Σε πολιτικό αδιέξοδο παραμένει η Σουηδία, καθώς η επικεφαλής του Κόμματος Κέντρου επέστρεψε τη διερευνητική εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, έξι εβδομάδες μετά τις εκλογές.

Η Ελίσαμπετ Ταντ Ρίνγκβιστ ανακοίνωσε τη Δευτέρα 26 Οκτωβρίου ότι ολοκληρώνει χωρίς αποτέλεσμα τις διαβουλεύσεις που είχε αναλάβει μία εβδομάδα νωρίτερα, επιστρέφοντας την εντολή στον πρόεδρο του σουηδικού Κοινοβουλίου, Αντρέας Νόρλεν.

Παρότι οι εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου έδωσαν οριακή πλειοψηφία στο κεντροαριστερό μπλοκ, οι διαφωνίες σχετικά με τη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης εξακολουθούν να εμποδίζουν την επίτευξη συμφωνίας.

«Το γενικότερό μου συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει αυτή τη στιγμή πλειοψηφία υπέρ των κεντρώων πολιτικών, αλλά όχι πλειοψηφία για κεντρώα κυβέρνηση», δήλωσε η Ρίνγκβιστ σε συνέντευξη Τύπου.

Οι διαφωνίες που εμποδίζουν τον κυβερνητικό συνασπισμό

Τα τέσσερα κόμματα της αντιπολίτευσης συμφωνούν ότι την πρωθυπουργία πρέπει να αναλάβει η επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών, Μαγκνταλένα Άντερσον, ωστόσο δεν έχουν καταφέρει να καταλήξουν σε κοινή θέση για τα κόμματα που θα συμμετάσχουν στο κυβερνητικό σχήμα.

Στις εκλογές, η κεντροαριστερά εξασφάλισε πλειοψηφία τριών εδρών έναντι του δεξιού συνασπισμού του απερχόμενου πρωθυπουργού Ουλφ Κρίστερσον. Η αριθμητική αυτή υπεροχή δεν έχει αποδειχθεί αρκετή για τη συγκρότηση βιώσιμης κυβέρνησης.

Η Μαγκνταλένα Άντερσον είχε ήδη αποτύχει δύο φορές στις προσπάθειές της να διαμορφώσει κυβερνητική πλειοψηφία. Στις 15 Οκτωβρίου, μάλιστα, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική στήριξη σε ψηφοφορία για την ανάληψη της πρωθυπουργίας.

Κατόπιν αυτού, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου ανέθεσε στην επικεφαλής του Κόμματος Κέντρου να διερευνήσει τη δυνατότητα συγκρότησης μιας εναλλακτικής κυβέρνησης με τη συμμετοχή παραδοσιακών κομμάτων του πολιτικού κέντρου.

Η πρότασή της προέβλεπε τον αποκλεισμό τόσο του Αριστερού Κόμματος όσο και των αντιμεταναστευτικών Σουηδών Δημοκρατών (SD).

Ωστόσο, η άρνηση του Κόμματος Κέντρου να συνεργαστεί με τους Σουηδούς Δημοκράτες περιορίζει δραστικά τις δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης από το δεξιό μπλοκ. Αντίστοιχα, η αντίθεσή του στη συμμετοχή του Αριστερού Κόμματος δυσχεραίνει την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των κομμάτων της κεντροαριστεράς.

«Υπάρχει σαφές αίτημα για λύσεις που να μπορούν να δημιουργήσουν μια ευρύτερη πλειοψηφία», επισήμανε η Ρίνγκβιστ.

«Ωστόσο, η κοινοβουλευτική κατάσταση δυσκολεύει επί του παρόντος το να μεταφραστεί η στήριξη αυτή σε κυβέρνηση», πρόσθεσε.

Οι επόμενες κινήσεις του προέδρου της Βουλής

Μετά την αποτυχία της τελευταίας διερευνητικής προσπάθειας, την ευθύνη για τη συνέχιση της διαδικασίας αναλαμβάνει εκ νέου ο Αντρέας Νόρλεν, ο οποίος καλείται να αποφασίσει εάν θα προτείνει νέο υποψήφιο πρωθυπουργό ή θα επιδιώξει έναν ακόμη γύρο διαβουλεύσεων.

Το σουηδικό συνταγματικό πλαίσιο προβλέπει ότι ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου μπορεί να θέσει σε ψηφοφορία έως τέσσερις προτάσεις για την ανάδειξη πρωθυπουργού.

Εάν απορριφθεί και η τέταρτη, πρέπει να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές. Μέχρι στιγμής έχει αποτύχει μία τέτοια κοινοβουλευτική ψηφοφορία, εκείνη της 15ης Οκτωβρίου.

Οι προηγούμενες μακρές διαπραγματεύσεις

Η παρατεταμένη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης δεν αποτελεί πρωτοφανές φαινόμενο για τη Σουηδία, όπου οι συμμαχίες μεταξύ των κοινοβουλευτικών κομμάτων συχνά απαιτούν επίπονες διαπραγματεύσεις.

Μετά τις εκλογές του 2022, χρειάστηκαν 37 ημέρες για να συγκροτηθεί κυβέρνηση, ενώ το 2018 οι σχετικές διαβουλεύσεις διήρκεσαν 134 ημέρες.

Η νέα πολιτική εκκρεμότητα αναδεικνύει τις δυσκολίες συνεννόησης μεταξύ κομμάτων που, παρά τη συμφωνία τους ως προς το πρόσωπο της επόμενης πρωθυπουργού, εξακολουθούν να θέτουν ασύμβατους όρους για τη μεταξύ τους συνεργασία.