Το αμφίρροπο εκλογικό αποτέλεσμα στο Ισραήλ περιπλέκει τους σχεδιασμούς του Ντόναλντ Τραμπ για το Ιράν, τη Γάζα και τη Μέση Ανατολή.

Η αδυναμία ανάδειξης σαφούς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στις ισραηλινές εκλογές δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για τον Ντόναλντ Τραμπ, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον καλείται να διαχειριστεί τη στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ιράν, το αδιέξοδο στη Γάζα και τις μεταβαλλόμενες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με ανάλυση του Ματ Σπετάλνικ για το Reuters, ο συνασπισμός δεξιών και ακροδεξιών κομμάτων του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου κατέλαβε τις περισσότερες έδρες στην Κνεσέτ κατά τις εκλογές της Τρίτης, χωρίς ωστόσο να διατηρήσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το αποτέλεσμα αυτό προέκυψε παρά τη δημόσια υποστήριξη του Τραμπ προς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, απέναντι στην αντίπαλη συμμαχία υπό τον πρώην αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, Γκάντι Αϊζενκότ.

Οι δύο πολιτικές παρατάξεις αδυνατούν, προς το παρόν, να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες συμμαχίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης, παρότι ο Νετανιάχου διατηρεί συγκριτικό πλεονέκτημα. Η προοπτική παρατεταμένων διαπραγματεύσεων, ακόμη και νέας προσφυγής στις κάλπες, αφήνει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό επικεφαλής υπηρεσιακής κυβέρνησης.

Πρόκειται για την πρώτη εκλογική αναμέτρηση μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν. Η έκβασή της αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τις αμερικανοϊσραηλινές σχέσεις, καθώς συμπίπτει με την ενδεχόμενη επανάληψη στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον της Τεχεράνης και τη σταδιακή υποχώρηση της υποστήριξης προς το Ισραήλ στην αμερικανική κοινή γνώμη.

«Η ισραηλινή πολιτική μπορεί να είναι περίπλοκη», σχολίασε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην σύμβουλος για τη Μέση Ανατολή σε κυβερνήσεις Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών, επισημαίνοντας ότι η Ουάσιγκτον θα επιθυμούσε ένα σαφέστερο πολιτικό τοπίο, κάτι που παραμένει δύσκολο να επιτευχθεί.

Ποια κυβέρνηση θα εξυπηρετούσε τα σχέδια του Τραμπ

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία του Ισραήλ, έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ικανότητα πολιτικής επιβίωσης και φαίνεται πως απέφυγε μια ακόμη εκλογική ήττα. Η προσωπική του σχέση με τον Τραμπ εκτείνεται σε βάθος δεκαετιών και περιλαμβάνει περιόδους στενής συνεργασίας, αλλά και κατά καιρούς εντάσεις.

Είναι, επιπλέον, ο μοναδικός Ισραηλινός πρωθυπουργός με τον οποίο έχει συνεργαστεί ο Τραμπ κατά την άσκηση των προεδρικών του καθηκόντων.

Αντίθετα, ο Γκάντι Αϊζενκότ, ο οποίος επιχείρησε να εμφανιστεί ως πολιτικός εκτός του παραδοσιακού κομματικού κατεστημένου, προβάλλοντας τη στρατιωτική του εμπειρία και τις θέσεις του για την εθνική ασφάλεια, δεν είναι γνωστό να έχει συναντηθεί με τον Αμερικανό πρόεδρο. Οι πιθανότητες σχηματισμού κυβέρνησης υπό την ηγεσία του έχουν περιοριστεί, χωρίς να έχουν εξαλειφθεί.

Κατά ορισμένους αναλυτές, μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με πρωθυπουργό τον Νετανιάχου θα μπορούσε να αποτελέσει την ευνοϊκότερη εξέλιξη για την Ουάσιγκτον, προσφέροντας στον Τραμπ έναν σταθερό συνομιλητή σε μια περίοδο έντονων περιφερειακών αναταράξεων. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν εμφανίζεται πρόθυμο να προχωρήσει σε μια τέτοια συμφωνία.

Όταν το Axios ρώτησε την Τετάρτη τον Τραμπ εάν σκόπευε να παρέμβει υπέρ του σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό τον Νετανιάχου, εκείνος απάντησε ότι δεν είχε εξετάσει το ενδεχόμενο, προσθέτοντας: «Θα το εξετάσω».

