Σε μια ομολογουμένως προβλέψιμη αναζήτηση ειδικού, ο οποίος θα φωτίσει τις επιπτώσεις στην ψυχολογική ζωή των εγκλείστων λόγω του κορωνoϊού, οδηγείται κανείς στην επικοινωνία με τον Ματθαίο Γιωσαφάτ.
Γίνεται όμως γρήγορα αντιληπτό ότι καμία συζήτηση μαζί του δεν είναι αναμενόμενη, χωρίς εκπλήξεις, αποκαλύψεις και μικρές ανατροπές. Ακόμη και όταν διατυπώνει τις γνωστές θέσεις του και αφηγείται το βαρύ φορτίο της παιδικής ηλικίας και τα τραύματα που κουβαλάμε. Ακούγεται σαν να επεξεργάζεται τις σκέψεις εκείνη τη στιγμή που μιλάει και η εικόνα του φτάνει μέσω βιντεοκλήσης από το κινητό. Αρχισα να πλάθω διάφορες θεωρίες στο μυαλό μου και να κάνω εικασίες που να εξηγούν αυτή την ικανότητά του, όση ώρα προσπαθούσε να βρει για τη συσκευή του την ιδανικότερη θέση πάνω στο γραφείο του.
Η εισαγωγική του πρόταση ήταν ένας μικρός αιφνιδιασμός: «Πώς καταντήσαμε έτσι όλοι κλεισμένοι μέσα στο σπίτι;». Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε: Δεν είναι λίγο φορτισμένες οι συγκεκριμένες λέξεις που χρησιμοποιεί, ειδικά όταν πρόκειται για περιορισμό που επιβλήθηκε για πολύ σοβαρούς λόγους υγείας; «Τα μέτρα ενόχλησαν – όπως όλους – και είναι απολύτως λογικό. Περιορίστηκε η ελευθερία μου, δεν μπορώ να βγω όποτε θέλω και να καθίσω σπίτι όταν το επιθυμήσω. Βεβαίως πολύ καλή έκαναν και τα πήραν, όμως δεν παύει να υπάρχει και αυτή η οπτική, να υποβόσκει και η σκέψη του περιορισμού. Το βράδυ που πέφτουμε να κοιμηθούμε βλέπουμε όνειρα – εγώ βλέπω και όταν δεν κοιμάμαι, αλλά είναι μια άλλη κουβέντα. Πολλά από αυτά είναι εφιάλτες. Ανοίγεις τα μάτια σου και νιώθεις ανακούφιση που ήταν ένα κακό όνειρο. Ετσι προσπαθώ ν’ αντιμετωπίσω το γεγονός, αλλά δυστυχώς ξυπνάω και βλέπω ότι είναι πραγματικότητα».
Και μάλιστα για πολλούς συνανθρώπους μας είναι δυσβάσταχτη η ρεαλιστική θέαση, συμπληρώνει ο διάσημος ψυχαναλυτής. Κατανοεί την απαισιοδοξία και εκείνους που θεωρούν ότι θα χρειαστεί αρκετός χρόνος για να ξεφύγουμε από αυτές τις συμπληγάδες. Η δική του εκτίμηση είναι διαφορετική.
«Ακούω πολλούς να λένε ότι ζούμε το τέλος του κόσμου. Υπερβολές! Αν ανατρέξει κανείς πίσω στην ιστορία θα διαπιστώσει ότι κάθε 120 χρόνια περίπου, η ανθρωπότητα μαστίζεται από μία πανδημία. Το 2020 ήρθε ο κορωνοϊός. Πέρυσι έχασαν τη ζωή τους αρκετές χιλιάδες ασθενείς τόσο στην Ιταλία και στη Γαλλία από γρίπη. Η ανησυχία τώρα είναι δικαιολογημένη διότι βρισκόμαστε μπροστά στο άγνωστο. Δεν είμαστε σε θέση να πούμε πού μπορεί να σταματήσει, θα πάω ακόμη πιο πίσω χρονικά στους αιματηρούς πολέμους, όπως στον Δεύτερο Παγκόσμιο όπου έχασαν τη ζωή τους 33 εκατομμύρια άνθρωποι. Ημουν μικρό παιδί και θυμάμαι να λένε για την απάνθρωπη βιαιότητα του Χίτλερ, αλλά και τις εκκαθαρίσεις που έκανε ο Στάλιν στη Ρωσία. Τα ακούγαμε, τα συζητούσαμε, αλλά δεν μας αφορούσαν, γιατί ήταν μακριά από εμάς. Οι άλλες, ακόμη πιο αισιόδοξες, σκέψεις ήταν ότι βρισκόμαστε σε πόλεμο και ότι κάποτε θα τελειώσει».
Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ ανασύρει από τη μνήμη ένα ακόμη βίωμά του για να ενισχύσει την ανομοιότητα των συνθηκών που βιώνουμε σήμερα – χωρίς να τις υποβαθμίζει – με εκείνες όπου η βία ήταν ορατή. «Υπηρετούσα τη θητεία μου στη Χίο κάπου στο τέλος της δεκαετίας του 1960 και οι Τούρκοι απείλησαν την Ελλάδα, ήμουν θαλαμοφύλακας και με ειδοποίησαν ότι μπορεί να γίνει πόλεμος. Ξύπνησα όλους τους φαντάρους. Ημασταν όλοι γιατροί που κάναμε τη θητεία μας και εκπαιδευόμασταν στη Χίο. Η δεύτερη εντολή που μας έδωσαν ήταν να πάρουμε τα όπλα. Ποια όπλα; Γιατροί ήμασταν, από σύριγγες ξέραμε μόνο. Υπήρχαν κάποια παλιά στο Μουσείο, τα παίρνουμε, ανεβαίνουμε σε μια ταράτσα και περιμένουμε τους Τούρκους. Βλέπουμε ένα πλοιάριο να έρχεται από απέναντι. Ρώτησα τι πρέπει να κάνουμε και η απάντηση των ανωτέρων ήταν: “Καθίστε εκεί μετά όπλα, να σας δουν και να φοβηθούν”. Ηταν αστείο όλο το σκηνικό. Στη συνέχεια γίνανε κάποιες ψευτοδιαπραγματεύσεις, επενέβησαν οι Αμερικανοί και ύστερα από μία ώρα έληξε το επεισόδιο».
Στο συμβάν που εξιστόρησε είναι βαθιά εντυπωμένες στο μυαλό του οι αντιδράσεις των συναδέλφων του – και παραλίγο συμπολεμιστών του – για να ξορκίσουν τον φόβο. Οσο βρίσκονταν πάνω στην ταράτσα και έτρεμαν έλεγαν σεξουαλικά αστεία. Επιστρέφει στο σήμερα τονίζοντας ότι εκείνη τη στιγμή είχαν έναν ορατέ) εχθρό απέναντι τους. «Επίσης υπήρχε πάντα η ελπίδα του να γλιτώσεις σε μια μάχη. Αυτός ο αποκλεισμός είναι κάτι καινούργιο και δεν ξέρουμε τι θα επιφέρει. Δεν γνωρίζουμε κατ’ αρχάς πώς θα λήξει όλη η επώδυνη περιπέτεια. Δεν υπάρχει εμβόλιο προς το παρόν για να μπορούμε να μιλάμε με σιγουριά».
Επιμένει ότι η δική του άποψη είναι αισιόδοξη και δεν αποδυναμώνεται από την αβεβαιότητα και το ασαφές που επικρατεί όπως λέει. Στα μέσα μαζικής επικοινωνίας απέφυγε να κάνει οποιαδήποτε δήλωση. «Με καλούν από διάφορα κανάλια, ραδιόφωνα και εφημερίδες. Παρακολουθώ διάφορους ψυχολόγους και διατυπώνουν θεωρίες περί αλλαγής του κόσμου μετά από αυτή την εμπειρία. Για έναν αναλυτή όμως είναι σαφές ότι δεν επέρχεται έτσι εύκολα μια αλλαγή. Η πορεία της συμπεριφοράς μας είναι καθορισμένη από την παιδική μας ηλικία και φυσικά από τα γονίδιά μας. Οι άνθρωποι μετά από κάθε δυσκολία μπαίνουν ξανά σε κανονικούς ρυθμούς αφήνοντας πίσω ό,τι έζησαν. Αυτό είναι στη φύση μας».
Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ θυμίζει ξανά ό,τι έχει πει πολλές φορές στο παρελθόν. Θεωρεί αναγκαίο να γίνει αντιληπτό ότι η πηγή των δεινών δεν είναι τα βιώματα της ενήλικης ζωής, αλλά εκείνα που έχουν καταγραφεί στα πρώτα χρόνια της ζωή του ανθρώπου. «Αρχίζουμε-όταν ξεπεράσουμε την όποια δυσκολία συναντήσουμε – να συμπεριφερόμαστε με βάση αυτά που έχουμε μέσα μας και καθορίζουν τη ζωή μας: την επιθετικότητα και τη σεξουαλικότητα που βέβαια είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Επειτα από λίγο καιρό ξεχνάμε».
