Υπάρχουν συνεντεύξεις που παρουσιάζουν ένα έργο.
Και υπάρχουν συνεντεύξεις που, μέσα από το έργο, αποκαλύπτουν τον άνθρωπο: τον τρόπο που σκέπτεται, που ευγνωμονεί, που αντιλαμβάνεται την ευθύνη του και στέκεται απέναντι στον συνάνθρωπο.
Η συνέντευξη του Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας Γαβριήλ στον Λάμπη Ταγματάρχη, στην εκπομπή «Ανταλλακτήριο» της τηλεόρασης της Ναυτεμπορικής, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Ακούσαμε έναν Ιεράρχη να ξετυλίγει τον μίτο μιας μεγάλης δημιουργίας. Να μιλά για την προσφυγιά, τη μνήμη, την κοινωνική αξιοπρέπεια, την ευθύνη απέναντι στον οβολό του πιστού. Να κατονομάζει έναν προς έναν όσους βοήθησαν, να θυμάται εκείνους που έφυγαν, να αναγνωρίζει τους συνεργάτες του. Και, στην πιο αποκαλυπτική ίσως στιγμή της συζήτησης, να αρνείται έναν εύκολο προσωπικό έπαινο, επειδή αυτός στηριζόταν στην αδικία προς τους αδελφούς του, τους συνεπισκόπους του.

Η λέξη που ταιριάζει σε αυτή τη στάση είναι μεγαλοψυχία. Και ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε είχε αρχοντιά.
Ο Γαβριήλ θα μπορούσε να αφήσει τον συνομιλητή του να τον αναδείξει σε εξαίρεση μέσα σε μια Εκκλησία δήθεν αδρανή. Δεν το επέτρεψε. Γύρισε το ερώτημα, αποκατέστησε την αλήθεια και μοιράστηκε την αναγνώριση.
Εκεί φάνηκε το μέτρο του και ο σεβασμός του στους άλλους.
Όταν εξελέγη το 2014, διέθετε ήδη σημαντική εμπειρία από την καρδιά της εκκλησιαστικής διοίκησης. Στενός συνεργάτης του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου και Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου, είχε ισχυρή θέση και προοπτικές. Θα μπορούσε κανείς εύλογα να υποθέσει ότι μπροστά του ανοίγονταν περισσότεροι δρόμοι και θα μπορούσε να επιλέξει το καλύτερο.
Εκείνος, όμως, συνέδεσε τη διακονία του με τη Νέα Ιωνία. Με την προσφυγομάνα. Με μια εκκλησιαστική επαρχία της οποίας το μέγεθος δεν αποτυπώνεται στον χάρτη, αλλά στο βάρος της ιστορίας και στις ανάγκες των ανθρώπων της. Και από την πρώτη στιγμή κατάλαβε πως η Ιωνία δεν ήταν απλώς ένα όνομα. Ήταν ταυτότητα.
Από το ένα άκρο της Μητρόπολής του μέχρι το άλλο, η προσφυγική μνήμη διαπερνούσε τις οικογένειες, τις γειτονιές, τις αφηγήσεις, τις εκκλησίες.
Χρειαζόταν, λοιπόν, ένας τόπος που θα εδραίωνε αυτή την ταυτότητα και θα τη μετέδιδε στις επόμενες γενιές ως δημιουργική παρακαταθήκη.
Έτσι γεννήθηκε το όραμα του Ιωνικού Κέντρου.
Το όνομά του παραπέμπει στη μεγάλη μικρασιατική Ιωνία. Στον πολιτισμό, στην πίστη, στις πατρογονικές εστίες, στον ξεριζωμό. Και μαζί υπενθυμίζει μια δύσκολη αλήθεια: οι Έλληνες πρόσφυγες, όταν έφθασαν στην Ελλάδα, δεν συνάντησαν πάντοτε την αγκαλιά που δικαιούνταν. Άνθρωποι του ίδιου Γένους, της ίδιας γλώσσας και της ίδιας θρησκείας, αντιμετωπίστηκαν συχνά ως ξένοι.
Ο Γαβριήλ αναφέρθηκε σε αυτή την πληγή. Γιατί η μνήμη αποκτά παιδαγωγική αξία όταν μας βοηθά να κατανοούμε και τον σημερινό άνθρωπο που αισθάνεται ανεπιθύμητος, μόνος ή αποκλεισμένος.