Το Ιράν και το ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών επιθέσεων

Η σημαντικότερη στρατηγική παράμετρος για την αμερικανική κυβέρνηση παραμένει η αντιπαράθεση με το Ιράν, καθώς τόσο ο Τραμπ όσο και ο Νετανιάχου έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Η σύγκρουση, η οποία διαρκεί ήδη οκτώ μήνες, έχει προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό και άνοδο των τιμών της βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες, επιβαρύνοντας παράλληλα τα ποσοστά δημοτικότητας του Αμερικανού προέδρου.

Οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, από τις οποίες θα κριθεί εάν οι Ρεπουμπλικανοί θα διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.

Στις 18 Οκτωβρίου, όταν είχε ταχθεί δημόσια υπέρ της επανεκλογής Νετανιάχου, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι επιθυμούσε την παραμονή του στην πρωθυπουργία προκειμένου να συμβάλει σύντομα στην «ολοκλήρωση της δουλειάς» εναντίον του Ιράν.

Μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων, που αποδείχθηκαν ευνοϊκότερα για τον Νετανιάχου σε σχέση με τις προεκλογικές δημοσκοπήσεις, ο Αμερικανός πρόεδρος σχολίασε ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός τα πήγε «πολύ καλά», αποδίδοντας μάλιστα μέρος της επιτυχίας του στη δική του παρέμβαση.

Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα υπονοήσει ότι ΗΠΑ και Ισραήλ θα μπορούσαν να επαναλάβουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν μετά τις αμερικανικές εκλογές. Επικριτές του Νετανιάχου, ακόμη και εντός του Ισραήλ, εκτιμούν ότι μια νέα επιχείρηση θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τον ίδιο για την ενίσχυση της πολιτικής του θέσης όσο παραμένει επικεφαλής της υπηρεσιακής κυβέρνησης.

Ο Τζόναθαν Πανίκοφ, πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών για τη Μέση Ανατολή και νυν συνεργάτης του Atlantic Council στην Ουάσιγκτον, εκτιμά ότι οποιαδήποτε ισραηλινή κυβέρνηση προκύψει θα ευθυγραμμιστεί πιθανότατα με τον Τραμπ, εφόσον εκείνος αποφασίσει να εγκαταλείψει τη σημερινή στάση αναμονής και να κλιμακώσει τη σύγκρουση με την Τεχεράνη.

«Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα υπάρξουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους σε αυτό το ζήτημα», σημείωσε.

Παρά τη στρατηγική σύμπλευση, έχουν υπάρξει διαφωνίες ανάμεσα στον Τραμπ και τον Νετανιάχου, αλλά και μεταξύ της Ουάσιγκτον και σημαντικού μέρους της ισραηλινής κοινής γνώμης, ιδίως όταν ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανιζόταν διατεθειμένος να εξετάσει παραχωρήσεις προς το Ιράν στο πλαίσιο των διπλωματικών διαπραγματεύσεων, οι οποίες πλέον βρίσκονται σε αδιέξοδο.

Γάζα: Περιορισμένες προοπτικές αλλαγής πολιτικής

Στο ζήτημα της Λωρίδας της Γάζας, η ανάδειξη νέας κυβέρνησης δύσκολα θα οδηγήσει σε ουσιαστική μεταβολή της ισραηλινής πολιτικής έναντι των Παλαιστινίων, καθώς οι βασικοί πολιτικοί αντίπαλοι συγκλίνουν σε κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας.

Η κατάσταση αυτή περιπλέκει τις προσπάθειες υπέρβασης του διπλωματικού αδιεξόδου με τη Χαμάς και δυσχεραίνει την πλήρη εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου του Τραμπ για τη Γάζα.

Ο πόλεμος που ακολούθησε τη διασυνοριακή επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή μεγάλου μέρους του παλαιστινιακού θύλακα και τον θάνατο δεκάδων χιλιάδων Παλαιστινίων.

Σύμφωνα με το Reuters, αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν εκφράσει κατ' ιδίαν την απογοήτευσή τους για την αδιάλλακτη, κατά την εκτίμησή τους, στάση του Νετανιάχου, ο οποίος επιμένει ότι η Χαμάς πρέπει να αφοπλιστεί πριν σημειωθεί περαιτέρω πρόοδος.