«Ευτυχώς», σκέφτομαι, αλλά για την επιστήμη της ψυχανάλυσης εδώ βρίσκεται μια από τις πηγές των παθών μας. Η λήθη ή η συνεχής αναζήτηση τρόπων για να επουλώσουμε τα τραύματά μας είναι ο δρόμος προς την ελευθερία; Απάντηση δεν έλαβα γιατί με πρόλαβε ξανά η αφήγησή του: «Θα μπούμε πάλι στην πολιτική ρουτίνα, το ένα κόμμα θα κατηγορεί το άλλο, τα ζευγάρια θα μαλώνουν, θα αρχίσουμε να έχουμε ξανά τα άγχη της καθημερινότητας. Ακουσα στην τηλεόραση έναν ψυχολόγο να λέει ότι τώρα θα αντιληφθούμε τη ματαιότητα του κόσμου και ότι τα ζευγάρια θα λύσουν τα προβλήματά τους γιατί θα έρθουν πιο κοντά. Νομίζω ότι αυτός ο εγκλεισμός είναι η χειρότερη συνθήκη που μπορούσε να διαμορφωθεί ειδικά για ένα αντρόγυνο που έχει προβλήματα. Η καραντίνα δημιουργεί το ιδανικότερο περιβάλλον για να αναδυθούν πιο εύκολα στην επιφάνεια. Ας το κάνουμε εικόνα: Είναι κλεισμένος σε ένα σπίτι κάποιος με τον σύντροφό του που δεν τα πηγαίνουν καλά. Τα προβλήματα που υπήρχαν μεταξύ τους καλύπτονταν, επειδή δεν υπήρχε χρόνος για να τα βγάλουν στην επιφάνεια. Τι μπορεί να συμβεί;».
«Υπακούμε μόνο στο μαστίγιο και στον φόβο»
Η επιστημονική ανάλυσή του μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον του συνομιλητή του αμείωτο. Είναι επίσης απολαυστική η επιδεξιότητά του να μεταπηδά σε θέματα που θεωρεί απαραίτητο να θίξει ξανά για να συμπληρώσει: «Θέλω να επιστρέψουμε πάλι σε αυτό που ζούμε και μας βασανίζει όλους, θεωρώ ότι πολύ σύντομα θα βγει ένα εμβόλιο και θα μείνει ό,τι ζούμε μόνο ως κακή ανάμνηση». Η συζήτηση τώρα περιστρέφεται στο πώς συμπεριφερθήκαμε ως λαός στο σύνθημα «μένουμε σπίτι, μένουμε ασφαλείς». Πώς πειθαρχήσαμε εύκολα και γρήγορα σε τόσο αυστηρούς κανόνες, όταν στην ιστορία μας μέχρι τώρα είναι καταγεγραμμένο ότι έχουμε εξεγερθεί για αστεία πράγματα. Οπως παραδείγματος χάρη για το ωράριο των νυχτερινών κέντρων. «Δεν συμμορφωθήκαμε από την αρχή. Να σας θυμίσω τι έγινε στο καρναβάλι της Πάτρας από την κοσμοσυρροή, ενώ είχε απαγορευθεί. Οταν την επόμενη μέρα μπήκαν έξι άτομα με συμπτώματα της ασθένειας στο νοσοκομείο, τότε μαζεύτηκαν. Οι άνθρωποι δεν είναι στην πλειονότητά τους ώριμοι για να δεχθούν και να υποχωρήσουν μπροστά στον κίνδυνο. Και αυτό δεν συνδέεται με την ευφυΐα και τη μόρφωσή τους. Υπακούμε μόνο στο μαστίγιο και στον φόβο. Ο κόσμος θέλει να υπακούει σε κάποιον γιατί αισθάνεται ότι έτσι τον προστατεύει».
Ενσωματώνει στη συζήτηση ένα ακόμη κλειδί της ψυχανάλυσης που σχετίζεται με την επικράτηση του ισχυρού. «Είναι τετριμμένο, αλλά απολύτως ρεαλιστικό από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα. Αλλάζει μόνο αμφίεση αυτή η επιβολή. Πάντα ο αδύναμος ή πεθαίνει ή φεύγει. Αυτό συμβαίνει και σε ό,τι αφορά την επιλογή συντρόφου από τις γυναίκες. Η πλειονότητα θέλει τον πιο δυνατό – να μη σας παραξενεύει αυτό που λέω. Αν είχαμε ώρα για να το αναλύσουμε θα διαφαινόταν πιο καθαρά τι εννοώ. Βεβαίως ο σημερινός πολιτισμός έχει επανακαθορίσει τη δύναμη. Στην εποχή μας μπορεί να είναι τα χρήματα, τα όπλα, η γνώση».
