Η Κριστίν Λαγκάρντ φεύγει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις 7 Φεβρουαρίου 2027. Στο Παρίσι, όμως, το ερώτημα είναι αν η επόμενη μέρα θα έχει και πολιτικό πρόσημο.

Με τις γαλλικές προεδρικές εκλογές να πλησιάζουν, η αποχώρηση της Λαγκάρντ από την ΕΚΤ ξαναφέρνει στο τραπέζι μια συζήτηση που στη Γαλλία δεν έχει κλείσει ποτέ: ποιο θα είναι το μέλλον της στην εγχώρια πολιτική σκηνή; Και, κυρίως, θα μπορούσε μια προσωπικότητα με το κύρος της να φέρει κοντά δυνάμεις που ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, αλλά μοιράζονται έναν στόχο, να κλείσουν τον δρόμο στη Μαρίν Λεπέν;

Για την υποψηφιότητα, πάντως, η ίδια έχει ήδη απαντήσει. Στη συνέντευξή της στη «La Croix», στις 30 Σεπτεμβρίου, απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο, επικαλούμενη την ηλικία της και το προσωπικό κόστος μιας τέτοιας απόφασης. Δεν υπάρχει, λοιπόν, ανακοινωμένο σχέδιο καθόδου στις κάλπες ούτε δημιουργίας πολιτικού μετώπου. Μένει ανοιχτό ένα άλλο, πιο διακριτικό σενάριο: ο ρόλος του διαμεσολαβητή που διευκολύνει τον διάλογο, στηρίζει μια ευρύτερη συμφωνία ή παρεμβαίνει στη συζήτηση για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.

Κ. Πιερρακάκης: «Eξαιρετική η προσφορά σου»

Τη θεσμική αποτίμηση της θητείας της έκανε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης. Με ανάρτησή του ευχαρίστησε τη Λαγκάρντ «για την εξαιρετική προσφορά της ως προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας». Εκ μέρους του Eurogroup, αναγνώρισε τη συμβολή της στη σταθερότητα της Ευρωζώνης και την ηγεσία της σε δύσκολες συγκυρίες. Το μήνυμα αφορούσε αποκλειστικά την ευρωπαϊκή της διαδρομή· για πολιτική δραστηριότητα στη Γαλλία δεν έγινε λόγος.

Εκεί, το πρόβλημα είναι γνωστό. Ο μετριοπαθής χώρος δεν έχει καταφέρει να αναδείξει έναν αδιαμφισβήτητο εκπρόσωπο. Σε ανάλυσή του τον Σεπτέμβριο, το Γαλλικό Πρακτορείο περιέγραψε ένα τοπίο διάσπασης ανάμεσα στη Δεξιά, στο Κέντρο και στο μακρονικό στρατόπεδο. Ο Εντουάρ Φιλίπ, ο Γκαμπριέλ Ατάλ, ο Φρανσουά Μπαϊρού και άλλοι κινούνται παράλληλα, ο καθένας με τη δική του στρατηγική για τη διαδοχή του Μακρόν. Μια παρέμβαση της Λαγκάρντ θα είχε βάρος μόνο αν βοηθούσε αυτούς τους χώρους να συμφωνήσουν σε κοινή κατεύθυνση και σε κοινή διαδικασία επιλογής υποψηφίου.

Οι γέφυρες με τη μετριοπαθή Δεξιά

Πολιτικές αναφορές στη μετριοπαθή Δεξιά δεν της λείπουν. Μπήκε στην κυβέρνηση το 2005, επί προεδρίας Ζακ Σιράκ, αναλαμβάνοντας το Εξωτερικό Εμπόριο στην κυβέρνηση Ντομινίκ ντε Βιλπέν, και αργότερα υπηρέτησε στο υπουργείο Οικονομικών επί Νικολά Σαρκοζί. Η διαδρομή αυτή της δίνει γέφυρες με περισσότερες γενιές της κυβερνητικής Δεξιάς. Δεν της εξασφαλίζει όμως τη στήριξή τους, γιατί οι προσωπικές φιλοδοξίες, οι κομματικές ισορροπίες και η στάση του καθενός απέναντι στον Μακρόν θα βαρύνουν περισσότερο.

Κάτι ανάλογο ισχύει για την παράδοση του Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εστέν, που είναι περισσότερο ένα πολιτικό ακροατήριο παρά ένας οργανωμένος μηχανισμός. Η φιλελεύθερη οικονομική σκέψη, η ευρωπαϊκή ενοποίηση και η θεσμική σταθερότητα συνθέτουν ένα πεδίο όπου η Λαγκάρντ θα μπορούσε να μιλήσει. Οτι θα βρει ανταπόκριση είναι εύλογη υπόθεση, που όμως περιμένει επιβεβαίωση από πραγματικές τοποθετήσεις και συνεργασίες.

Μπορούν να συνεννοηθούν;

Η ανάγκη για ευρύτερη συνεννόηση, άλλωστε, έχει ήδη ειπωθεί φωναχτά. Στη «Le Parisien», στις 3 Οκτωβρίου, ο Ατάλ υποστήριξε μια συμμαχία που θα απλώνεται από τους ψηφοφόρους του Ραφαέλ Γκλικσμάν έως τη δημοκρατική Δεξιά. Παραδέχτηκε μάλιστα ότι, με τα δημοσκοπικά δεδομένα της στιγμής, ούτε εκείνος ούτε ο Φιλίπ μπορούν μόνοι τους να εξασφαλίσουν τη νίκη του κεντρώου χώρου. Εδειξε έτσι πόσο μεγάλη θα έπρεπε να είναι μια τέτοια συνεργασία, αφήνοντας αναπάντητο ποιος θα τη συντόνιζε και με ποιους όρους.

Προς την Κεντροαριστερά το έδαφος είναι πιο δύσβατο. Στους σοσιαλιστές και στην ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά, η ευρωπαϊκή πορεία και η υπεράσπιση των θεσμών μπορούν να δώσουν κοινό έδαφος. Η κοινωνική πολιτική, η φορολογία, οι συντάξεις και οι δημοσιονομικές προτεραιότητες, όμως, ζητούν συγκεκριμένες συμφωνίες. Τα χρόνια της στο ΔΝΤ και στην ΕΚΤ εξασφαλίζουν διαχειριστική αξιοπιστία σε ορισμένους, ενώ σε άλλους προκαλούν επιφυλάξεις. Μια τέτοια συμμαχία θα χρειαζόταν, επομένως, και πειστικό κοινωνικό περιεχόμενο.

Το πιο δύσκολο στοίχημα, ωστόσο, είναι οι ψηφοφόροι που έχουν στραφεί στη Λεπέν. Η αγωνία για το εισόδημα, την ασφάλεια και τις δημόσιες υπηρεσίες δεν λύνεται με μια συμφωνία κορυφής. Ζητά απαντήσεις που να φτάνουν στην καθημερινότητα.

Η Λαγκάρντ φέρνει εμπειρία διαπραγματεύσεων και διεθνή αναγνωρισιμότητα. Το αν θα τα κάνει πολιτικό κεφάλαιο εξαρτάται από τις δικές της αποφάσεις και από τη διάθεση των γαλλικών κομμάτων να συνεργαστούν. Προς το παρόν, όλα παραμένουν σενάρια για μια πιθανή επιρροή στην προεκλογική περίοδο, με τους υποψήφιους να διεκδικούν ακόμη την πρωτοβουλία των κινήσεων.