Υπάρχει ένα ερώτημα που επανέρχεται κάθε φορά που δημοσιεύεται μια δημοσκόπηση: πώς γίνεται μια κυβέρνηση να συγκεντρώνει τόση δυσαρέσκεια και, ταυτόχρονα, να διατηρεί τόσο καθαρό προβάδισμα απέναντι στους αντιπάλους της;

Η εύκολη απάντηση είναι ότι οι μετρήσεις δεν αποτυπώνουν την κοινωνία. Η δυσκολότερη —και πολιτικά χρησιμότερη— είναι ότι ένα μέρος του δημόσιου λόγου δεν καταλαβαίνει πώς αποφασίζει η κοινωνία.

Γιατί άλλο πράγμα είναι η αποδοκιμασία μιας κυβέρνησης και άλλο η εμπιστοσύνη σε εκείνον που ζητά να την αντικαταστήσει. Ανάμεσα στα δύο υπάρχει μια απόσταση που δεν καλύπτεται με καταγγελίες, τηλεοπτικές εντάσεις και καθημερινές προφητείες κατάρρευσης.

Η εικόνα των πρόσφατων μετρήσεων αποτυπώνει αυτήν ακριβώς την απόσταση: η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη, με εκτιμήσεις εκλογικής επιρροής  στο 30%, διατηρώντας σημαντική διαφορά από τους ανταγωνιστές της. Πρόκειται για προβάδισμα, όχι για λευκή επιταγή· για συγκριτική υπεροχή. 

Κι όμως, κάθε δημοσιοποίηση έρευνας λειτουργεί σαν πολιτική ανάσα για την κυβέρνηση. Εκεί όπου η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις αδυναμίες της, η μέτρηση επαναφέρει το ερώτημα της εναλλακτικής. Και τότε η αντιπολίτευση βρίσκεται αντιμέτωπη με το δικό της έλλειμμα.

Η δυσαρέσκεια δεν έχει ακόμη βρει πειστικό προορισμό.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μας, το κλειδί της σημερινής πολιτικής ισορροπίας.

Η κυβέρνηση ασφαλώς έχει ευθύνες. Η πίεση του οικογενειακού προϋπολογισμού, η αγωνία για τη στέγη, οι απαιτήσεις για καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες και η ανάγκη διαφάνειας δεν αντιμετωπίζονται με την επίκληση μιας δημοσκοπικής πρωτιάς. Ο πολίτης δεν πληρώνει τον λογαριασμό του με τη διαφορά του πρώτου από το δεύτερο κόμμα.

Ωστόσο, όταν καλείται να επιλέξει κυβέρνηση, δεν εξετάζει μόνο όσα τον απογοήτευσαν. Εξετάζει και ποιος μπορεί να διαχειριστεί την επόμενη ημέρα. Εκεί φαίνεται να εξακολουθεί να διαθέτει πλεονέκτημα ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Τρεις παράγοντες βοηθούν να ερμηνεύσουμε αυτή την αντοχή

▪️Ο πρώτος είναι η μνήμη της κρίσης.

Υπάρχει, εκτιμούμε, ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας που διατηρεί ισχυρές επιφυλάξεις απέναντι στις εύκολες υποσχέσεις. Έζησε την ανασφάλεια, τις διαψεύσεις και το κόστος των πολιτικών πειραματισμών. Ακούει, λοιπόν, τις εξαγγελίες με μεγαλύτερη δυσπιστία και ζητά να μάθει τι μπορούν πραγματικά να αποδώσουν.

Αυτός ο πολίτης μπορεί να είναι θυμωμένος με την κυβέρνηση. Μπορεί να θεωρεί ότι αδικείται ή ότι οι προσδοκίες του δεν δικαιώθηκαν. Η απογοήτευσή του, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι έτοιμος να εμπιστευθεί οποιαδήποτε πρόταση εμφανίζεται με τη σημαία της αλλαγής.Δεν αρκούν τα λόγια.

Θέλει αλλαγή με προοπτική. Θέλει να ξέρει ποιος θα κυβερνήσει, με ποιους, με ποιο πρόγραμμα και με ποια επίγνωση των περιορισμών της χώρας.

▪️Ο δεύτερος παράγοντας είναι η συνοχή του κυβερνητικού ακροατηρίου.

Η Νέα Δημοκρατία διαθέτει παραταξιακές αναφορές, οργανωτική συνέχεια και ψηφοφόρους για τους οποίους η πολιτική επιλογή δεν αλλάζει με κάθε αρνητικό πρωτοσέλιδο. Σε αυτή τη βάση προστίθεται η προσωπική εμπιστοσύνη που εξακολουθεί να εμπνέει ο πρωθυπουργός σε ένα  μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος.Για πρώτη φορά δεν υπάρχει εναλλακτική λύση.

Δεν χρειάζεται όλοι αυτοί οι άνθρωποι να είναι ενθουσιασμένοι. Ορισμένοι μπορεί να στηρίζουν με επιφυλάξεις. Άλλοι να κρίνουν αυστηρά επιμέρους πολιτικές. Εκείνο που τους συγκρατεί είναι η πεποίθηση ότι, στη σύγκριση των διαθέσιμων επιλογών, η σημερινή ηγεσία παραμένει περισσότερο προβλέψιμη και ικανή να διαχειριστεί τις δυσκολίες.

