Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις (Opinion Poll, GPO, Pulse, Metron Analysis) επιβεβαιώνουν τη διαρκή πολιτική υπεροχή του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας.
Παρά τη δεδομένη φθορά, η ΝΔ διατηρεί ισχυρό προβάδισμα στην πρόθεση ψήφου, ενώ το πιο αποκαλυπτικό εύρημα εντοπίζεται στα ποιοτικά στοιχεία: το άθροισμα των ποσοστών του Αλέξη Τσίπρα και του Νίκου Ανδρουλάκη μαζί υπολείπεται σταθερά της καταλληλότητας του πρωθυπουργού και της ΝΔ.
Στο κρίσιμο ερώτημα για τον καταλληλότερο πρωθυπουργό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται με ποσοστά γύρω στο 28%-29%, αφήνοντας τον Αλέξη Τσίπρα στη δεύτερη θέση (16%) και τον Νίκο Ανδρουλάκη στην τέταρτη (8%). Η υπεροχή αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής στα επιμέρους κοινά: ο πρωθυπουργός κυριαρχεί απόλυτα στους ψηφοφόρους του κεντρώου και κεντροδεξιού χώρου, οι οποίοι ιεραρχούν την οικονομική σταθερότητα και τη διαχείριση του κόστους ζωής ως το κορυφαίο κριτήριο για την κάλπη. Αντίθετα, η βάση της κεντροαριστεράς εμφανίζεται βαθιά κατακερματισμένη και διχασμένη ανάμεσα στην ΕΛ.ΑΣ. και το ΠΑΣΟΚ, ακυρώνοντας κάθε δυναμική ανατροπής.
Αυτή η παρατεταμένη κυριαρχία αναδεικνύει ένα μοναδικό φαινόμενο στα χρονικά της Νέας Δημοκρατίας, καθώς κανένας από τους προηγούμενους ιστορικούς ηγέτες της παράταξης δεν κατάφερε κάτι αντίστοιχο:
Κωνσταντίνος Καραμανλής: Ο ιδρυτής της παράταξης αποχώρησε για την Προεδρία της Δημοκρατίας μετά από δύο κυβερνητικές περιόδους.
Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: Αντιμετώπισε έντονες εσωκομματικές αναταράξεις και έχασε την εξουσία το 1993, μετά από μόλις τρία χρόνια διακυβέρνησης.
Κώστας Καραμανλής: Παρά την αρχική ισχυρή του κυριαρχία, υπέστη βαριά ήττα το 2009, κλείνοντας τον κύκλο του μετά από πεντέμισι χρόνια.
Αντώνης Σαμαράς: Κυβέρνησε σε μια εξαιρετικά ταραγμένη μνημονιακή περίοδο και ηττήθηκε στις κάλπες του 2015.
Αντίθετα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποτελεί τον μοναδικό αρχηγό στην ιστορία της ΝