Από τη συγχρονισμένη κολύμβηση στην ηγεσία της ΕΚΤ, η Κριστίν Λαγκάρντ διέγραψε μια διαδρομή γεμάτη ιστορικές πρωτιές, οικονομικές κρίσεις και δικαστικές περιπέτειες.
Η απόφαση της Κριστίν Λαγκάρντ να αποχωρήσει από την προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στις 7 Φεβρουαρίου 2027, σχεδόν εννέα μήνες πριν από την ολοκλήρωση της θητείας της, κλείνει ένα ακόμη κεφάλαιο στην πολυκύμαντη σταδιοδρομία μιας γυναίκας που διεκδίκησε και κατέκτησε ορισμένες από τις ισχυρότερες θέσεις της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης.
Η επαγγελματική της ανέλιξη συνοδεύτηκε από μια εντυπωσιακή ακολουθία πρωτιών. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε την ηγεσία της διεθνούς δικηγορικής εταιρείας Baker McKenzie, η πρώτη γυναίκα υπουργός Οικονομικών κράτους της G7, η πρώτη γυναίκα γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και, τελικά, η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της ΕΚΤ.
Πίσω από αυτή τη διαδρομή βρίσκονται η αμερικανική εμπειρία που διαμόρφωσε τη νεανική της αντίληψη για την πολιτική, η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, οι δύσκολες διαπραγματεύσεις για το ελληνικό χρέος και μια δικαστική υπόθεση που οδήγησε στην καταδίκη της για αμέλεια, χωρίς την επιβολή ποινής.
Από τη Χάβρη στην Αμερική: η αθλήτρια που επέλεξε τη Νομική
Η Κριστίν Μαντλέν Οντέτ Λαλουέτ γεννήθηκε στο Παρίσι την 1η Ιανουαρίου 1956, αλλά πέρασε τα παιδικά της χρόνια στη Χάβρη, σε ένα οικογενειακό περιβάλλον με έντονη πνευματική καλλιέργεια.
Ο πατέρας της, Ρομπέρ Λαλουέτ, δίδασκε Αγγλική Λογοτεχνία, ενώ η μητέρα της, Νικόλ, ήταν καθηγήτρια γαλλικών, λατινικών και αρχαίων ελληνικών. Ο πρόωρος θάνατος του πατέρα της, όταν εκείνη βρισκόταν στην εφηβεία, την υποχρέωσε να αναπτύξει νωρίς την αίσθηση της προσωπικής ευθύνης και της ανεξαρτησίας.
Προτού στραφεί στις σπουδές και στη δικηγορία, είχε ήδη διακριθεί στον αθλητισμό. Υπήρξε μέλος της εθνικής ομάδας συγχρονισμένης κολύμβησης της Γαλλίας, κατακτώντας χάλκινο μετάλλιο σε εθνικό πρωτάθλημα.
Η ίδια έχει επανειλημμένα αναφερθεί στην επίδραση που άσκησε το άθλημα στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της. Η πειθαρχία, η συνεργασία και η ανάγκη διατήρησης της ψυχραιμίας ακόμη και υπό εξαντλητική πίεση αποτέλεσαν, όπως έχει εξηγήσει, πολύτιμα εφόδια για την επαγγελματική της ζωή.
Το 1974, έχοντας εξασφαλίσει υποτροφία του προγράμματος American Field Service, βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και φοίτησε στο Holton-Arms School, στο Μέριλαντ.
Κατά την παραμονή της στην Ουάσιγκτον πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στο γραφείο του Ρεπουμπλικανού βουλευτή Γουίλιαμ Κοέν, ο οποίος συμμετείχε στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων την περίοδο του σκανδάλου Watergate.
Μέσα από αυτή την εμπειρία ήρθε σε επαφή με τους αμερικανικούς πολιτικούς θεσμούς, την κοινοβουλευτική εποπτεία και τη λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας, αποκτώντας παράλληλα εξαιρετική ευχέρεια στην αγγλική γλώσσα.