Το Ιωνικό Κέντρο φιλοδοξεί να κάνει ακριβώς αυτή τη σύνδεση: να κρατήσει ζωντανό το χθες και να υπηρετήσει το σήμερα.
Η αφήγησή του για την πορεία του έργου είχε ένα ιδιαίτερο γνώρισμα: χωρούσε πολλούς ανθρώπους.
Πρώτος άκουσε το σχέδιό του ο τότε δήμαρχος Νέας Ιωνίας Ηρακλής Γκότσης. Η απάντησή του, όπως την ανακάλεσε ο Μητροπολίτης, έθετε έναν ουσιαστικό όρο: για μια ολοκληρωμένη παρέμβαση, πέρα από την ανέγερση ενός ναού, θα στεκόταν κοντά του.
Ο Μιχάλης Σάλλας, από τη θέση του στην Τράπεζα Πειραιώς, συνέβαλε καθοριστικά στην παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης του οικοπέδου και στη συνέχεια ο διάδοχός του στην Τράπεζα Πειραιώς κ. Μεγάλου έδωσε την κυριότητα στην Μητρόπολη.
Τα πρώτα χρήματα για τη μελέτη συγκεντρώθηκαν με αφορμή την έλευση της Αγίας Ζώνης από τη Μονή Βατοπαιδίου. Στη συνέχεια, όπως ανέφερε ο Γαβριήλ, η Μαριάννα Λάτση- μεγάλη ευεργέτης των έργων της Μητρόπολης - προσέφερε περίπου ένα εκατομμύριο ευρώ για την κάλυψη των αναγκών της μελέτης.
Το 2017 η τότε Περιφερειάρχης Ρένα Δούρου ενέταξε το έργο στον σχεδιασμό της Περιφέρειας Αττικής. Το 2019 εκδόθηκε η οικοδομική άδεια.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης, ως υπουργός Ανάπτυξης, βοήθησε στην προώθησή του και στην ένταξή του σε χρηματοδοτικά προγράμματα, ενώ ο Γιώργος Πατούλης συνέχισε τη στήριξη από την Περιφέρεια.
Στους αρωγούς του έργου ο Μητροπολίτης συμπεριέλαβε το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και τον Δημήτρη Μελισσανίδη, τον οποίο περιέγραψε ως σταθερό συμπαραστάτη και κυματοθραύστη στις δυσκολίες, συνδέοντας και τη γειτνίαση με την ΑΕΚ με αυτή τη σχέση υποστήριξης.
Ιδιαίτερη ήταν η αναφορά του στον Αθανάσιο Μαρτίνο, που συνέβαλε στην εκ θεμελίων ανέγερση του ναού του Αγίου Γεωργίου. Τον τίμησε ως μεγάλο ευεργέτη της Εκκλησίας και της πατρίδας.
Αναγνώρισε, επίσης, τη συμβολή του νυν Περιφερειάρχη Νίκου Χαρδαλιά και του αναπληρωτή υπουργού Νίκου Παπαθανάση στην απόδοση των προβλεπόμενων χρηματοδοτήσεων από την Περιφέρεια και το υπουργείο.
Αυτή η δημόσια απόδοση ευγνωμοσύνης έχει τη σημασία της. Ανέδειξε τη συνέχεια της προσπάθειας μέσα από διαφορετικές διοικήσεις, πρόσωπα και θεσμούς. Έδειξε πόσα μπορούν να γίνουν όταν ένας κοινός σκοπός συγκεντρώνει δυνάμεις.
Και ανάμεσα στα ισχυρά ονόματα, ο Γαβριήλ δεν ξέχασε τον μηχανικό Γρηγόρη Τασούλα, που δεν βρίσκεται πια στη ζωή και του οποίου οι κατευθύνσεις βοήθησαν να ληφθούν σωστές αποφάσεις στο ξεκίνημα.
Η ευγνωμοσύνη δοκιμάζεται και στη μνήμη των απόντων.
Όταν ο Λάμπης Ταγματάρχης τού επισήμανε ότι ο ίδιος υπήρξε ο εμπνευστής και κινητήριος μοχλός, εκείνος στάθηκε στη χρηστή διαχείριση. Οι άνθρωποι που βοήθησαν, εξήγησε, είδαν ότι τα χρήματά τους έπιαναν τόπο.
Αυτή είναι μια ουσιαστική απάντηση στο ερώτημα της εμπιστοσύνης. Η καλή πρόθεση χρειάζεται συνέπεια, λογοδοσία και αποτέλεσμα.
