Αισιοδοξία για την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης εξέφρασε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, αποκαλύπτοντας ενθαρρυντικές συνομιλίες με την Τουρκία.
Με την επίσκεψή του στο Ποντιφικό Ανατολικό Ινστιτούτο της Ρώμης, όπου σπούδασε πριν από περίπου έξι δεκαετίες, ολοκλήρωσε την Τετάρτη 28 Οκτωβρίου την πενθήμερη παρουσία του στην Ιταλία ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.
Η επιστροφή του στον χώρο των μεταπτυχιακών του σπουδών αποτέλεσε αφορμή για μια προσωπική αναδρομή στα χρόνια της νεότητάς του, αλλά και για αναφορές στις προοπτικές επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και στην πορεία του διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.
Νωρίτερα το πρωί, ο Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας είχε επισκεφθεί τη Βασιλική της Αγίας Μαρίας της Μείζονος (Santa Maria Maggiore), όπου προσευχήθηκε στον τάφο του εκλιπόντος Πάπα Φραγκίσκου, με τον οποίο διατηρούσε στενή προσωπική σχέση.
«Η Χάλκη είναι πλέον μια πληγή, αλλά και μια ελπίδα»
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η τοποθέτηση του Βαρθολομαίου για τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, η οποία παραμένει κλειστή από το 1971.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υπογράμμισε ότι η λειτουργία μιας θεολογικής σχολής είναι καθοριστική για τη συνέχεια και την πνευματική πορεία της Εκκλησίας.
«Η θεολογική σχολή είναι ο χώρος στον οποίο μια Εκκλησία ετοιμάζει το μέλλον της», ανέφερε, προσθέτοντας ότι το κλείσιμό της καθιστά αβέβαιο το μέλλον αυτό.
Ωστόσο, εξέφρασε συγκρατημένη αισιοδοξία για τις πρόσφατες εξελίξεις, αποκαλύπτοντας ότι, μετά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο της Τουρκίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει αρχίσει νέες συνομιλίες με το τουρκικό υπουργείο Εθνικής Παιδείας και το Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης.
«Σήμερα, όμως, μπορούμε να μιλάμε όχι μόνον για πληγή αλλά και για ελπίδα», δήλωσε.
«Υποδεχόμαστε αυτή την εξέλιξη με ειλικρινή ευγνωμοσύνη και ενθαρρύνουμε κάθε έναν που εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση να φέρει την προσπάθεια σε πέρας», συμπλήρωσε, εκφράζοντας την προσδοκία να ανοίξουν ξανά οι πύλες της ιστορικής σχολής.
Η επιστροφή στο Ινστιτούτο όπου σπούδασε πριν από 60 χρόνια
Στο Ποντιφικό Ανατολικό Ινστιτούτο (Orientale), το οποίο συνδέεται με το Ποντιφικό Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο, οργανώθηκε ειδική έκθεση αφιερωμένη στα χρόνια των σπουδών του Πατριάρχη, ενώ του αποδόθηκε τιμητική διάκριση.
Ο Βαρθολομαίος είχε μεταβεί στη Ρώμη το 1963, με υποτροφία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προκειμένου να πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στο Κανονικό Δίκαιο, τις οποίες ολοκλήρωσε με την απόκτηση διδακτορικού τίτλου.
Στη διάλεξή του θυμήθηκε τις δυσκολίες των πρώτων μηνών, όταν τα μαθήματα και οι εξετάσεις πραγματοποιούνταν αποκλειστικά στα λατινικά. Όπως ανέφερε, χρειάστηκε να καταβάλει εντατική προσπάθεια για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των σπουδών του, μαθαίνοντας τη γλώσσα μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στους καθηγητές του, οι οποίοι διαμόρφωσαν την επιστημονική και θεολογική του σκέψη, καθώς και στον Πατριάρχη Αθηναγόρα, χάρη στον οποίο είχε την ευκαιρία να σπουδάσει στο εξωτερικό.
«Ήμουν φοιτητής όταν ο πάγος εννέα αιώνων άρχισε να λιώνει»
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης στάθηκε επίσης σε δύο ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τις σχέσεις της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Ρώμη.
Υπενθύμισε τη συνάντηση του Πατριάρχη Αθηναγόρα με τον Πάπα Παύλο ΣΤ΄ στα Ιεροσόλυμα, τον Ιανουάριο του 1964, και την αμοιβαία άρση, στις 7 Δεκεμβρίου 1965, των αναθεμάτων που συνδέονταν με το Σχίσμα του 1054.
«Ήμουν ένας φοιτητής, όταν ο πάγος εννέα αιώνων άρχισε να λιώνει», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την εποχή κατά την οποία τέθηκαν οι βάσεις για την αναθέρμανση των σχέσεων μεταξύ των δύο Εκκλησιών.
Αυτή η εμπειρία, όπως εξήγησε, επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα πορεία του και τη διαρκή προσήλωσή του στον διαχριστιανικό διάλογο.
«Ο Θεός μού έδωσε τον Θρόνο του Αγίου Ανδρέα»
Ολοκληρώνοντας τη διάλεξή του, ο Βαρθολομαίος αναφέρθηκε με συγκίνηση στη διαδρομή που τον οδήγησε από τα φοιτητικά έδρανα της Ρώμης στον Οικουμενικό Θρόνο.
«Πριν από σχεδόν εξήντα χρόνια, ένα Σάββατο πριν από τα Χριστούγεννα, ένας νεαρός διάκονος υποστήριξε εδώ τη διατριβή του, χωρίς να γνωρίζει πού θα τον οδηγούσε ο Θεός», είπε.
Θυμήθηκε ότι τότε επιθυμούσε να επιστρέψει στη Χάλκη ως καθηγητής του Κανονικού Δικαίου, μια προοπτική που ανατράπηκε με το κλείσιμο της Σχολής.
«Φαντάστηκε μια έδρα στη Χάλκη. Ο Θεός του έδωσε αντ' αυτού τον Θρόνο του Αγίου Ανδρέα», ανέφερε, εξηγώντας ότι η αποστολή του τελικά συνδέθηκε με τη διαφύλαξη της κανονικής παράδοσης ολόκληρης της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του προς τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, τον θεολόγο Αμίλκα Αλιβιζάτο, τον καθηγητή του Ιβάν Ζούζεκ και όλους όσοι συνέβαλαν στην εκπαίδευσή του. Ιδιαίτερη μνεία έκανε και στον Πάπα Φραγκίσκο, τον οποίο αποκάλεσε φίλο του.
Κλείνοντας, διατύπωσε την ευχή να επαναλειτουργήσει σύντομα η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, να ενισχυθεί η ενότητα των Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών και να συνεχιστεί η προσέγγιση με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
«Προσευχόμαστε οι δύο αδελφές Εκκλησίες μας, οι οποίες συνδέονται με τόσους πολλούς κοινούς κανόνες, να μοιραστούν ξανά μια μέρα το ίδιο Ποτήρι», υπογράμμισε.
Ο Πατριάρχης ολοκλήρωσε την ομιλία του εκφράζοντας την ευχή το Ινστιτούτο να παραμείνει «ένα σχολείο της Χριστιανικής Ανατολής, ένας τόπος συνάντησης και ένα σπίτι».