Ο υπουργός Μεταφορών της Ισπανίας απορρίπτει τις εκκλήσεις παραίτησης μετά το δεύτερο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα μέσα στο 2026.
Αντιμέτωπος με αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις βρίσκεται ο Όσκαρ Πουέντε, καθώς η Ισπανία θρηνεί τουλάχιστον 69 νεκρούς από τη σύγκρουση δύο τρένων υψηλής ταχύτητας κοντά στην πόλη Ούρντα, στην επαρχία του Τολέδο.
Ο υπουργός Μεταφορών ξεκαθάρισε την Παρασκευή (30/10) ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει το αξίωμά του, παρά τις αντιδράσεις από κόμματα και σιδηροδρομικά συνδικάτα, που του καταλογίζουν ευθύνες για την ασφάλεια του δικτύου.
«Το καθήκον μου τώρα δεν είναι να επικεντρωθώ στη συζήτηση για το αν θα παραμείνω στο αξίωμα, αλλά στην επίλυση του προβλήματος, στον ακριβή προσδιορισμό του τι συνέβη και στην παροχή σαφών εξηγήσεων», δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στη Μαδρίτη.
Ο Πουέντε υποστήριξε ότι η ανάληψη ευθύνης επιβάλλει να παραμείνει στη θέση του και να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της τραγωδίας, τονίζοντας ότι δεν πρόκειται να κρυφτεί πίσω από κανέναν.
Σφοδρές αντιδράσεις για τις ευθύνες του δυστυχήματος
Η πολιτική αντιπαράθεση εντάθηκε όταν ο υπουργός απέδωσε τις πρώτες ενδείξεις για τα αίτια της σύγκρουσης σε παραβίαση των διαδικασιών ασφαλείας από χειριστές του κέντρου ελέγχου σιδηροδρομικής κυκλοφορίας.
Βουλευτές από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους επέκριναν τις δηλώσεις του, θεωρώντας ότι μετατοπίζουν την ευθύνη προς τους εργαζομένους προτού ολοκληρωθεί η διερεύνηση.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η αντίδραση των σιδηροδρομικών συνδικάτων, τα οποία ζήτησαν την άμεση αποπομπή του, υποστηρίζοντας ότι η αναζήτηση ανθρώπινου λάθους δεν πρέπει να υποκαθιστά την εξέταση πιθανών συστημικών προβλημάτων.
Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων επισημαίνουν ότι η έρευνα οφείλει να επικεντρωθεί και στη λειτουργία των συστημάτων σηματοδότησης και αυτόματης προστασίας των συρμών, καθώς και στις συνθήκες υπό τις οποίες εργάζονται οι χειριστές της κυκλοφορίας.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα επειδή πρόκειται για το δεύτερο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ισπανία μέσα στην ίδια χρονιά.
Τον περασμένο Ιανουάριο, σύγκρουση που αφορούσε τις ίδιες σιδηροδρομικές εταιρείες, στην ίδια γραμμή, είχε προκαλέσει τον θάνατο 46 ανθρώπων.
Οι δύο τραγωδίες αναζωπυρώνουν τη συζήτηση για τη συντήρηση, τον εκσυγχρονισμό και την εποπτεία του ισπανικού δικτύου υψηλής ταχύτητας, το οποίο είναι το εκτενέστερο της Ευρώπης.
Με ταχύτητα έως 200 χλμ./ώρα η μοιραία σύγκρουση
Σύμφωνα με την προκαταρκτική έκθεση της Ανεξάρτητης Αρχής Τεχνικής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Συμβάντων (AITAT), που δημοσιοποιήθηκε την Πέμπτη (29/10), το τρένο της Renfe το οποίο προσέκρουσε στον ακινητοποιημένο συρμό της Iryo κινούνταν με εκτιμώμενη ταχύτητα 160 έως 200 χιλιομέτρων την ώρα.
Η σύγκρουση σημειώθηκε την Τετάρτη (28/10), αφού προηγούμενη βλάβη στο σύστημα σηματοδότησης είχε προκαλέσει την αυτόματη ακινητοποίηση αρκετών τρένων.
