Η εκλογική συντριβή των Ρεπουμπλικανών στις ΗΠΑ στέλνει προειδοποιητικό μήνυμα στην Ευρώπη, καθώς η ακρίβεια και η στεγαστική κρίση ανατρέπουν πολιτικές ισορροπίες.

Η δυσαρέσκεια για το κόστος διαβίωσης, που συνέβαλε στην επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, στρέφεται πλέον εναντίον του. Η βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, με τους Δημοκρατικούς να εξασφαλίζουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, προσφέρει ένα σημαντικό πολιτικό δίδαγμα στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το Politico, η οργή των πολιτών για τις αυξημένες τιμές, τους στάσιμους μισθούς και τα απρόσιτα ενοίκια δεν γνωρίζει ιδεολογικά σύνορα. Μπορεί να αναδείξει λαϊκιστές ηγέτες στην εξουσία, αλλά και να οδηγήσει στην αποδοκιμασία τους όταν οι υποσχέσεις τους παραμένουν ανεκπλήρωτες.

Το φαινόμενο αποκτά ιδιαίτερη σημασία για χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Ελλάδα, όπου οι οικονομικές πιέσεις τροφοδοτούν την κοινωνική δυσαρέσκεια και αναδιατάσσουν τους κομματικούς συσχετισμούς.

Η ακρίβεια τιμωρεί όσους κυβερνούν

«Ο Τραμπ ήρθε στην εξουσία υποσχόμενος να μειώσει το κόστος διαβίωσης. Κατηγορούσε την προηγούμενη κυβέρνηση για τον πληθωρισμό και υποσχόταν την επιστροφή ποιοτικών θέσεων εργασίας. Αυτό δεν συνέβη», δήλωσε στο Politico η Ιρένε Τινάγκλι, Ιταλίδα ευρωβουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί προειδοποίηση και για την πρωθυπουργό της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι, η οποία έχει βρεθεί αντιμέτωπη με διαδηλώσεις για το αυξημένο κόστος των καυσίμων και τις επιβαρύνσεις των νοικοκυριών.

Ο Ματιέ Γκαλάρ, διευθυντής ερευνών της Ipsos, εξηγεί ότι οι κυβερνώντες αντιμετωπίζουν παρόμοιους κινδύνους, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης.

«Οι ηγέτες της ακροδεξιάς ή της ριζοσπαστικής δεξιάς, όταν αναλαμβάνουν την εξουσία, βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τα παραδοσιακά κόμματα και αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες», σημειώνει.

Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αναφέρει την εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία και τη σημαντική υποχώρηση της υποστήριξης προς τους ακροδεξιούς Σουηδούς Δημοκράτες.

Ανάλογες πιέσεις δέχεται στη Γερμανία ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, καθώς οι Χριστιανοδημοκράτες έχουν υποστεί εκλογικές απώλειες απέναντι στην ακροδεξιά σε ανατολικά ομόσπονδα κρατίδια και στη ριζοσπαστική Αριστερά στο Βερολίνο.

Στην Ισπανία, ενόψει των πρόωρων εκλογών της 29ης Νοεμβρίου, η στεγαστική κρίση και η αγοραστική δύναμη έχουν αναδειχθεί σε κεντρικά ζητήματα της αντιπαράθεσης.

Το ακροδεξιό Vox κατηγορεί την κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ ότι αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες των πολιτών, ενώ οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν ενίσχυση της επιρροής του και προοπτική συνεργασίας με το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα. Ωστόσο, τόσο το Vox όσο και το Λαϊκό Κόμμα είχαν καταψηφίσει κυβερνητικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.

Η Λεπέν επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τη δυσαρέσκεια

Για τη Μαρίν Λεπέν και τον Εθνικό Συναγερμό, η αμερικανική εκλογική αναμέτρηση προσφέρει διαφορετικό πολιτικό δίδαγμα: όσο η δυσαρέσκεια στρέφεται εναντίον των κυβερνήσεων, τα κόμματα της αντιπολίτευσης μπορούν να επιχειρήσουν να την αξιοποιήσουν.

