Η εμμηνόπαυση είναι μια φυσιολογική φάση στη ζωή της γυναίκας, παρότι για χρόνια περιβαλλόταν από σιωπή, στερεότυπα και ανισότητες. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Εμμηνόπαυσης, στις 18 Οκτωβρίου, ο χρόνιος πόνος και η επίδρασή του στην καθημερινότητα των γυναικών βρίσκονται στο επίκεντρο της ενημέρωσης.

Σύμφωνα με νέα επιστημονική ανασκόπηση της International Menopause Society (IMS), περίπου μία στις δύο γυναίκες στη μέση ηλικία αντιμετωπίζει χρόνιο πόνο. Οι συνέπειές του μπορεί να εκτείνονται από τον ύπνο και την εργασία μέχρι τις απλές καθημερινές δραστηριότητες. Ωστόσο, συχνά δεν αναγνωρίζεται επαρκώς και δεν λαμβάνει την κατάλληλη αντιμετώπιση.

Η Ελληνική Εταιρεία Εμμηνόπαυσης (ΕΛ.ΕΤ.ΕΜ) υπογραμμίζει την ανάγκη οι γυναίκες να μπορούν να αναγνωρίζουν τα συμπτώματά τους και να έχουν πρόσβαση σε φροντίδα προσαρμοσμένη στις προσωπικές τους ανάγκες.

Το φετινό μήνυμα, «Χρόνιος πόνος στη μέση ηλικία – Από την αναγνώριση στην τεκμηριωμένη φροντίδα», δίνει έμφαση στη σοβαρή αξιολόγηση του πόνου, στη διερεύνηση των αιτιών του και στην επιλογή παρεμβάσεων με επιστημονική τεκμηρίωση. Το γεγονός ότι εμφανίζεται συχνά δεν τον καθιστά αναπόφευκτη συνέπεια της εμμηνόπαυσης, ούτε σημαίνει ότι οι γυναίκες οφείλουν να τον υπομένουν.

Μια φυσιολογική φάση με διαφορετική εμπειρία για κάθε γυναίκα

Παρότι η εμμηνόπαυση αποτελεί φυσιολογική μετάβαση, οι αλλαγές που τη συνοδεύουν ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής. Οι εξάψεις, η κόπωση, οι μεταβολές στη διάθεση, οι διαταραχές ύπνου και η δυσκολία συγκέντρωσης μπορεί να εμφανίζονται παράλληλα με μυϊκούς και αρθρικούς πόνους. Στην ίδια περίοδο μπορεί επίσης να συνυπάρχουν ημικρανίες ή χρόνιος πόνος στην περιοχή της λεκάνης.

Η έναρξη των συμπτωμάτων δεν συμπίπτει απαραίτητα με την οριστική διακοπή της περιόδου. Αρκετές γυναίκες παρατηρούν αλλαγές ήδη από την περιεμμηνόπαυση. Εκτός από τις εξάψεις και τον διαταραγμένο ύπνο, μπορεί να εκδηλωθούν πόνοι στους μυς και στις αρθρώσεις, δυσκολίες στη μνήμη και στη συγκέντρωση, γνωστές ως brain fog, αλλά και κολπική ξηρότητα ή δυσφορία.

Η ένταση και η διάρκεια αυτών των ενοχλήσεων διαφέρουν. Κάποιες γυναίκες περνούν αυτή τη φάση με ήπια συμπτώματα, ενώ άλλες βλέπουν να επηρεάζονται η επαγγελματική τους ζωή, οι καθημερινές υποχρεώσεις, οι προσωπικές σχέσεις και η σεξουαλική τους ζωή. Η αναγνώριση των αλλαγών επιτρέπει να ξεκινήσει μια ουσιαστική συζήτηση με τον γιατρό για τις διαθέσιμες επιλογές αντιμετώπισης.

Επιπλέον, τα συμπτώματα μπορούν να επιβαρύνουν το ένα το άλλο. Ο πόνος δυσχεραίνει την κίνηση και τον ύπνο, ενώ η έλλειψη ξεκούρασης και η κόπωση κάνουν συχνά δυσκολότερη τη διαχείρισή του.