Στη συνέχεια, το κέντρο ελέγχου της Μαδρίτης ανέλαβε τη διαχείριση της κυκλοφορίας και επέτρεψε σε συρμό της Renfe να συνεχίσει την πορεία του, παρότι στην ίδια γραμμή βρισκόταν σταματημένο το τρένο της Iryo.
Σύμφωνα με τον Πουέντε, οι σχετικές οδηγίες δεν τηρούσαν το προβλεπόμενο όριο των 40 χλμ./ώρα για τη συγκεκριμένη κατάσταση.
Ωστόσο, η ανεξάρτητη ερευνητική αρχή αποφεύγει προς το παρόν να αποδώσει οριστικά τις ευθύνες, επισημαίνοντας ότι το δυστύχημα προέκυψε από αλληλουχία τεχνικών αστοχιών, εντολών και ενεργειών, χωρίς να λειτουργήσουν οι απαραίτητοι μηχανισμοί αποτροπής.
Η ακριβής ταχύτητα της σύγκρουσης θα προσδιοριστεί μετά την ανάλυση των καταγραφικών συστημάτων των συρμών.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και το σύστημα προστασίας LZB, το οποίο παρουσίασε βλάβη, ενώ η εγκατάσταση του νεότερου ευρωπαϊκού συστήματος ERTMS στη συγκεκριμένη γραμμή είχε καθυστερήσει.
Συνεχίζεται η ταυτοποίηση των θυμάτων
Την ίδια ώρα, οι αρχές καταβάλλουν προσπάθειες για την αναγνώριση των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους, με τη διαδικασία να εξελίσσεται υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, έχουν πραγματοποιηθεί 49 νεκροτομές, ενώ μόλις πέντε θύματα, τρεις γυναίκες και δύο άνδρες, είχαν ταυτοποιηθεί επισήμως μέχρι την Παρασκευή.
Η εκπρόσωπος της περιφερειακής κυβέρνησης της Καστίλης-Λα Μάντσα, Έστερ Παδίγια, ανέφερε ότι οι εξετάσεις προχωρούν με αργούς ρυθμούς και ότι οι οικογένειες θα ενημερώνονται μόλις ολοκληρώνεται η αναγνώριση των συγγενών τους.
Οι διασώστες συνεχίζουν την απομάκρυνση των κατεστραμμένων βαγονιών, ενώ οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο αύξησης του αριθμού των νεκρών.
Ο περιφερειακός πρόεδρος Εμιλιάνο Γκαρθία-Παχέ επισήμανε ότι η κατάσταση των σορών δυσχεραίνει ιδιαίτερα την ταυτοποίηση.
Ο επιβεβαιωμένος απολογισμός παραμένει στους 69 νεκρούς, καθώς προηγούμενη αναφορά της ερευνητικής αρχής για 74 θύματα διορθώθηκε.
Στο επίκεντρο η ασφάλεια των σιδηροδρόμων πριν από τις εκλογές
Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσες δεσμεύτηκε ότι θα διερευνηθούν πλήρως οι συνθήκες της τραγωδίας, χαρακτηρίζοντας απαράδεκτο να σημειώνονται δύο δυστυχήματα τέτοιας έκτασης μέσα σε έναν χρόνο σε χώρα με τόσο ανεπτυγμένο σιδηροδρομικό δίκτυο.
Η κρίση αποκτά πρόσθετη πολιτική διάσταση ενόψει των βουλευτικών εκλογών της 29ης Νοεμβρίου, με την ασφάλεια των μεταφορών και τη λογοδοσία των αρμόδιων αρχών να βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης.
Ο Πουέντε επιμένει ότι η προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στη διαλεύκανση των αιτιών, ενώ τα συνδικάτα και η αντιπολίτευση ζητούν να εξεταστούν όχι μόνο οι χειρισμοί της ημέρας του δυστυχήματος, αλλά και οι ευθύνες για τη λειτουργία και τη συντήρηση της σιδηροδρομικής υποδομής.