Επιστρέφοντας στη Γαλλία, σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Paris X - Nanterre, με ειδίκευση στο εμπορικό και εργατικό δίκαιο. Το 1977 απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο με κατεύθυνση στα Οικονομικά και τα Χρηματοοικονομικά από το Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών της Aix-en-Provence, ενώ σπούδασε και Αμερικανική Λογοτεχνία στην Αβινιόν. Ολοκλήρωσε τη νομική της εκπαίδευση το 1980.
Δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες εισαγωγής στην περίφημη École nationale d'administration (ENA), τη σχολή από την οποία προέρχονταν επί δεκαετίες κορυφαία στελέχη της γαλλικής διοίκησης και πολιτικής, την οδήγησαν να αναζητήσει διαφορετική επαγγελματική κατεύθυνση.
Η άνοδος στην Baker McKenzie και η πρώτη μεγάλη πρωτιά
Το 1981, η Λαγκάρντ εντάχθηκε στο γραφείο του Παρισιού της διεθνούς δικηγορικής εταιρείας Baker McKenzie, αναλαμβάνοντας υποθέσεις εργατικού και εμπορικού δικαίου, ανταγωνισμού, συγχωνεύσεων και εξαγορών.
Η εξέλιξή της στην ιεραρχία υπήρξε ταχύτατη. Το 1987 έγινε εταίρος, το 1991 ανέλαβε τη διεύθυνση του παρισινού γραφείου και το 1995 εντάχθηκε στην παγκόσμια εκτελεστική επιτροπή της εταιρείας.
Τον Οκτώβριο του 1999 εξελέγη πρόεδρος της επιτροπής, κατακτώντας μια θέση που μέχρι τότε δεν είχε αναλάβει γυναίκα στην ιστορία του οργανισμού.
Η θητεία της συνέπεσε με σημαντική επέκταση των διεθνών δραστηριοτήτων της Baker McKenzie. Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας αυξήθηκε κατά περίπου 50%, φτάνοντας τα 1,23 δισεκατομμύρια δολάρια το 2004, χρονιά κατά την οποία η Λαγκάρντ μετακινήθηκε στην προεδρία της παγκόσμιας στρατηγικής επιτροπής.
Έπειτα από σχεδόν 25 χρόνια στη διεθνή δικηγορία, είχε πλέον αποκτήσει εμπειρία στη διαχείριση σύνθετων οικονομικών συμφωνιών, αλλά και στις σχέσεις με πολυεθνικές επιχειρήσεις και κυβερνήσεις.
Από τη δικηγορία στη γαλλική κυβέρνηση
Η είσοδός της στην πολιτική πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2005, όταν ο πρωθυπουργός Ντομινίκ ντε Βιλπέν της ανέθεσε το χαρτοφυλάκιο του Εξωτερικού Εμπορίου.
Μετά την εκλογή του Νικολά Σαρκοζί στην προεδρία της Γαλλίας, τον Μάιο του 2007, ανέλαβε για σύντομο διάστημα το υπουργείο Γεωργίας και Αλιείας, προτού τοποθετηθεί, τον Ιούνιο, επικεφαλής του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.
Η ανάληψη του συγκεκριμένου χαρτοφυλακίου την κατέστησε την πρώτη γυναίκα υπουργό Οικονομικών χώρας της G7.
Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη δοκιμασία της σε κυβερνητικό επίπεδο. Η κατάρρευση τραπεζικών ιδρυμάτων και οι διαδοχικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων απαιτούσαν συντονισμό σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.
Κατά το δεύτερο εξάμηνο εκείνης της χρονιάς, η Λαγκάρντ προήδρευσε στο Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECOFIN), συμμετέχοντας στις διαβουλεύσεις για τη σταθεροποίηση των αγορών και την αυστηρότερη εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Το 2009, οι Financial Times την ανακήρυξαν υπουργό Οικονομικών της χρονιάς στην Ευρώπη, αναγνωρίζοντας τη συμβολή της στη διαχείριση της κρίσης και στις διεθνείς πρωτοβουλίες για τη μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα.