Αναφερόμενος στις Πράξεις των Αποστόλων, στο βιβλίο του Ευαγγελιστή Λουκά που αφηγείται την πορεία της πρώτης Εκκλησίας, συνέδεσε την εκκλησιαστική ζωή με την ευθύνη για τη διαχείριση των κοινών αγαθών. Ο οβολός των πιστών είναι εμπιστευμένη θυσία. Και ως τέτοια οφείλει να αντιμετωπίζεται.
Παράλληλα, μίλησε με την αμεσότητα της προσωπικής του πίστης για τον Άγιο Γεώργιο. Για την παρουσία του, όπως τη βίωσε, σε όλη τη διαδρομή. Για δυσκολίες που έμοιαζαν ανυπέρβλητες και τελικά ξεπεράστηκαν. Με λόγο εξομολογητικό, σαν να στεκόταν, κατά την έκφρασή του, μπροστά στον καθρέφτη της ψυχής του.
Στην ερώτηση αν οι άνθρωποι που βοήθησαν θα μπορούσαν να ονομαστούν «μικροί άγιοι», η απάντησή του άνοιξε τη συζήτηση προς κάθε μορφή προσφοράς: προς τον νοσηλευτή και τη νοσηλεύτρια που ανακουφίζουν έναν ασθενή, προς όποιον σκύβει πάνω στον πόνο του άλλου.
Η πορεία προς την αγιότητα, είπε, περνά και μέσα από αυτή την καθημερινή, έμπρακτη αγάπη.
Για τον ίδιο, πάντως, η δημιουργία του Κέντρου υπήρξε καθημερινός μόχθος. Ήταν παρών από το πρώτο θεμέλιο μέχρι την ολοκλήρωση. Η πρώτη του αναπνοή το πρωί και η τελευταία έγνοια όταν νύχτωνε.
Μίλησε για τους αρχιτέκτονες, για όλους όσοι εργάστηκαν νυχθημερόν, για τον καθηγητή Κουφόπουλο που σχεδίασε τον ναό, ακόμη και για την πέτρα που κοβόταν στον προαύλιο χώρο με ειδικά μηχανήματα.
Οι λεπτομέρειες αυτές φανερώνουν βιωμένη σχέση με το έργο. Γνώριζε τη διαδρομή του επειδή την είχε περπατήσει.
Όμως το πιο ουσιαστικό κριτήριο της επιτυχίας το έδωσε μια γυναίκα.
Την 1η Σεπτεμβρίου, όταν άνοιξε το Κέντρο, μια επισκέπτρια με αναπηρικό αμαξίδιο μπόρεσε να κινηθεί και να γνωρίσει τον χώρο με άνεση και σεβασμό.
Αξιοπρέπεια: αυτή είναι η λέξη που συνοψίζει τον σκοπό.
Ένας χώρος κρίνεται και από το αν επιτρέπει στον άνθρωπο να εισέλθει χωρίς να αισθανθεί βάρος. Από το αν τον υποδέχεται ισότιμα, χωρίς να τον υποχρεώνει να ζητά συνεχώς διευκολύνσεις για όσα θα έπρεπε να είναι αυτονόητα.
Το Ιωνικό, όπως το περιέγραψε ο Γαβριήλ, θα είναι ανοιχτό από τις επτά το πρωί, προσφέροντας στον σύγχρονο στρατοκόπο της ζωής έναν τόπο συνάντησης, υπηρεσιών και παρουσίας. Έναν χώρο όπου ο επισκέπτης θα μπορεί να περάσει τη μέρα του, με προοπτική να προστεθεί και ψυχαγωγικό πρόγραμμα.
Και η πρόσκλησή του απευθύνθηκε με ιδιαίτερη έμφαση σε όσους αισθάνονται μακριά από την Εκκλησία: ελάτε να μας γνωρίσετε.
Το έργο, εξήγησε, υπηρετεί και τη συνέχεια της φιλανθρωπικής διακονίας της Μητρόπολης: τα δύο γηροκομεία, την προοπτική δημιουργίας τρίτου, τους βρεφονηπιακούς σταθμούς και τις υπόλοιπες κοινωνικές της δράσεις.
Όλα αυτά, πρόσθεσε, στηρίζονται στους συνεργάτες του. Χωρίς την ομάδα του δεν θα μπορούσε να πορευθεί μόνος.