Ο μυοσκελετικός πόνος εμφανίζεται ιδιαίτερα συχνά. Η ανασκόπηση της IMS περιλαμβάνει στοιχεία που δείχνουν ότι αφορά περίπου το 71% των γυναικών στην περιεμμηνόπαυση, κατά τη μετάβαση δηλαδή προς την εμμηνόπαυση. Το ποσοστό περιγράφει πόνους στους μυς και στις αρθρώσεις ανεξάρτητα από το πόσο διαρκούν. Αντίθετα, ως χρόνιος πόνος ορίζεται εκείνος που επιμένει ή επανεμφανίζεται για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών.

Ο ρόλος των ορμονικών μεταβολών στον πόνο

Οι ορμονικές μεταβολές μπορούν να επηρεάσουν τόσο την εμφάνιση όσο και την ένταση του πόνου. Δεν αποτελούν, όμως, τον μοναδικό παράγοντα. Η ηλικία, η κατάσταση του μυοσκελετικού συστήματος, η ποιότητα του ύπνου, η διάθεση και η σωματική δραστηριότητα συμμετέχουν επίσης σε αυτή τη σύνθετη εικόνα.

Για τον λόγο αυτό, ο επίμονος πόνος χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση και δεν πρέπει να αποδίδεται αυτομάτως στην εμμηνόπαυση. Εάν αλλάζει χαρακτήρα, γίνεται εντονότερος ή περιορίζει τις καθημερινές δραστηριότητες, η αναζήτηση ιατρικής βοήθειας δεν χρειάζεται να περιμένει τη συμπλήρωση τριών μηνών.

«Ο πόνος δεν πρέπει να θεωρείται “φυσιολογικός” μόνο και μόνο επειδή μια γυναίκα βρίσκεται στη μέση ηλικία ή στην εμμηνόπαυση. Είναι σημαντικό οι γυναίκες να μιλούν για τα συμπτώματά τους, να ζητούν ιατρική αξιολόγηση και να γνωρίζουν ότι υπάρχουν δυνατότητες αντιμετώπισης.

Η σωστή ενημέρωση και η εξατομικευμένη φροντίδα μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά στην καθημερινότητα και στην ποιότητα ζωής τους», επισημαίνει η κυρία Αθανασία Παππά, Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εμμηνόπαυσης.

Για να ακολουθήσει η κατάλληλη φροντίδα, χρειάζεται να συνεκτιμώνται ο πόνος, τα υπόλοιπα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης και το συνολικό ιατρικό ιστορικό. Το πλάνο αντιμετώπισης μπορεί να περιλαμβάνει κατάλληλη άσκηση, φυσικοθεραπεία, παρεμβάσεις για τη βελτίωση του ύπνου και φαρμακευτική αγωγή. Όπου κρίνεται απαραίτητο, απαιτείται συνεργασία γιατρών διαφορετικών ειδικοτήτων.

Οι ορμονικές και μη ορμονικές θεραπείες για τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης επιλέγονται με βάση την εξατομικευμένη εκτίμηση κάθε γυναίκας. Η ορμονική θεραπεία δεν αποτελεί καθολική απάντηση σε κάθε μορφή πόνου.

Η συζήτηση με τον γιατρό είναι μέρος της φροντίδας

Η ΕΛ.ΕΤ.ΕΜ ενθαρρύνει τις γυναίκες να περιγράφουν στον γιατρό τους όχι μόνο τις ενοχλήσεις που αισθάνονται, αλλά και τις συνέπειές τους στην καθημερινότητα. Οι δυσκολίες στην κίνηση ή στις υποχρεώσεις, οι αλλαγές στον ύπνο και όσα πλέον δεν μπορούν να κάνουν με την ίδια ευκολία αποτελούν χρήσιμες πληροφορίες για την αξιολόγηση.

Αυτό εκφράζει και την ουσία του φετινού μηνύματος: η αναγνώριση των συμπτωμάτων να οδηγεί σε σωστή διερεύνηση και σε ένα εξατομικευμένο σχέδιο φροντίδας, που θα βοηθά τη γυναίκα να λειτουργεί καλύτερα και να βελτιώνει την ποιότητα ζωής της.

Η Ελληνική Εταιρεία Εμμηνόπαυσης είναι επιστημονική εταιρεία με αντικείμενο την έρευνα, την ενημέρωση και την εκπαίδευση για την υγεία της γυναίκας στη μέση ηλικία. Με δράσεις ευαισθητοποίησης και συνεργασίες με επιστημονικούς φορείς, επιδιώκει την ενδυνάμωση των γυναικών, τον περιορισμό των στερεοτύπων και την ανάδειξη της σημασίας της συνολικής φροντίδας κατά την εμμηνόπαυση.