Η υπόθεση Ταπί και τα 403 εκατομμύρια ευρώ
Μια από τις σοβαρότερες δικαστικές περιπέτειες της σταδιοδρομίας της συνδέεται με τον Γάλλο επιχειρηματία Μπερνάρ Ταπί, την εταιρεία αθλητικών ειδών Adidas και την πρώην κρατική τράπεζα Crédit Lyonnais.
Η υπόθεση ανάγεται στο 1993, όταν ο Ταπί ανέθεσε στην τράπεζα την πώληση της συμμετοχής του στην Adidas. Η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε έναντι περίπου 315 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά η εταιρεία μεταπωλήθηκε αργότερα για περίπου 700 εκατομμύρια ευρώ.
Ο επιχειρηματίας κατηγόρησε την Crédit Lyonnais ότι τον είχε ζημιώσει οικονομικά, ξεκινώντας μια πολύχρονη δικαστική διαμάχη, η οποία τελικά επιβάρυνε το γαλλικό Δημόσιο.
Το 2007, η Λαγκάρντ, ως υπουργός Οικονομίας, ενέκρινε την παραπομπή της διαφοράς σε ιδιωτική διαιτησία, αντί να συνεχιστεί η εκκρεμής διαδικασία ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων.
Η επιλογή προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς στελέχη του υπουργείου φέρονταν να έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για τη συγκεκριμένη μέθοδο επίλυσης της διαφοράς.
Τον Ιούλιο του 2008, το διαιτητικό δικαστήριο επιδίκασε στον Ταπί 285 εκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων 45 εκατομμύρια αφορούσαν αποζημίωση για ηθική βλάβη. Με τους τόκους, το συνολικό ποσό ανήλθε σε περίπου 403 εκατομμύρια ευρώ.
Η καταβολή βάρυνε το Consortium de Réalisation (CDR), τον δημόσιο φορέα που είχε αναλάβει τη διαχείριση προβληματικών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων της Crédit Lyonnais.
Η υπόθεση απέκτησε έντονες πολιτικές προεκτάσεις, επειδή ο Ταπί είχε υποστηρίξει τον Σαρκοζί στις προεδρικές εκλογές του 2007. Οι ερευνητικές αρχές εξέτασαν το ενδεχόμενο αθέμιτης παρέμβασης υπέρ του επιχειρηματία, ενώ τόσο η Λαγκάρντ όσο και ο πρώην πρόεδρος αρνήθηκαν ότι υπήρξε οποιαδήποτε πολιτική συναλλαγή.
Η χειρόγραφη επιστολή στον Σαρκοζί
Το 2013, εν μέσω της δικαστικής διερεύνησης της υπόθεσης Ταπί, ήρθε στο φως μια προσωπική επιστολή της Λαγκάρντ προς τον Νικολά Σαρκοζί, την οποία οι ανακριτές είχαν εντοπίσει κατά την έρευνα στην κατοικία της στο Παρίσι, στις 20 Μαρτίου.
Το χειρόγραφο σημείωμα δεν έφερε ημερομηνία. Η γαλλική εφημερίδα Le Monde, που δημοσίευσε το περιεχόμενό του τον Ιούνιο, το χαρακτήρισε «επιστολή υποταγής», εξαιτίας της ασυνήθιστα προσωπικής διατύπωσής του.
Η Λαγκάρντ απευθυνόταν στον τότε πρόεδρο με την προσφώνηση «Αγαπητέ Νικολά» και του έγραφε:
«Είμαι στο πλευρό σου για να σε υπηρετήσω και να υπηρετήσω τα σχέδιά σου για τη Γαλλία».
Σε άλλο σημείο ζητούσε συγγνώμη για ενδεχόμενες αποτυχίες της, διευκρινίζοντας ότι δεν διατηρούσε προσωπικές πολιτικές φιλοδοξίες και ότι δεν επιθυμούσε να γίνει μια «δουλοπρεπής φιλόδοξη», όπως, κατά την κρίση της, ορισμένοι άνθρωποι του περιβάλλοντός του.