Και τότε ήρθε η στιγμή που έδωσε στη συνέντευξη το ιδιαίτερο ηθικό της βάρος.
Ο δημοσιογράφος, έχοντας ακούσει αυτή την πληθώρα έργων, ρώτησε γιατί στη Νέα Ιωνία υπάρχει τέτοιος οργασμός δημιουργίας, ενώ σε άλλες Μητροπόλεις «κοιμούνται», όπως του είπε.
Ήταν μια έτοιμη ευκαιρία προσωπικής αποθέωσης.
Ο Γαβριήλ, όμως, προς τιμήν του την απέρριψε.
Είπε στον συνομιλητή του ότι η εικόνα αυτή αδικεί την πραγματικότητα. Σε όλη την Εκκλησία της Ελλάδος υπάρχουν σπουδαία έργα και ιδρύματα, τα οποία πολλοί δεν γνωρίζουν, επειδή οι υπεύθυνοί τους δεν βγαίνουν να τα διαφημίσουν.
Αναφέρθηκε στον Σπάρτης, στον Κομοτηνής, στον Ιωαννίνων, στον Μεσογαίας, στον Φιλίππων και σε τόσους ακόμη Ιεράρχες που διατηρούν επί χρόνια σημαντικές δομές προσφοράς.
Και έθεσε ο ίδιος το καίριο ερώτημα: από πού έμαθε αυτόν τον τρόπο διακονίας;
Η απάντησή του είχε όνομα: Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.
Κοντά του διδάχθηκε αυτή την ποιμαντική. Τον είδε να ιδρύει και να λειτουργεί ιδρύματα ως Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας και να συνεχίζει ως Αρχιεπίσκοπος. Γνώρισε την προσφορά ως καθημερινή ευθύνη και την έκανε δικό του προσανατολισμό.
Αυτή η αναγνώριση ήταν ίσως ο ωραιότερος έπαινος που θα μπορούσε να απευθύνει στον δάσκαλό του: να δείξει τη διδασκαλία του μέσα από το αποτέλεσμα.
Ο Γαβριήλ μεγάλωσε ακόμη περισσότερο τη στιγμή που αρνήθηκε να μικρύνει τους άλλους.
Υπερασπίστηκε το αφανές έργο. Την προσφορά που συνεχίζεται χωρίς κάμερες. Τους αδελφούς του που εργάζονται χωρίς να έχουν την ίδια δημόσια προβολή. Και απέδειξε ότι η εκκλησιαστική συνείδηση εκδηλώνεται και στον τρόπο με τον οποίο μοιράζεται κανείς τον έπαινο.
Ακόμη και όταν η συζήτηση στράφηκε στη νέα γενιά των Ιεραρχών, σημείωσε ότι οι πενηντάρηδες αποτελούν μικρή μειοψηφία — πέντε ή έξι, κατά την εκτίμησή του, ανάμεσα στους 82 Μητροπολίτες.
Δεν διεκδίκησε, όμως, για τη γενιά του μονοπώλιο εργατικότητας. Όλοι προσπαθούν, υπογράμμισε.
Η ίδια ποιμαντική ματιά φάνηκε και στις κοινωνικές του επισημάνσεις.
Ως ευχή για την πατρίδα επέλεξε τον μακαρισμό των ειρηνοποιών. Αμέσως μετά, όμως, μίλησε για την κοινωνική ασφυξία. Για ανθρώπους που νιώθουν ότι πνίγονται, που συμμετέχουν στις δημοκρατικές διαδικασίες και εξακολουθούν να αισθάνονται αδικαίωτοι. Εξέφρασε τον φόβο ότι η συσσωρευμένη αγανάκτηση μπορεί να οδηγήσει σε αγριότητες και εσωτερικές συγκρούσεις.
Η αναφορά αυτή αποτελεί προειδοποίηση ποιμαντικής αγωνίας. Η Εκκλησία οφείλει να συμβάλλει στην ειρήνευση, ακούγοντας τον πόνο και βοηθώντας να αντιμετωπιστούν οι αιτίες του.
Γι’ αυτό και οι προτάσεις του ήταν συγκεκριμένες.
Έθεσε ακόμη και την επαναστατική αλλά ειρηνική ιδέα μιας συμβολικής παρουσίας όλων μας στην πλατεία Συντάγματος με αναπηρικά αμαξίδια, ώστε να γίνει αντιληπτή η καθημερινότητα των ανθρώπων με αναπηρία και να ασκηθεί πίεση για ουσιαστικές νομοθετικές βελτιώσεις.
