Ευρωπαίοι διπλωμάτες του ΝΑΤΟ φοβούνται ότι ενδεχόμενη ήττα των Ρεπουμπλικανών στις αμερικανικές εκλογές θα προκαλέσει σκληρότερη στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Συμμαχία.

Σε κατάσταση αυξημένης ανησυχίας βρίσκονται οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, την Τρίτη 3 Νοεμβρίου, καθώς ένα δυσμενές αποτέλεσμα για τους Ρεπουμπλικανούς ενδέχεται να επηρεάσει τις διατλαντικές σχέσεις και την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα του Politico, πέντε διπλωμάτες του ΝΑΤΟ, που μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας, εκφράζουν φόβους ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να κλιμακώσει την αντιπαράθεσή του με τους Ευρωπαίους συμμάχους, εφόσον χάσει μέρος της πολιτικής του επιρροής στο Κογκρέσο.

Η βασική εκτίμησή τους είναι ότι ένα νομοθετικό σώμα υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών θα περιόριζε τη δυνατότητα του Τραμπ να προωθεί την εσωτερική του ατζέντα, ωθώντας τον να επικεντρωθεί στην εξωτερική πολιτική, όπου οι προεδρικές αρμοδιότητες είναι ευρύτερες.

Τρεις από τους διπλωμάτες θεωρούν πιθανό ένα τέτοιο ενδεχόμενο να οδηγήσει στην αποχώρηση χιλιάδων επιπλέον Αμερικανών στρατιωτών από την Ευρώπη.

Ανώτερος Ευρωπαίος αξιωματούχος στον τομέα της άμυνας παρατήρησε ότι οι πρόεδροι με περιορισμένη πολιτική ισχύ συχνά συνδυάζουν την απογοήτευσή τους με περισσότερο τολμηρές πρωτοβουλίες στις διεθνείς σχέσεις. Πρόσθεσε ότι οι επικρίσεις κατά του ΝΑΤΟ φαίνεται να αποτελούν σταθερό χαρακτηριστικό της πολιτικής αντίληψης του Τραμπ.

«Μπορεί να είναι εξαιρετικά εκνευρισμένος. Αν συμβεί αυτό, θα είναι πολύ σκληρός», προειδοποίησε άλλος διπλωμάτης της Συμμαχίας.

Η κρίσιμη επανεξέταση των αμερικανικών δυνάμεων

Στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών προβληματισμών βρίσκεται η επανεξέταση της διάταξης των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ευρώπη, την οποία πραγματοποιεί το Πεντάγωνο και η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τον Δεκέμβριο.

Οι αποφάσεις που θα ακολουθήσουν ενδέχεται να επηρεάσουν την παρουσία των ΗΠΑ σε στρατηγικές βάσεις, καθώς και την κατανομή των στρατιωτικών δυνατοτήτων μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού.

Διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να αξιοποιήσει τη διαδικασία για μια εκτεταμένη αναδίπλωση αμερικανικών δυνάμεων, επιδιώκοντας παράλληλα να συσπειρώσει την πολιτική βάση του κινήματος MAGA.

Το ενδεχόμενο αυτό εξετάζεται σε μια περίοδο κατά την οποία, σύμφωνα με το Politico, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται να έχουν σημαντικές προοπτικές ανάκτησης της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ ανοιχτό παραμένει το ενδεχόμενο αλλαγής συσχετισμών και στη Γερουσία. Το δημοσίευμα επισημαίνει επίσης ότι η δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Η απάντηση του Λευκού Οίκου: «Ο Τραμπ έχει προσφέρει περισσότερα στο ΝΑΤΟ»

Απέναντι στις ευρωπαϊκές ανησυχίες, ο Λευκός Οίκος υπερασπίζεται τον απολογισμό του προέδρου στην ευρωατλαντική ασφάλεια.

Η βοηθός γραμματέας Τύπου Ολίβια Γουέιλς (Olivia Wales) δήλωσε στο Politico ότι «ο πρόεδρος Τραμπ έχει προσφέρει στο ΝΑΤΟ περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον».