Η επιστολή περιλάμβανε επίσης την προτροπή να την αξιοποιεί για όσο διάστημα εκείνος θεωρούσε χρήσιμη την παρουσία της:
«Αν με χρησιμοποιήσεις, σε χρειάζομαι ως οδηγό και στήριγμα».
Το κείμενο έκλεινε με τη φράση «Με απέραντο θαυμασμό».
Η δημοσιοποίησή του προκάλεσε ερωτήματα για το εύρος της πολιτικής εξάρτησης που μπορούσε να χαρακτηρίζει τη σχέση υπουργού και προέδρου. Ωστόσο, η ύπαρξη της επιστολής δεν αποδείκνυε ότι η Λαγκάρντ είχε ενεργήσει κατ’ εντολήν του Σαρκοζί στη διαιτητική διαδικασία.
Η καταδίκη για αμέλεια χωρίς επιβολή ποινής
Τον Μάιο του 2013, η Λαγκάρντ κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου της Δημοκρατίας, του ειδικού γαλλικού δικαστηρίου που εξετάζει αδικήματα υπουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Το 2014 τέθηκε επισήμως υπό δικαστική διερεύνηση για αμέλεια και, παρά την εισαγγελική εισήγηση να μην παραπεμφθεί σε δίκη, η υπόθεση οδηγήθηκε στο ακροατήριο τον Δεκέμβριο του 2016.
Το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για αμέλεια, επειδή δεν προσέβαλε τη διαιτητική απόφαση που είχε επιδικάσει στον Ταπί περίπου 400 εκατομμύρια ευρώ. Δεν διαπίστωσε, αντιθέτως, αμέλεια στην αρχική της απόφαση να προσφύγει στη διαιτησία.
Παρά την καταδικαστική κρίση, δεν της επιβλήθηκε ποινή. Το ΔΝΤ επανέλαβε την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπό της και η ίδια συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντά της.
Έναν χρόνο νωρίτερα, το 2015, το Εφετείο του Παρισιού είχε ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση και διατάξει την επιστροφή των χρημάτων από τον Ταπί.
Η δικαστική διερεύνηση επεκτάθηκε και σε άλλα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο Στεφάν Ρισάρ, πρώην διευθυντής του γραφείου της Λαγκάρντ στο υπουργείο Οικονομίας και μετέπειτα επικεφαλής της Orange.
Τον Ιούνιο του 2025, το Εφετείο του Παρισιού τον καταδίκασε για αμέλεια σε έξι μήνες φυλάκιση με αναστολή και πρόστιμο 15.000 ευρώ, μετά τη μεταβολή της νομικής αξιολόγησης των πράξεων που του αποδίδονταν.
Ο ίδιος ο Μπερνάρ Ταπί πέθανε το 2021, με συνέπεια την παύση της ποινικής δίωξης εναντίον του, ενώ η δικαστική διερεύνηση συνεχίστηκε για άλλους εμπλεκομένους.
Στο ΔΝΤ την εποχή της ελληνικής κρίσης
Η Λαγκάρντ ανέλαβε την ηγεσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου τον Ιούλιο του 2011, διαδεχόμενη τον Ντομινίκ Στρος-Καν. Το 2016 ανανεώθηκε η θητεία της για μία ακόμη πενταετία, την οποία δεν ολοκλήρωσε, καθώς αποχώρησε το 2019 για να αναλάβει την προεδρία της ΕΚΤ.
Στην Ελλάδα, το όνομά της συνδέθηκε στενά με τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής, τις διαπραγματεύσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τη συζήτηση για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Η θητεία της συνέπεσε με διαδοχικές πολιτικές αναμετρήσεις και αποφάσεις που επηρέασαν βαθιά την ελληνική οικονομία, ενώ το Ταμείο βρέθηκε επανειλημμένα σε αντιπαράθεση με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σχετικά με τις αναγκαίες προϋποθέσεις εξόδου από την κρίση.
