox ζητούν την απόδοση πολιτικών ευθυνών

Ο Πέδρο Σάντσεθ χαρακτήρισε «απαράδεκτο» το γεγονός ότι η χώρα αντιμετωπίζει δεύτερη σιδηροδρομική καταστροφή μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο και δεσμεύτηκε για πλήρη διερεύνηση των αιτιών και ενίσχυση των μηχανισμών ασφαλείας.

Η αντιπολίτευση, ωστόσο, απαιτεί συγκεκριμένες απαντήσεις για τη συντήρηση των γραμμών, τη λειτουργία των συστημάτων προστασίας και τις αποφάσεις που ελήφθησαν πριν από τη σύγκρουση.

Ο πρόεδρος του Λαϊκού Κόμματος, Αλμπέρτο Νούνιες Φεϊχόο, δήλωσε ότι όσοι πολιτικοί διαπιστωθεί πως ευθύνονται για το δυστύχημα οφείλουν να λογοδοτήσουν.

«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Αυτός ο τρόπος διαχείρισης δεν μπορεί να συνεχιστεί», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες ζητούν μια χώρα στην οποία οι βασικές δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούν αξιόπιστα.

Την Παρασκευή (30/10), ο Φεϊχόο προχώρησε σε ακόμη αυστηρότερη παρέμβαση, αποδίδοντας στην κυβέρνηση ευθύνη για τη μη αντικατάσταση, όπως ισχυρίστηκε, ενός παρωχημένου συστήματος σιδηροδρομικής ασφάλειας. Ζήτησε την παραίτηση του υπουργού Μεταφορών και προειδοποίησε ότι, εφόσον η κυβέρνηση δεν αναλάβει τις πολιτικές της ευθύνες, το κόμμα του θα επιδιώξει την απομάκρυνσή της μέσω των εκλογών. <Cite ref="turn510787search0"/>

Πιο επιθετική στάση έχει υιοθετήσει το Vox, το οποίο κατηγορεί την κυβέρνηση για συστηματική κακοδιαχείριση και ευνοιοκρατία, φτάνοντας στο σημείο να της αποδίδει πολιτική ευθύνη για τους θανάτους.

Το ακροδεξιό κόμμα έχει ζητήσει από το Ανώτατο Δικαστήριο να εξετάσει ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες του υπουργού Μεταφορών, Όσκαρ Πουέντε, για ανθρωποκτονία από αμέλεια και πρόκληση σωματικών βλαβών λόγω βαριάς αμέλειας.

Ο Πουέντε απορρίπτει τις κατηγορίες περί κακοδιαχείρισης, υποστηρίζοντας ότι το σιδηροδρομικό σύστημα παραμένει «ασφαλές και αξιόπιστο». Έχει επίσης αποκλείσει το ενδεχόμενο παραίτησής του, δηλώνοντας ότι προτεραιότητά του είναι η εξακρίβωση των πραγματικών αιτιών του δυστυχήματος.

Οι τεχνικές έρευνες βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και η ποινική ευθύνη οποιουδήποτε προσώπου δεν έχει διαπιστωθεί.

Οι διαφορετικές τακτικές της δεξιάς και οι 1,2 εκατ. ψηφοφόροι

Η αντίδραση του PP και του Vox αναδεικνύει δύο διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις στο ζήτημα της κυβερνητικής λογοδοσίας.

Ο Πάμπλο Σιμόν επισημαίνει ότι το Λαϊκό Κόμμα επιχειρεί να διατηρήσει περισσότερο θεσμικό ύφος, επικεντρώνοντας την κριτική του στην αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και στην ανάγκη απόδοσης ευθυνών.

Αντίθετα, το Vox χρησιμοποιεί εντονότερη ρητορική και ζητεί άμεσες ποινικές και πολιτικές συνέπειες για τα κυβερνητικά στελέχη.

Σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα, η διαφορετική στάση των δύο κομμάτων αντανακλά και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό για την εκπροσώπηση των ψηφοφόρων που επιθυμούν κυβερνητική αλλαγή.

Για το PSOE, ένα κρίσιμο στοιχείο της εκλογικής στρατηγικής ήταν η κινητοποίηση έως και 1,2 εκατομμυρίων πολιτικά αδρανών ψηφοφόρων, οι οποίοι εμφανίζουν προτίμηση προς τους Σοσιαλιστές, αλλά δεν συμμετέχουν σταθερά στις εκλογές.

Ο Σιμόν εκτιμά ότι το κλίμα εθνικού πένθους μπορεί να δυσχεράνει την προσπάθεια ενεργοποίησης αυτής της εκλογικής ομάδας, ιδιαίτερα εάν η δημόσια αντιπαράθεση παραμείνει επικεντρωμένη σε ζητήματα κρατικής αποτελεσματικότητας και ευθυνών.

Πρόκειται, ωστόσο, για πολιτική εκτίμηση και όχι για διαπιστωμένη μεταβολή των προθέσεων ψήφου.

Το ευρύτερο δίλημμα που επιδίωκε να προβάλει η κυβέρνηση, ανάμεσα στις προοδευτικές και τις συντηρητικές πολιτικές επιλογές, έχει υποχωρήσει προσωρινά μπροστά στην ανάγκη διερεύνησης μιας εθνικής τραγωδίας.

«Μια προεκλογική εκστρατεία στηρίζεται στο υψηλό ηθικό και σε ένα αίσθημα αισιοδοξίας. Πώς μπορεί, όμως, να συμβεί αυτό όταν ολόκληρη η χώρα θρηνεί για αυτή την τραγωδία;», διερωτήθηκε ο Σιμόν, περιγράφοντας το ιδιαίτερο πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διεξάγεται πλέον η αναμέτρηση της 29ης Νοεμβρίου.