Επικαλέστηκε τη συμφωνία για αύξηση των αμυντικών δαπανών των συμμάχων στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γροιλανδία και τις διπλωματικές προσπάθειες της Ουάσιγκτον για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι ο Τραμπ παραμένει δυσαρεστημένος από τη στάση ορισμένων συμμάχων, θεωρώντας ότι όφειλαν να υποστηρίξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες στον πόλεμο με το Ιράν.

«Ο πρόεδρος δεν πρόκειται ποτέ να συμβιβαστεί με την ελεγχόμενη παρακμή της Δύσης και θα συνεχίσει, χωρίς καμία απολογία, να προωθεί τα συμφέροντά μας τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό», υπογράμμισε.

Ουκρανία και Πούτιν: Οι φόβοι για μια ευρύτερη συμφωνία

Οι επιφυλάξεις των Ευρωπαίων εντείνονται από τις πρόσφατες διατλαντικές τριβές, ιδιαίτερα μετά τη διακοπή της παροχής δορυφορικών υπηρεσιών Starlink προς την Ουκρανία και τις νέες κινήσεις προσέγγισης του Τραμπ με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν.

Η συγκυρία θεωρείται ιδιαίτερα ευαίσθητη, καθώς η Ρωσία φέρεται να εντείνει τις επιχειρήσεις δολιοφθοράς και τις δραστηριότητες υβριδικού πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Η Οάνα Λουνγκέσκου, πρώην αξιωματούχος του ΝΑΤΟ και διακεκριμένη ερευνήτρια του βρετανικού Royal United Services Institute (RUSI), προειδοποίησε ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία θα μπορούσε να μετατραπεί σε διαπραγματευτικό μέσο.

Κατά την εκτίμησή της, ο Τραμπ ενδέχεται να συνδέσει τη διατήρηση των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη με την αποδοχή μιας ειρηνευτικής συμφωνίας για την Ουκρανία, την οποία θα προωθούσε η Ουάσιγκτον.

Η Λουνγκέσκου επισήμανε τον κίνδυνο να ενταχθούν η αναδιάταξη των αμερικανικών δυνάμεων, το ουκρανικό ζήτημα και η συνολική αρχιτεκτονική ασφαλείας της ευρωπαϊκής ηπείρου σε μία ευρύτερη συμφωνία με τη Μόσχα, με σοβαρές συνέπειες για την ασφάλεια των συμμάχων.

Στα πρόσθετα σενάρια που εξετάζουν οι διπλωμάτες περιλαμβάνονται η περικοπή της αμερικανικής χρηματοδότησης προς τα κοινά ταμεία του ΝΑΤΟ, ο περιορισμός του προγράμματος PURL για την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού στην Ουκρανία και η περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Πιθανές ανακατατάξεις στο Πεντάγωνο και το μέλλον του Χέγκσεθ

Ένα αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα για τους Ρεπουμπλικανούς θα μπορούσε επίσης να προκαλέσει αλλαγές στην ηγεσία του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας.

Σύμφωνα με το Politico, ο υπουργός Πιτ Χέγκσεθ έχει προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια σε μέλη του Κογκρέσου, καθώς αποφεύγει να παρέχει τακτικές ενημερώσεις, ιδιαίτερα προς τους Δημοκρατικούς, σχετικά με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τη διαχείριση των αμυντικών κονδυλίων.

Η κατάσταση αυτή έχει ενισχύσει τις εκτιμήσεις περί ενδεχόμενης αποχώρησής του, εφόσον οι Ρεπουμπλικανοί υποστούν σημαντικές απώλειες στις κάλπες.

Ένα Κογκρέσο υπό δημοκρατικό έλεγχο θα μπορούσε να ξεκινήσει κοινοβουλευτικές έρευνες για την αποπομπή δεκάδων ανώτερων αξιωματικών, στρατηγών και ναυάρχων, καθώς και για τη διαχείριση της σύγκρουσης με το Ιράν.