Από την πλευρά του, ο Αϊζενκότ, που έχασε έναν γιο και δύο ανιψιούς του στον πόλεμο της Γάζας, επιχείρησε προεκλογικά να αξιοποιήσει τη στρατιωτική του εμπειρία και ταυτόχρονα να προσεγγίσει τον πολιτικό χώρο του κέντρου.

Παρότι έχει δεσμευτεί να διακόψει τη συνεργασία με τους ακροδεξιούς πολιτικούς εταίρους του Νετανιάχου, διατηρεί αυστηρές θέσεις για την ασφάλεια, οι οποίες αντανακλούν το πολιτικό κλίμα που διαμορφώθηκε στο Ισραήλ μετά τις επιθέσεις του 2023.

Όπως και ο σημερινός πρωθυπουργός, αντιτίθεται στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους και θεωρεί αναγκαία την καταστροφή της στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς.

Μία ουσιαστική διαφοροποίηση αφορά τη Δυτική Όχθη, όπου ο Αϊζενκότ έχει δεσμευτεί να αντιμετωπίσει τη βία Ισραηλινών εποίκων σε βάρος Παλαιστινίων.

Η κυβέρνηση Νετανιάχου κατηγορείται ότι ανέχεται τέτοιες επιθέσεις, οι οποίες έχουν προκαλέσει τις τελευταίες εβδομάδες επικρίσεις και από Αμερικανούς αξιωματούχους. Στην Ουάσιγκτον επικρατεί ανησυχία ότι η κατεχόμενη Δυτική Όχθη ενδέχεται να μετατραπεί σε νέα εστία περιφερειακής αποσταθεροποίησης.

Η πίεση στο Κογκρέσο και οι αντιδράσεις του MAGA

Πέρα από τις εξελίξεις στο Ισραήλ, ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ενδεχόμενη ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι δημοσκοπήσεις αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο οι Δημοκρατικοί να αποκτήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων, στη Γερουσία ή και στα δύο σώματα κατά τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να ενισχύσει την πίεση προς τον Λευκό Οίκο για αναθεώρηση της αμερικανικής πολιτικής έναντι του Ισραήλ. Δημοκρατικοί νομοθέτες εμφανίζονται ολοένα πιο επικριτικοί για τη διεξαγωγή του πολέμου στη Γάζα, με αποτέλεσμα να ενδέχεται να αναζωπυρωθεί η συζήτηση για τον περιορισμό της στρατιωτικής βοήθειας και των παραδόσεων αμερικανικών όπλων, συνολικής αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Οι αντιδράσεις, πάντως, δεν περιορίζονται στο Δημοκρατικό Κόμμα. Στο εσωτερικό του κινήματος MAGA, στελέχη και υποστηρικτές του Τραμπ ασκούν αυξανόμενη κριτική στο Ισραήλ, με ορισμένους να το κατηγορούν ότι παραπλάνησε τον Αμερικανό πρόεδρο σχετικά με τη δυνατότητα μιας εύκολης στρατιωτικής νίκης επί του Ιράν.

Η δυσαρέσκεια αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, δεδομένου ότι ο Τραμπ είχε στηρίξει την προεκλογική του εκστρατεία για τη δεύτερη προεδρική θητεία στην υπόσχεση αποφυγής νέων στρατιωτικών επεμβάσεων στο εξωτερικό.

Η διεθνής απομόνωση του Ισραήλ

Στις εσωτερικές αμερικανικές πιέσεις προστίθεται και η επιδείνωση της διεθνούς θέσης του Ισραήλ, ένα ζήτημα για το οποίο ο ίδιος ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει τον Νετανιάχου ήδη από τον Ιούνιο, σε συνέντευξή του στο Axios.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Reuters, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η αυξανόμενη διεθνής απομόνωση του Ισραήλ θα είναι δύσκολο να αναστραφεί, ανεξάρτητα από το ποια πολιτική ηγεσία θα αναλάβει τελικά την εξουσία.

Η παρατεταμένη κυβερνητική αβεβαιότητα στο Ισραήλ, σε συνδυασμό με την πιθανότητα μεταβολής των κοινοβουλευτικών ισορροπιών στις ΗΠΑ, περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών του Ντόναλντ Τραμπ. Οι αποφάσεις για το Ιράν, η τύχη του ειρηνευτικού σχεδίου στη Γάζα και η διατήρηση της αμερικανικής υποστήριξης προς το Ισραήλ θα εξαρτηθούν πλέον από ένα σύνθετο πλέγμα πολιτικών και στρατηγικών εξελίξεων, τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην Ουάσιγκτον.