Πρότεινε ένα κοινωνικό ΚΕΠ, όπου ο εμπερίστατος συνάνθρωπος θα μπορεί να πληροφορείται πού θα βρει δωρεάν τροφή, ρούχα, φάρμακα και υποστήριξη.
Στο ερώτημα για τις πολιτικές πρωτοβουλίες της Εκκλησίας, υπενθύμισε ότι η πνευματική ζωή αναπτύσσεται μέσα στον λαό. Η βελτίωση των συνθηκών της ζωής αφορά και την ποιμαντική ευθύνη. Χρειάζεται, επομένως, συμπληρωματική λειτουργία, συνεργασία και υπέρβαση της εξαντλητικής αλληλοκατηγορίας.
Διατύπωσε, επίσης, τη θέση του υπέρ των κλειστών συνόρων, αναγνωρίζοντας την ανάγκη συγκροτημένης κρατικής πολιτικής. Μια σαφής πολιτική τοποθέτηση, που αποτελεί μέρος της δημόσιας παρουσίας του και κρίνεται ως τέτοια.
Απέναντι στον νέο που δεν πιστεύει, πάντως, η πρώτη του κίνηση είναι η ακρόαση.
Να τον ακούσουμε. Να τον βοηθήσουμε να ηρεμήσει. Να του επιτρέψουμε να γνωρίσει τον τρόπο της Εκκλησίας. Να αισθανθεί ότι η ζωή δεν εξαντλείται σε αδιέξοδα.
Και απέναντι στον άνθρωπο που υποφέρει από σοβαρή ασθένεια, αναγνώρισε τα όρια των απαντήσεων. Υπάρχουν ερωτήματα στα οποία ο λόγος δυσκολεύεται να φθάσει. Εκεί προέχει η παρουσία. Να είσαι κοντά του. Να παραμένεις δίπλα του.Να νιώθει πως δεν είναι μόνος.
Η αφήγησή του για έναν άνθρωπο που πλησίαζε στο τέλος της ζωής του ήταν χαρακτηριστική. Η σύζυγός του επέμενε να κοινωνήσει, ενώ εκείνος δεν ήθελε. Ο Μητροπολίτης πήγε, συνομίλησε μαζί του και ο άνθρωπος άνοιξε την καρδιά του. Είπε όσα δεν είχε πει ποτέ.
Για τον Γαβριήλ, εκεί βρισκόταν το σπουδαιότερο: σε αυτή την ύστατη συνάντηση εμπιστοσύνης, την οποία βίωσε ως άνοιγμα του ανθρώπου προς τον Θεό.
Η καταληκτική του αναφορά στο σχέδιο του Θεού φωτίζει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη δική του συμμετοχή. Μόχθος, επιμονή, συνεργασία, ευθύνη· και συγχρόνως η επίγνωση ότι κανείς δεν δικαιούται να ιδιοποιείται το σύνολο της προσφοράς.
Από αυτή τη συνέντευξη αναδύθηκε ένας Ιεράρχης δημιουργικός, ευγνώμων και παρών. Ένας επίσκοπος που γνωρίζει το εργοτάξιο και το προσκέφαλο, τη διοικητική ευθύνη και τη σιωπή μπροστά στον πόνο.
Το Ιωνικό Κέντρο μαρτυρεί την επιμονή του. Η αναγνώριση των συνεργατών και ευεργετών του μαρτυρεί την ευγνωμοσύνη του. Η αναφορά στον Ιερώνυμο μαρτυρεί ότι θυμάται από πού διδάχθηκε.
Και η αυθόρμητη υπεράσπιση των άλλων Αρχιερέων μαρτυρεί κάτι ακόμη βαθύτερο: ότι κατανοεί την Εκκλησία ως κοινό έργο.
Αυτό ήταν το ωραιότερο οικοδόμημα που φανέρωσε ο Γαβριήλ: μια αντίληψη διακονίας που χωρά τον μόχθο των άλλων, αναγνωρίζει τη συμβολή εκείνων που βοήθησαν το έργο του, τιμά τον δάσκαλο, δίνει εύσημα στους συνεπισκόπους του για το δικό τους έργο και αφήνει στον άνθρωπο την πρώτη θέση.Ήταν μια ευχάριστη αποκάλυψη αυτή η συνέντευξη! Εύγε!