Η ένταση κορυφώθηκε το καλοκαίρι του 2015, όταν η Ελλάδα δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα δόση περίπου 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ προς το ΔΝΤ.
Παρότι η Λαγκάρντ επέμεινε στην ανάγκη εφαρμογής μεταρρυθμίσεων και διατήρησης της χρηματοδοτικής στήριξης, αναγνώρισε δημοσίως ότι το ελληνικό χρέος δεν μπορούσε να καταστεί βιώσιμο μόνο με μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής.
Τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς υποστήριξε ότι ήταν αναγκαία ουσιαστική παρέμβαση των Ευρωπαίων πιστωτών για την ελάφρυνσή του, αναδεικνύοντας μια σημαντική διαφωνία μεταξύ του Ταμείου και των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η «λίστα Λαγκάρντ» και το ελληνικό πολιτικό σκάνδαλο
Μια διαφορετική υπόθεση συνέδεσε το όνομά της με την Ελλάδα, προκαλώντας μακροχρόνιες πολιτικές και δικαστικές αντιπαραθέσεις.
Η περιβόητη «λίστα Λαγκάρντ» περιλάμβανε τραπεζικά στοιχεία περίπου 2.000 Ελλήνων καταθετών στην HSBC της Γενεύης, τα οποία είχαν περιέλθει στις γαλλικές αρχές και μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη διερεύνηση πιθανών περιπτώσεων φοροδιαφυγής.
Η παρουσία ενός προσώπου στο αρχείο δεν συνιστούσε αυτομάτως ένδειξη φορολογικής παρανομίας, καθώς η κατοχή τραπεζικού λογαριασμού στην Ελβετία δεν ήταν από μόνη της παράνομη.
Τον Οκτώβριο του 2010, η Λαγκάρντ, ως υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, παρέδωσε το σχετικό υλικό στον Έλληνα ομόλογό της, Γιώργο Παπακωνσταντίνου, μέσω ενός ηλεκτρονικού δίσκου χωρίς ιδιαίτερη σήμανση.
Το αρχικό CD χάθηκε από το υπουργείο Οικονομικών, ενώ το 2011 ο τότε επικεφαλής του ΣΔΟΕ, Ιωάννης Διώτης, παρέδωσε αντίγραφο των στοιχείων σε συσκευή USB στον νέο υπουργό, Ευάγγελο Βενιζέλο.
Η διαχείριση του αρχείου προκάλεσε σοβαρά ερωτήματα για την καθυστέρηση των φορολογικών ελέγχων, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία οι Έλληνες πολίτες αντιμετώπιζαν διαδοχικά μέτρα λιτότητας.
Η υπόθεση προσέλαβε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις όταν διαπιστώθηκε ότι τρία ονόματα συγγενικών προσώπων του Γιώργου Παπακωνσταντίνου απουσίαζαν από το αντίγραφο που είχαν στη διάθεσή τους οι ελληνικές αρχές, ενώ περιλαμβάνονταν στο αρχικό αρχείο που εστάλη εκ νέου από τη Γαλλία.
Η Λαγκάρντ δεν κατηγορήθηκε για την αλλοίωση ή τη μετέπειτα διαχείριση του υλικού. Η δική της συμμετοχή περιορίστηκε στη διαβίβαση των τραπεζικών πληροφοριών προς την ελληνική κυβέρνηση.
Η πρώτη γυναίκα στην ηγεσία της ΕΚΤ και οι μεγάλες κρίσεις
Την 1η Νοεμβρίου 2019, η Λαγκάρντ διαδέχθηκε τον Μάριο Ντράγκι στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της νομισματικής πολιτικής της ευρωζώνης.
Η επιλογή της προκάλεσε συζητήσεις, καθώς δεν προερχόταν από την παραδοσιακή διαδρομή της ακαδημαϊκής οικονομικής επιστήμης ή των κεντρικών τραπεζών. Η εμπειρία της, ωστόσο, από το γαλλικό υπουργείο Οικονομικών και το ΔΝΤ της είχε εξασφαλίσει διεθνή αναγνώριση στη διαχείριση οικονομικών κρίσεων.
