Νέο γενικό εισαγγελέα εξέλεξε η ουγγρική Βουλή, καθώς η κυβέρνηση του Πέτερ Μάγιαρ εντείνει τις έρευνες για υποθέσεις διαφθοράς της εποχής Όρμπαν.

Ο Πέτερ Φέγιες, πρώην εισαγγελικός λειτουργός με πολυετή εμπειρία, αναλαμβάνει την ηγεσία της ουγγρικής εισαγγελίας σε μια περίοδο κατά την οποία οι δικαστικές έρευνες για φερόμενες οικονομικές παρατυπίες υψηλόβαθμων στελεχών της προηγούμενης κυβέρνησης επιταχύνονται.

Η εκλογή του εντάσσεται στην προσπάθεια του πρωθυπουργού Πέτερ Μάγιαρ να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να διερευνηθούν καταγγελίες διαφθοράς που αφορούν τον πρώην πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν και πρόσωπα του στενού πολιτικού του περιβάλλοντος.

Με 139 ψήφους η εκλογή του νέου γενικού εισαγγελέα

Ο 65χρονος Πέτερ Φέγιες, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε το 2025 έπειτα από μακρά σταδιοδρομία στην εισαγγελία, εξελέγη την Τρίτη 3 Νοεμβρίου με 139 ψήφους υπέρ και έξι κατά, έπειτα από μυστική ψηφοφορία στο ουγγρικό κοινοβούλιο των 199 εδρών.

Το κυβερνών κόμμα Tisza διαθέτει περισσότερες από τα δύο τρίτα των κοινοβουλευτικών εδρών, ενώ το Fidesz του Όρμπαν και ο σύμμαχός του, το Χριστιανοδημοκρατικό Λαϊκό Κόμμα (KDNP), απείχαν από τη διαδικασία.

Ο νέος γενικός εισαγγελέας ορκίστηκε αμέσως μετά την εκλογή του, αναλαμβάνοντας εννεαετή θητεία, με επίσημη έναρξη καθηκόντων στις 4 Νοεμβρίου.

Ο πρωθυπουργός χαιρέτισε την εξέλιξη με ανάρτησή του στο Facebook, στέλνοντας μήνυμα προς όσους φέρονται να εμπλέκονται σε υποθέσεις διαφθοράς.

«Στο όνομα όλων των Ούγγρων, σας εύχομαι κάθε επιτυχία στο έργο σας. Να τρέμετε, κλέφτες! Και όλοι οι άλλοι εγκληματίες επίσης», έγραψε ο Μάγιαρ.

Συγγνώμη για τις παραλείψεις της εισαγγελίας

Η ανάληψη καθηκόντων από τον Φέγιες συνοδεύεται από προσδοκίες για ενίσχυση της ανεξαρτησίας της εισαγγελικής αρχής, η οποία δέχθηκε έντονη κριτική κατά τη 16ετή διακυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν.

Επικριτές της προηγούμενης κυβέρνησης κατηγορούσαν τον θεσμό ότι λειτουργούσε με τρόπο που προστάτευε πολιτικούς συμμάχους του πρώην πρωθυπουργού από ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να κλονιστεί η εμπιστοσύνη των πολιτών.

Σε συνέντευξή του στον συντηρητικό ιστότοπο Válasz Online, ο νέος γενικός εισαγγελέας είχε τονίσει ότι οι βασικές προτεραιότητές του θα είναι «ο επαγγελματισμός, η ταχύτητα και η ανεξαρτησία έναντι της πολιτικής», δηλώνοντας διατεθειμένος να επανεξετάσει παλαιότερες υποθέσεις, εφόσον προκύψουν νέα στοιχεία.

Μετά την εκλογή του, προχώρησε σε μια ασυνήθιστη δημόσια απολογία ενώπιον του κοινοβουλίου.

Ζήτησε συγγνώμη για «ορισμένες αποφάσεις που έλαβε η εισαγγελία τον τελευταίο καιρό, ή για την αδράνειά της, οι οποίες δικαίως και κατανοητά τραυμάτισαν το κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Τρεις πρώην υπουργοί υπό κράτηση για υποθέσεις διαφθοράς

Η αλλαγή στην ηγεσία της εισαγγελίας πραγματοποιείται ενώ τρεις πρώην υπουργοί βρίσκονται υπό κράτηση στο πλαίσιο ερευνών για φερόμενη διαφθορά.

Ανάμεσά τους βρίσκεται ο Γκιόργκι Ματόλτσι, πρώην υπουργός Οικονομίας και διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ουγγαρίας επί 12 χρόνια, από το 2013 έως το 2025, τον οποίο ο Όρμπαν είχε χαρακτηρίσει στο παρελθόν «δεξί του χέρι».