Η αντιπολίτευση κάνει σοβαρό λάθος όταν αντιμετωπίζει αυτούς τους ψηφοφόρους ως ανθρώπους που δεν βλέπουν ή δεν καταλαβαίνουν. Τους απομακρύνει περισσότερο, ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να τους πείσει.

▪️Ο τρίτος παράγοντας είναι η αδυναμία συγκρότησης αξιόπιστης εναλλακτικής εξουσίας.

Η αντιπολίτευση έχει κάθε δικαίωμα —και υποχρέωση— να ελέγχει την κυβέρνηση. Η αυστηρή κριτική είναι απαραίτητη για τη δημοκρατία. Για να μετατραπεί όμως σε πλειοψηφικό ρεύμα, χρειάζεται να συνοδεύεται από σχέδιο.

Η καταγγελία εξηγεί γιατί πρέπει να φύγει μια κυβέρνηση. Δεν εξηγεί από μόνη της γιατί πρέπει να έρθει η επόμενη.

Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη; Ποιες προτεραιότητες θέτει; Πώς χρηματοδοτεί τις δεσμεύσεις του; Πώς αντιμετωπίζει μια διεθνή κρίση; Τι κάνει όταν δύο δημοφιλή αιτήματα συγκρούονται μεταξύ τους;

Εκεί δοκιμάζεται η κυβερνητική αξιοπιστία. Στις δύσκολες απαντήσεις, στις αναγκαίες επιλογές και στην προθυμία ανάληψης κόστους.

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη παγίδα της αριθμητικής. Το ποσοστό που δεν επιλέγει τη Νέα Δημοκρατία δεν αποτελεί ενιαία πολιτική παράταξη. Περιλαμβάνει διαφορετικές ιδεολογίες, αντικρουόμενες επιδιώξεις, αναποφάσιστους και ανθρώπους που δυσπιστούν συνολικά απέναντι στο πολιτικό σύστημα.

Η πρόσθεση της δυσαρέσκειας δεν παράγει αυτομάτως κυβερνητική πλειοψηφία.

Αντιθέτως, μια περισσότερο συνεκτική εκλογική βάση μπορεί να διατηρεί την πρωτοβουλία απέναντι σε ένα μεγαλύτερο, αλλά κατακερματισμένο σύνολο. Αυτή η ασυμμετρία εξηγεί πολλά από όσα ξενίζουν όσους θεωρούν ότι η ένταση της αποδοκιμασίας προαναγγέλλει υποχρεωτικά και ανατροπή.

Ανάλογη προσοχή χρειάζεται και στην ανάγνωση του δημόσιου κλίματος. Η ένταση μιας τηλεοπτικής συζήτησης, η οργή στα κοινωνικά δίκτυα και η συχνότητα των επικρίσεων δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα της κοινωνίας. Ο πιο ηχηρός λόγος δεν είναι υποχρεωτικά και ο πλειοψηφικός.

Υπάρχουν πολίτες που δεν παρεμβαίνουν δημόσια, δεν συμμετέχουν σε διαδικτυακές αντιπαραθέσεις και δεν αισθάνονται την ανάγκη να υπερασπίζονται καθημερινά την επιλογή τους. Αυτό δεν τους καθιστά πολιτικά απόντες. Η στάση τους αποτυπώνεται στις έρευνες και, τελικά, στην κάλπη.

Οι δημοσκοπήσεις, επομένως, προσφέρουν στην κυβέρνηση ένα ισχυρό επικοινωνιακό στήριγμα: υπενθυμίζουν ότι η δημόσια εικόνα της πίεσης δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με απώλεια της πρωτοκαθεδρίας. Η λειτουργία τους αυτή δεν αποδεικνύει ούτε κατασκευή αποτελεσμάτων ούτε προεξόφληση της εκλογικής έκβασης.

Και εδώ χρειάζεται μέτρο από όλους.

Η κυβέρνηση δεν δικαιούται να μεταφράζει την πρωτιά της σε απαλλαγή από την υποχρέωση να διορθώσει τις αποτυχίες της. Η αδυναμία των αντιπάλων της τής προσφέρει πολιτικό χρόνο. Η αξιοποίηση αυτού του χρόνου παραμένει δική της ευθύνη.

Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, οφείλει να εγκαταλείψει την προσδοκία ότι η εξουσία θα της παραδοθεί επειδή αυξήθηκε η φθορά του αντιπάλου. Χρειάζεται να κερδίσει εμπιστοσύνη από ανθρώπους που σήμερα δεν την εμπιστεύονται — και να καταλάβει πρώτα γιατί.

Ο Μητσοτάκης εξακολουθεί να προηγείται επειδή, παρά τη δυσαρέσκεια, ένα κρίσιμο τμήμα της κοινωνίας τον επιλέγει στη σύγκριση με τις διαθέσιμες εναλλακτικές. Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής του αντοχής.

Η κάλπη ασφαλώς δεν έχει κριθεί. Όσο όμως οι αντίπαλοί του επενδύουν περισσότερο στην αγανάκτηση παρά στην αξιοπιστία, θα του επιτρέπουν να διατηρεί το ισχυρότερο πλεονέκτημά του: να εμφανίζεται ως η πιο συγκεκριμένη απάντηση στο ερώτημα ποιος μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα αύριο.

Διότι οι κυβερνήσεις φθείρονται από τα λάθη τους. Η εμπιστοσύνη για τη διαδοχή τους, όμως, πρέπει να κερδηθεί με εναλλακτικές προτάσεις που εν προκειμένω κρίνονται από το λαό ως λόγια του αέρα.