Ναι, η γνώση είναι δύναμη, σκέφτομαι, αλλά ο σημαντικός ψυχαναλυτής αρχίζει ν’ αφηγείται μια έρευνα που διάβασε πριν από λίγο καιρό και αποτύπωνε πώς εκλαμβάνουν σήμερα οι γυναίκες αυτή την έννοια. Στις περισσότερες χώρες όπου έγιναν δημοσκοπήσεις οι γυναίκες απάντησαν ότι δύναμη στον άντρα είναι τα χρήματα. Οι Αγγλίδες μόνο έβαλαν πρώτο να γνωρίζουν οι σύντροφοί τους να φτιάχνουν τα ηλεκτρικά και γενικά να μπορούν να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού. Το σεξ ήταν τελευταίο. «Έτσι δίνουμε τη μάχη μας απέναντι στον φόβο του θανάτου. Η συνειδητοποίηση της φθοράς μας και του πεπερασμένου δημιουργεί τη σεξουαλικότητα που είναι η βάση του έρωτα. Ο έρωτας είναι μια ακόμη εξέλιξη που επέφερε ο πολιτισμός στις ανθρώπινες σχέσεις. Εν αρχή ην το σεξ. Ξέρετε, στον τρόμο του τέλους αποδίδεται και η πολυγαμικότητα των ανδρών».
«Θέλουμε ν’ ακουμπάμε ο ένας τον άλλον»
Αν λοιπόν η επιθετικότητα συνδέεται με τον φόβο του θανάτου και της επιβίωσης τι επιφυλάσσει το άμεσο μέλλον όταν όλη η ανθρωπότητα έρχεται αντιμέτωπη καθημερινά με αυτούς τους εφιάλτες; Η έξαρση της βίας θα είναι πρώτο πράγμα που θα βιώσουμε; «Μπορεί. Εκείνο όμως που σίγουρα δημιουργείται είναι η ανάγκη της επαφής. Θέλουμε ν’ ακουμπάμε ο ένας τον άλλον, να κάνουμε παιδιά, να υπάρχουμε».
Ο κύκλος της ζωής θα συνεχιστεί, δεν υπάρχει αμφιβολία. Επανερχόμαστε στα βιώματα της παιδικής ηλικίας που καθορίζουν τη σεξουαλική ζωή μας, το τι άνθρωποι θα γίνουμε, τις κοινωνικές, τις προσωπικές και τις επαγγελματικές μας σχέσεις. «Η βάση μπαίνει στα πρώτα χρόνια της ζωής μας – εδώ στηρίζεται όλη η ψυχανάλυση και η ψυχοθεραπεία. Τα βιώματα αυτής της χρονικής περιόδου επηρεάζουν τις μετέπειτα επιλογές μας. Αν θα είσαι σίγουρος, φοβισμένος, δυνατός, αδύναμος, τι επάγγελμα και τι σύντροφο θα επιλέξεις. Ολα αυτά βέβαια συμβαίνουν ασυνείδητα. Ως παιδιά δεν έχουμε τη δυνατότητα να τα αντιμετωπίσουμε και τα “χώνουμε” σε μια ντουλάπα. Μια κοινωνία για να προχωρήσει πρέπει να φωτίσει αυτή την ανάγκη των ανθρώπων. Να αντιμετωπίζουν από νωρίς τη ζωή σε σωστές διαστάσεις και με ιδανική καθοδήγηση. Είναι ο μόνος τρόπος για να πάμε μπροστά. Αυτός είναι και ο λόγος που έκανα – μαζί με την ομάδα μου – να μπουν από το νήπιο στο σχολείο τα “Μαθήματα ζωής”. Εκπαιδευμένοι δάσκαλοι θα μιλούν – ανάλογα με την ηλικία τους για το σεξ, τις σχέσεις με τους γονείς, τους φόβους τους και τις ανησυχίες τους. Εχει γίνει η πρώτη έγκριση και μας ζήτησαν να καταθέσουμε μια πιο αναλυτική πρόταση. Ελπίζουμε σύντομα να έχουμε νεότερα».
Λίγο πριν τερματίσουμε τη βιντεοκλήση τον ρωτώ τι τον έκανε να αφήσει τη νευροχειρουργική και να αφοσιωθεί στην ψυχανάλυση. «Ηθελα να κατανοήσω πρωτίστως εμένα. Ψυχαναλύομαι κι εγώ μέσα από τους ασθενείς μου. Μου ήρθε στο μυαλό πρόσφατα όταν μπήκα για πρώτη φορά στη ζωή ως ασθενής στο νοσοκομείο. Επαθα θρόμβωση και μετά πνευμονία». Τι σκεφτήκατε όταν αρρωστήσατε; «Οτι δεν ήθελα να πεθάνω».
- Της Ζωής Λιάκα από την εφημερίδα Τα Νέα