Η πρώτη σοβαρή δοκιμασία ήρθε με την πανδημία του 2020.
Στις 12 Μαρτίου, μια δήλωσή της ότι «δεν είναι δουλειά μας να κλείνουμε τα spreads», αναφερόμενη στις διαφορές αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και αναταράξεις στις αγορές, ιδιαίτερα στην Ιταλία.
Η ίδια επιχείρησε στη συνέχεια να διευκρινίσει τη θέση της, ενώ στις 18 Μαρτίου η ΕΚΤ ανακοίνωσε το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς τίτλων λόγω πανδημίας, γνωστό ως PEPP, με αρχικό προϋπολογισμό 750 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Το πρόγραμμα επεκτάθηκε αργότερα και αποτέλεσε κεντρικό εργαλείο για τη στήριξη των αγορών ομολόγων και τη διατήρηση ομαλών συνθηκών χρηματοδότησης στην ευρωζώνη.
Ακολούθησε η εκτίναξη του πληθωρισμού, μετά την πανδημία και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Από το 2022, η ΕΚΤ προχώρησε σε διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων, σε μία από τις ταχύτερες περιόδους νομισματικής σύσφιξης στην ιστορία της.
Η σταδιακή αποκλιμάκωση που ακολούθησε ανακόπηκε το 2026, καθώς η ενεργειακή κρίση και οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή επανέφεραν τις πληθωριστικές πιέσεις.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη έφτασε στο 3,8%, από 3,2% τον Αύγουστο, με σημαντική συμβολή των αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας.
Στις 29 Οκτωβρίου, η ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητα τα βασικά της επιτόκια, με το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50%, το επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,90%, επισημαίνοντας ότι οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό εξακολουθούν να απαιτούν προσεκτική παρακολούθηση.
Οι αμοιβές από την BIS και τα ερωτήματα δεοντολογίας
Στις αρχές του 2026, η πρόεδρος της ΕΚΤ βρέθηκε αντιμέτωπη με νέα δημοσιεύματα, αυτή τη φορά σχετικά με τις πρόσθετες αμοιβές της από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS).
Σύμφωνα με τους Financial Times, η Λαγκάρντ έλαβε το 2025 περίπου 140.000 ευρώ, που αντιστοιχούσαν σε 130.457 ελβετικά φράγκα, για τη συμμετοχή της στο διοικητικό συμβούλιο του διεθνούς χρηματοπιστωτικού οργανισμού.
Η αποκάλυψη προκάλεσε αντιδράσεις μεταξύ εργαζομένων της ΕΚΤ, οι οποίοι έθεσαν ζήτημα διαφορετικής μεταχείρισης, δεδομένων των περιορισμών που ισχύουν για την αποδοχή αμοιβών από τρίτους κατά την άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων.
Η διοίκηση της ΕΚΤ υποστήριξε ότι οι κανόνες που διέπουν το προσωπικό δεν εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο στην πρόεδρο, καθώς η ίδια υπόκειται σε ειδικό κώδικα δεοντολογίας για τα ανώτατα στελέχη.
Η υπόθεση αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τη διαφάνεια και τις προϋποθέσεις άσκησης παράλληλων θεσμικών καθηκόντων στην κορυφή της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας.
Η πρόωρη αποχώρηση και η μάχη της διαδοχής
Στις 29 Οκτωβρίου 2026, η Λαγκάρντ γνωστοποίησε επισήμως στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ και στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, την απόφασή της να εγκαταλείψει το αξίωμα στις 7 Φεβρουαρίου 2027.
Εξηγώντας την επιλογή της, ανέφερε ότι επιθυμεί να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης και δημόσιας παρέμβασης σε θέματα που υπερβαίνουν τα στενά όρια της νομισματικής πολιτικής.
«Θέλω να έχω την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία της έκφρασης και την ελευθερία να συμμετέχω σε ζητήματα που δεν αφορούν τη νομισματική πολιτική», δήλωσε.