Η Γαλλίδα πολιτικός έχει τοποθετήσει την αγοραστική δύναμη στο επίκεντρο της εκστρατείας της για τις προεδρικές εκλογές του 2027, συνδέοντας τις οικονομικές δυσκολίες των νοικοκυριών με τη δημοσιονομική πολιτική των κυβερνήσεων της τελευταίας περιόδου.

Ο βουλευτής του Εθνικού Συναγερμού Αλεξάντρ Λουμπέ, από τους βασικούς συντάκτες του οικονομικού προγράμματος του κόμματος, εκτιμά ότι το κόστος ζωής θα κυριαρχήσει στην προεκλογική αντιπαράθεση.

«Το πλεονέκτημα για εμάς είναι ότι είμαστε συνεπείς σε αυτό το θέμα. Είναι λίγο σαν το μεταναστευτικό. Ο κόσμος μάς έχει ήδη στο μυαλό του όσον αφορά αυτά τα ζητήματα», ανέφερε.

Η Λεπέν προβάλλει δεσμεύσεις για μειώσεις φόρων στην ενέργεια, προστασία των συνταξιούχων από δημοσιονομικές περικοπές και παρεμβάσεις στη στεγαστική αγορά.

Παράλληλα, επιχειρεί να επενδύσει σε έναν αισιόδοξο προεκλογικό λόγο. Στο πρόσφατο συνέδριο του κόμματός της υιοθέτησε μάλιστα το σύνθημα «Αναγέννηση», το οποίο είχε χρησιμοποιήσει ο πολιτικός χώρος του Εμανουέλ Μακρόν.

«Υπάρχει μια αίσθηση απαισιοδοξίας στη χώρα. Πρέπει να προσφέρουμε λίγη ελπίδα, ένα όραμα, μια κατεύθυνση», εξήγησε ο Λουμπέ.

Την ίδια ώρα, ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ, ένας από τους σημαντικότερους υποψηφίους του κεντρώου χώρου, δυσκολεύεται να αποκτήσει πολιτική δυναμική προβάλλοντας ένα πρόγραμμα οικονομικού ρεαλισμού.

Το κοινωνικό ρήγμα πίσω από την πολιτική οργή

Σύμφωνα με την Πένι Νας, αντιπρόεδρο του αμερικανικού ερευνητικού οργανισμού German Marshall Fund, οι οικονομικές ανισότητες βρίσκονται στον πυρήνα της πολιτικής δυσαρέσκειας και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

«Η συζήτηση για το κόστος ζωής στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ταξικό ζήτημα», σημειώνει, εξηγώντας ότι τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα πλήττονται δυσανάλογα όταν οι ενεργειακές δαπάνες απορροφούν μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Η ίδια διακρίνει ομοιότητες με τις πρόσφατες κινητοποιήσεις μαθητών στη Γαλλία, οι οποίες ξεκίνησαν από οικονομικά ασθενέστερα προάστια και ανέδειξαν ευρύτερες κοινωνικές ανισότητες.

Το κοινό χαρακτηριστικό των διαμαρτυριών στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γερμανία είναι η αίσθηση ότι οι νεότερες γενιές αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόσβαση στη στέγη και στην οικονομική ανεξαρτησία.

Για τη Δανή ευρωβουλευτή Σίγκριντ Φρις, το συμπέρασμα από τις αμερικανικές εκλογές υπερβαίνει τις παραδοσιακές κομματικές αντιπαραθέσεις.

«Αν θέλεις να κερδίσεις τις καρδιές και τα μυαλά των πολιτών, δεν μπορείς να καταπολεμήσεις τον λαϊκισμό προσπαθώντας να υπερασπιστείς το υφιστάμενο καθεστώς», υποστήριξε, εκτιμώντας ότι οι νεότερες προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να εκφράσουν την απαίτηση για αλλαγή.

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης του Politico είναι ότι η οικονομική δυσαρέσκεια μπορεί να ευνοήσει διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις, ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στην κυβέρνηση και ποιος διεκδικεί την εξουσία.

Έτσι, ενώ η ακρίβεια συνέβαλε στην αποδοκιμασία του Τραμπ, στη Γαλλία αποτελεί κεντρικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης για τη Λεπέν. Το κοινό στοιχείο είναι η αυξανόμενη δυσπιστία των ψηφοφόρων απέναντι στις κυβερνήσεις που αδυνατούν να βελτιώσουν την καθημερινότητά τους.