Μια ανάσα από την εκπνοή του χρόνου λήξης της θητείας της (31 Οκτωβρίου), η Ευρωπαία Εισαγγελέας, Λάουρα Κοβέσι, αποδεικνύει για άλλη μια φορά στην πράξη ότι έχει καταληφθεί πλήρως από μανία καταδίωξης εις βάρος της χώρας μας.
Μία εβδομάδα πριν από την ολοκλήρωση της θητείας της, η κ. Κοβέσι επέλεξε να μας υπενθυμίσει την αρχομανία της, κάνοντας ετεροχρονισμένα πράξη τις απειλές που είχε εκτοξεύσει την περασμένη άνοιξη, ότι θα προσφύγει στα αρμόδια όργανα προκειμένου να ακυρώσει την απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία η θητεία των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων ανανεωνόταν για δύο χρόνια και όχι για πέντε, όπως ήθελε εκείνη.
Μηδενική ουσία
Και εδώ γεννιούνται εύλογα ερωτήματα, όπως γιατί η κ. Κοβέσι κόπτεται τόσο για πενταετή θητεία των «υποτελών» της, καθώς εκείνο που θα έπρεπε να την ενδιαφέρει εκ της θέσεώς της ήταν αν οι εισαγγελείς που αναλαμβάνουν τα συγκεκριμένα καθήκοντα είναι ικανοί, αποτελεσματικοί και, κυρίως, αδέκαστοι.
Με προσφυγή της στο ΣτΕ, την περασμένη εβδομάδα και διά μέσω του καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών, Σπύρου Βλαχόπουλου, ζητάει να ακυρωθούν ως παράνομα τα Προεδρικά Διατάγματα, υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να εφαρμοστεί η απόφαση του Κολεγίου του Λουξεμβούργου, που ελήφθη τον περασμένο Νοέμβριο.
Ακολούθησε, αρκετούς μήνες μετά, η απόφαση του 11μελούς Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (ΑΔΣ) του Αρείου Πάγου με την οποία παρατάθηκε για μία διετία και όχι για πενταετία η θητεία των Πόπης Παπανδρέου, Χαρίκλειας Θάνου και Διονυσίου Μουζάκη, με την κ. Κοβέσι να απειλεί τότε ότι θα προσφύγει στα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Το πόσο ενοχλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο αποδείχτηκε και από τις επιστολές της προς στον υπουργό Δικαιοσύνης, Γ. Φλωρίδη, οι οποίες έσταζαν φαρμάκι.
Ακολούθως, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προσέφυγε στη Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ζητώντας την ακύρωση της απόφασης, αλλά της ήρθε δεύτερο χαστούκι όταν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η προσφυγή της με το αιτιολογικό ότι, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και το σύνταγμα, για θέματα υπηρεσιακής κατάστασης δικαστικών λειτουργών (προαγωγές, παράταση ή ανανέωσης θητείας κ.λπ.) μπορούν να προσφύγουν μόνο οι ίδιοι οι δικαστές και εισαγγελείς.
Η προσφυγή Κοβέσι προωθήθηκε από τον πρόεδρο του ΣτΕ, Μιχάλη Πικραμένο, στην Ολομέλεια του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου και προσδιορίστηκε να συζητηθεί το πρώτο δεκαπενθήμερο του ερχόμενου Ιανουάριου. Ωστόσο, οι δικαστές του Αρείου Πάγου δεν υπέκυψαν και ούτε θα υποκύψουν στις απειλές της κ. Κοβέσι, καθώς αποφασίζουν με μοναδικό τους γνώμονα και όπλο το σύνταγμα και τους νόμους του κράτους.
Πάντως στην προσφυγή της ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η Ελλάδα και το ΑΔΣ κινήθηκαν εκτός ευρωπαϊκής νομοθεσίας, παραβιάζοντας τον κανονισμό 2017/1939 και την οδηγία 2017/1371 της 5ης Ιουλίου 2017, ενώ υποστηρίζει ότι το ενωσιακό δίκαιο υπερισχύει του συντάγματος, των νόμων και των Προεδρικών Διαταγμάτων, θέση για την οποία ζητάει την επιβεβαίωση του Δικαστηρίου της ΕΕ.
Βάσει κανονισμών
Οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι έωλοι και νομικά αστήρικτοι και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα πέσουν στο κενό, αφού η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου για διετή παράταση στηρίχθηκε στον κανονισμό και στον σχετικό εφαρμοστικό νόμο, όπου προβλέπεται: Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 17 του Κανονισμού 2017/1939 το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφασίζει αρχικά για πενταετή θητεία των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων η οποία μπορεί να ανανεωθεί…
Η διατύπωση δηλαδή του κανονισμού, όπως και του σχετικού εφαρμοστικού νόμου 4786/2021, αφήνει ουσιαστικά στην κρίση του Συμβουλίου τη διάρκεια του χρόνου ανανέωσης της θητείας, όπως και την περίπτωση της μη ανανέωσης, ορίζοντας νέους, βάσει του καταλόγου.
Τέλος, να υπενθυμίσουμε ότι στη θέση της κ. Κοβέσι, καθήκοντα Γενικού Ευρωπαίου Εισαγγελέα αναλαμβάνει ο από το 2020 αναπληρωτής εισαγγελέας της ΕΕ, ο Αντρέ Ρίτερ, που εντάχθηκε στην Εισαγγελία της Γερμανίας το 1995 και υπήρξε προϊστάμενος διαφόρων Εισαγγελιών. Η θητεία του είναι επταετής και μη ανανεώσιμη.