Το εκλογικό αποτέλεσμα στο Ισραήλ αναδεικνύει τους κινδύνους του πολιτικού κατακερματισμού. Η συζήτηση για την αυτοδυναμία στην Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία εν όψει των εκλογών του 2027.

Οι εκλογές στο Ισραήλ προσφέρουν ένα εξαιρετικά επίκαιρο πολιτικό μάθημα για την Ελλάδα. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αναδείχθηκε πρώτος, αλλά χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το κυβερνητικό του μπλοκ συγκέντρωσε 53 έδρες, η αντιπολίτευση του Γκάντι Άιζενκοτ 48 και τα αραβικά κόμματα 19. Σε μια Κνεσέτ 120 εδρών, κανένας συνασπισμός δεν διαθέτει τις απαιτούμενες 61 έδρες για να σχηματίσει αυτοδύναμα κυβέρνηση.

Το αποτέλεσμα επαναφέρει ένα γνώριμο πρόβλημα της ισραηλινής πολιτικής ζωής. Η απλή αναλογική, με όριο εισόδου 3,25%, εξασφαλίζει ευρεία εκπροσώπηση, αλλά ευνοεί τον κατακερματισμό. Έντεκα κόμματα εισήλθαν στη νέα Κνεσέτ και η συγκρότηση κυβέρνησης εξαρτάται από δύσκολες διαπραγματεύσεις μεταξύ σχηματισμών με συχνά ασύμβατες πολιτικές επιδιώξεις.

Το Ισραήλ έχει ήδη βιώσει πέντε εκλογικές αναμετρήσεις μεταξύ 2019 και 2022. Η εμπειρία αυτή υπενθυμίζει ότι οι επαναλαμβανόμενες κάλπες δεν επιλύουν υποχρεωτικά τα πολιτικά αδιέξοδα.

Η αυτοδυναμία στο επίκεντρο της ελληνικής συζήτησης

Η σύγκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των ελληνικών εκλογών του 2027. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα, χωρίς τα σημερινά ποσοστά της να εξασφαλίζουν αυτοδυναμία. Την ίδια στιγμή, η αντιπολίτευση εμφανίζεται κατακερματισμένη, με περισσότερους σχηματισμούς να διεκδικούν κοινοβουλευτική παρουσία, αλλά χωρίς να έχει διαμορφωθεί ένα συμφωνημένο εναλλακτικό κυβερνητικό πρόγραμμα.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της συζήτησης. Η απουσία αυτοδυναμίας δεν οδηγεί αναγκαστικά σε ακυβερνησία, αυξάνει όμως την ανάγκη πολιτικών συνεννοήσεων. Όταν τα κόμματα αποκλείουν εκ των προτέρων τις μεταξύ τους συνεργασίες, η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης περιορίζεται ακόμη περισσότερο.

Η ελληνική εμπειρία του 2023 είναι χαρακτηριστική. Τον Μάιο, η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωσε 40,79%, αλλά εξέλεξε 146 βουλευτές με την απλή αναλογική. Τον Ιούνιο, με ελαφρώς χαμηλότερο ποσοστό, 40,56%, απέκτησε 158 έδρες και αυτοδυναμία, χάρη στην ενισχυμένη αναλογική και τη διαφορετική κατανομή των ψήφων.

Η διαφορά είχε άμεση πολιτική συνέπεια. Η χώρα απέκτησε κυβέρνηση με συγκεκριμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και τετραετή ορίζοντα, χωρίς να απαιτηθούν μετεκλογικές συμφωνίες μεταξύ κομμάτων με διαφορετικά προγράμματα.

Ο κίνδυνος της ακυβερνησίας και η επόμενη ημέρα

Στην παρούσα συγκυρία, το διακύβευμα υπερβαίνει τους κομματικούς υπολογισμούς. Η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί τις διεθνείς αναταράξεις, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την ενεργειακή ασφάλεια, τις δημοσιονομικές προκλήσεις και την αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων. Όλα απαιτούν συνέχεια στη διακυβέρνηση, σταθερή κοινοβουλευτική στήριξη και δυνατότητα έγκαιρης λήψης αποφάσεων.

Μια παρατεταμένη περίοδος διερευνητικών εντολών, ατελέσφορων διαπραγματεύσεων και επαναλαμβανόμενων εκλογών θα μπορούσε να επιβαρύνει την οικονομική εμπιστοσύνη και να καθυστερήσει κρίσιμες μεταρρυθμίσεις. Ακόμη και μια κυβέρνηση συνεργασίας, εφόσον δεν στηρίζεται σε σαφή προγραμματική συμφωνία, μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες στην εφαρμογή της πολιτικής της.

Ασφαλώς, η κυβερνητική σταθερότητα δεν απαλλάσσει καμία κυβέρνηση από την υποχρέωση λογοδοσίας. Ούτε αποκλείει επιτυχημένες κυβερνήσεις συνεργασίας, όπως αποδεικνύουν αρκετές ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Η κρίσιμη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη κοινού προγράμματος και αξιόπιστης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Γι' αυτό και η αυτοδυναμία αποτελεί ουσιαστική παράμετρο της ελληνικής πολιτικής συζήτησης, πέρα από την εκλογική στρατηγική οποιουδήποτε κόμματος. Συνδέεται με τη δυνατότητα να προκύψει την επομένη των εκλογών μια κυβέρνηση με σαφή εντολή και ευθύνη.

Το ισραηλινό παράδειγμα δείχνει πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει η διακυβέρνηση όταν το εκλογικό σύστημα δεν βοηθά και η κοινοβουλευτική αριθμητική που προκύπτει δεν συνοδεύεται από πολιτική συνεννόηση. Και για την Ελλάδα, το κεντρικό ερώτημα των επόμενων εκλογών θα είναι ποια κοινοβουλευτική σύνθεση μπορεί να εξασφαλίσει σταθερή, αποτελεσματική και θεσμικά υπεύθυνη διακυβέρνηση. Διότι η επόμενη μέρα των εκλογών έχει εξίσου μεγάλη σημασία με το αποτέλεσμα της ίδιας της κάλπης.