Ο Προκόπης Παυλόπουλος ανακάλυψε ξανά την ανάγκη υπεράσπισης του κράτους δικαίου. Μόνο που η θεσμική του αυστηρότητα προκαλεί εύλογα ερωτήματα για το παρελθόν.

Σε συνέντευξή του στον Σωτήρη Πολύζο, στον τηλεοπτικό σταθμό TRT, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας εμφανίστηκε βαθύτατα προβληματισμένος για την ποιότητα της ελληνικής Δημοκρατίας, με αφορμή την υπόθεση των υποκλοπών.

«Δεν μπορώ να ξεπεράσω το θέμα των Υποκλοπών. Είναι ένα βαρύ τραύμα στην καρδιά του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα», δήλωσε, κάνοντας λόγο για «καφκική νοοτροπία» και καταγγέλλοντας τη σιωπή απέναντι σε όσα απαιτούν εξηγήσεις.

Ωραία λόγια. Και θεσμικώς απολύτως θεμιτή η ανησυχία του. Μόνο που υπάρχει μια λεπτομέρεια: ο Προκόπης Παυλόπουλος διετέλεσε Πρόεδρος της Δημοκρατίας από το 2015 έως το 2020, κατά το μεγαλύτερο μέρος της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ.

Τότε, όταν η χώρα συγκλονιζόταν από τις καταγγελίες για παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, όταν η κυβέρνηση Τσίπρα συγκρουόταν με το Συμβούλιο της Επικρατείας για τις τηλεοπτικές άδειες και όταν η υπόθεση Novartis προκαλούσε σφοδρές θεσμικές αντιπαραθέσεις, δεν ακούσαμε από τον κ. Παυλόπουλο την ίδια ηχηρή, σχεδόν καταγγελτική ρητορική που επιστρατεύει σήμερα.

Ο άνθρωπος που σήμερα καταγγέλλει τη σιωπή ως σύμπτωμα θεσμικής παρακμής οφείλει να εξηγήσει γιατί, όταν βρισκόταν στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, η δική του δημόσια αυστηρότητα δεν είχε πάντοτε την ίδια ένταση.

Διότι το κράτος δικαίου δεν αρχίζει να κινδυνεύει όταν αλλάζει κυβέρνηση ούτε η υπεράσπισή του αποκτά αξία μόνο μετά την αποχώρηση από το Προεδρικό Μέγαρο.

Κατά τα άλλα, εύστοχη η αναφορά στον Κάφκα. Μόνο που ο συγγραφέας της Δίκης θα είχε ίσως ενδιαφέρον να παρακολουθήσει και αυτή την ελληνική ιδιομορφία: την επιλεκτική ένταση της θεσμικής ευαισθησίας, ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στην εξουσία.