Ανάλογες διαδικασίες θα ασκούσαν πρόσθετη πίεση στον Χέγκσεθ και στους συνεργάτες του, περιορίζοντας τα περιθώρια άσκησης της πολιτικής τους.

Σε περίπτωση αντικατάστασής του, η μεταβατική περίοδος στο Πεντάγωνο θα μπορούσε να καθυστερήσει για εβδομάδες ή και μήνες την υλοποίηση σημαντικών αποφάσεων για τις αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ευρώπη.

Το όριο των 76.000 στρατιωτών και οι δυνατότητες του Κογκρέσου

Η αμερικανική νομοθεσία προβλέπει σήμερα ελάχιστη παρουσία 76.000 στρατιωτικών στην Ευρώπη, παρέχοντας έναν βαθμό θεσμικής προστασίας απέναντι σε μονομερείς αποφάσεις δραστικής μείωσης των δυνάμεων.

Ωστόσο, η Τζένιφερ Καβανά, ανώτερη ερευνήτρια της δεξαμενής σκέψης Defense Priorities, αμφισβητεί κατά πόσον οι συγκεκριμένοι περιορισμοί θα μπορούσαν να διατηρηθούν σε περίπτωση νομικής αμφισβήτησης.

Όπως σημείωσε, η διοίκηση Τραμπ έχει επανειλημμένα παρακάμψει τις κατευθύνσεις του Κογκρέσου για τη χρηματοδότηση, διαθέτοντας πόρους σε δραστηριότητες που δεν είχαν λάβει έγκριση από το νομοθετικό σώμα. Υποστήριξε επίσης ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει δείξει προθυμία να αγνοήσει δικαστικές αποφάσεις.

Σύμφωνα με την ίδια, μια εκτεταμένη αμερικανική αποχώρηση θα δημιουργούσε ιδιαίτερα σοβαρά κενά στις ευρωπαϊκές αμυντικές δυνατότητες, κυρίως στους τομείς του ηλεκτρονικού πολέμου, της αντιαεροπορικής άμυνας, των πληροφοριών και της αναγνώρισης, του εναέριου ανεφοδιασμού και της υλικοτεχνικής υποστήριξης.

Πρόκειται για κρίσιμες στρατιωτικές λειτουργίες, στις οποίες αρκετά ευρωπαϊκά κράτη εξακολουθούν να εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι πιο επιφυλακτικές φωνές εντός της Συμμαχίας

Παρά τις ανησυχίες, δεν συμμερίζονται όλοι οι σύμμαχοι την εκτίμηση ότι ο Τραμπ θα προχωρήσει σε αποφάσεις ικανές να αποδυναμώσουν σοβαρά το ΝΑΤΟ.

Ο υπουργός Άμυνας του Μαυροβουνίου, Ντράγκαν Κράποβιτς (Dragan Krapović), υπενθύμισε ότι οι συζητήσεις περί ενδεχόμενης αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμμαχία έχουν επανέλθει πολλές φορές χωρίς να επαληθευτούν.

«Το Κογκρέσο είναι εκείνο που λαμβάνει την απόφαση, την τελική απόφαση, σχετικά με τη μείωση των στρατευμάτων στην Ευρώπη», δήλωσε στο Politico, υπογραμμίζοντας τον ρόλο των αμερικανικών θεσμών.

Αντίθετα, ένας έκτος διπλωμάτης του ΝΑΤΟ εξέφρασε αμφιβολίες για τη δυνατότητα ασφαλών προβλέψεων σχετικά με τις κινήσεις του Αμερικανού προέδρου.

«Για να διατυπώσει κανείς προβλέψεις με υψηλή πιθανότητα επαλήθευσης, χρειάζεται ένα υποκείμενο που λαμβάνει ορθολογικές αποφάσεις», σχολίασε, προσθέτοντας ότι, κατά την άποψή του, η συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν συντρέχει στην περίπτωση του σημερινού ενοίκου του Λευκού Οίκου.

Το ΝΑΤΟ και το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας δεν απάντησαν στα αιτήματα του Politico για σχολιασμό.