Η ίδια αναγνώρισε ότι η θεσμική ανεξαρτησία της ΕΚΤ συνεπάγεται συγκεκριμένους περιορισμούς στη δημόσια τοποθέτηση των στελεχών της, τους οποίους πλέον δεν επιθυμεί να διατηρήσει.
Η απόφασή της επιταχύνει τις διαδικασίες επιλογής νέας ηγεσίας, σε μια περίοδο κατά την οποία αναμένονται και άλλες σημαντικές αλλαγές στο Εκτελεστικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.
Η Γερμανίδα Ιζαμπέλ Σνάμπελ πρόκειται να αποχωρήσει στις 3 Ιανουαρίου 2027 για να αναλάβει ανώτερη θέση στο ΔΝΤ, ενώ η θητεία του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, ολοκληρώνεται τον Μάιο.
Έτσι, τρεις από τις έξι θέσεις του Εκτελεστικού Συμβουλίου θα αλλάξουν πρόσωπα μέσα σε διάστημα λίγων μηνών.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το Reuters τον Σεπτέμβριο, η Γαλλία εμφανίστηκε διατεθειμένη να στηρίξει τον πρώην διοικητή της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας, Κλάας Κνοτ, για την προεδρία της ΕΚΤ, με την προϋπόθεση να επιλεγεί Γάλλος υποψήφιος για τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου.
Στους πιθανούς διαδόχους συγκαταλέγεται επίσης ο πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ισπανίας και επικεφαλής της BIS, Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος.
Η τελική επιλογή θα πραγματοποιηθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η προσωπική ζωή και η εικόνα μιας πειθαρχημένης προσωπικότητας
Μακριά από τις συνεδριάσεις των κεντρικών τραπεζών και τις διεθνείς οικονομικές διαπραγματεύσεις, η Λαγκάρντ έχει διαμορφώσει έναν τρόπο ζωής στον οποίο κυριαρχούν η σωματική άσκηση και η προσεκτική οργάνωση της καθημερινότητας.
Το 1982 παντρεύτηκε τον χρηματιστή Βιλφρίντ Λαγκάρντ, με τον οποίο απέκτησε δύο γιους, τον Πιερ-Ανρί, που ακολούθησε την αρχιτεκτονική, και τον Τομά, ο οποίος δραστηριοποιείται στον επιχειρηματικό χώρο.
Το ζευγάρι χώρισε το 1992, αλλά η ίδια διατήρησε το επώνυμο του πρώτου συζύγου της, με το οποίο έγινε διεθνώς γνωστή. Από το 2006 διατηρεί σχέση με τον Γάλλο επιχειρηματία Ξαβιέ Τζιοκαντί.
Η πρώην πρωταθλήτρια της συγχρονισμένης κολύμβησης εξακολουθεί να δίνει ιδιαίτερη σημασία στη φυσική κατάσταση, ακολουθώντας χορτοφαγική διατροφή, αποφεύγοντας το αλκοόλ και εντάσσοντας τη γυμναστική και το ποδήλατο στην καθημερινότητά της.
Παράλληλα, η δημόσια εικόνα της έχει συνδεθεί με τις προσεγμένες ενδυματολογικές επιλογές, τα χαρακτηριστικά μεταξωτά φουλάρια Hermès και ένα προσωπικό ύφος που την έχει καταστήσει αναγνωρίσιμη και πέρα από τον χώρο της οικονομίας.
Στα 70 της χρόνια, με επανειλημμένη παρουσία στις κατατάξεις του Forbes για τις ισχυρότερες γυναίκες του κόσμου, ολοκληρώνει την πορεία της στην ΕΚΤ έχοντας διατελέσει δικηγόρος, υπουργός, επικεφαλής διεθνούς χρηματοπιστωτικού οργανισμού και κεντρική τραπεζίτης.
Η αποχώρησή της ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο, με την ίδια να δηλώνει πλέον ότι επιθυμεί να συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο χωρίς τους περιορισμούς που επιβάλλει η θεσμική ουδετερότητα της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.