Ο Ματόλτσι συνελήφθη τον Οκτώβριο στο πλαίσιο έρευνας για φερόμενη οικονομική απάτη που προκάλεσε ιδιαίτερα σημαντική ζημία σε δημόσιους πόρους. Η υπόθεση παραμένει υπό διερεύνηση, χωρίς να έχει υπάρξει δικαστική απόφαση που να διαπιστώνει την ενοχή του.

Οι διωκτικές αρχές εξετάζουν επίσης υποθέσεις που αφορούν άλλα στελέχη της προηγούμενης κυβέρνησης, ενώ ο Βίκτορ Όρμπαν έχει απορρίψει τις σχετικές έρευνες εναντίον πρώην συνεργατών του ως πολιτικά υποκινούμενες.

Η υπόθεση της ουκρανικής «χρυσής αυτοκινητοπομπής»

Σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις γύρω από τη γενική εισαγγελία διαδραμάτισε και η υπόθεση της αποκαλούμενης ουκρανικής «χρυσής αυτοκινητοπομπής», η οποία προκάλεσε πολιτική και διπλωματική αντιπαράθεση τον περασμένο Μάρτιο.

Στις 5 Μαρτίου 2026, οι ουγγρικές αρχές ακινητοποίησαν δύο θωρακισμένα οχήματα της ουκρανικής κρατικής τράπεζας Oschadbank, τα οποία μετέφεραν χρήματα και χρυσό μέσω της Ουγγαρίας.

Κατά την επιχείρηση τέθηκαν υπό κράτηση επτά υπάλληλοι της τράπεζας, ενώ κατασχέθηκαν 40 εκατομμύρια δολάρια, 35 εκατομμύρια ευρώ και εννέα κιλά χρυσού.

Η επέμβαση πραγματοποιήθηκε λίγες εβδομάδες πριν από τις ουγγρικές βουλευτικές εκλογές, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Όρμπαν είχε αναγάγει την υποτιθέμενη απειλή από την Ουκρανία σε κεντρικό θέμα της προεκλογικής του εκστρατείας.

Η αρχική έρευνα για ενδεχόμενη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ολοκληρώθηκε χωρίς να στοιχειοθετηθεί σχετικό αδίκημα. Οι συλληφθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι και τα κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία επιστράφηκαν.

Παραμένει, ωστόσο, ανοιχτή ξεχωριστή έρευνα για τις συνθήκες της επιχείρησης και πιθανές παραβιάσεις δικαιωμάτων.

Ο εισαγγελέας Παλ Φύρχτ, ο οποίος είχε αναλάβει τη διερεύνηση της υπόθεσης, παραιτήθηκε τον Ιούνιο, καταγγέλλοντας στη συνέχεια παρεμπόδιση του έργου του από ανωτέρους του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τα στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί υποδείκνυαν ότι η απόφαση για την αναχαίτιση των οχημάτων είχε ληφθεί με άμεση εμπλοκή του Βίκτορ Όρμπαν.

Οι καταγγελίες αυτές αποτελούν αντικείμενο έρευνας και δεν συνιστούν δικαστικά αποδεδειγμένη ευθύνη του πρώην πρωθυπουργού.

Η παραίτηση του προκατόχου και η απόρριψη της πρώτης υποψηφιότητας

Η υπόθεση της ουκρανικής χρηματαποστολής επηρέασε και τη διαδικασία επιλογής του νέου γενικού εισαγγελέα.

Ο προηγούμενος επικεφαλής της εισαγγελίας, Γκάμπορ Μπάλιντ Νάγκι, υπέβαλε την παραίτησή του τον Ιούλιο, υπό την πίεση της κυβέρνησης Μάγιαρ, η οποία είχε εξαγγείλει την απομάκρυνση υψηλόβαθμων αξιωματούχων που είχαν διοριστεί κατά τη διακυβέρνηση Όρμπαν.

Η αποχώρησή του συνδέθηκε επίσης με την αντιπαράθεση γύρω από τη «χρυσή αυτοκινητοπομπή».

Τον Σεπτέμβριο, το κοινοβούλιο απέρριψε την πρώτη υποψηφιότητα για τη θέση, εκείνη του Ζόλταν Σάτμαρι, ύστερα από δημοσιεύματα που συνέδεαν τον αδελφό του με την έρευνα για την επιχείρηση κατά των ουκρανικών οχημάτων.

Ακολούθησε η υποψηφιότητα του Πέτερ Φέγιες, την οποία υπέβαλε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Άντρας Μπάκα και ενέκρινε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η νέα ηγεσία της εισαγγελίας καλείται πλέον να διαχειριστεί τις εκκρεμείς έρευνες διαφθοράς, να εξετάσει καταγγελίες για παλαιότερες παρεμβάσεις στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην ανεξαρτησία του θεσμού.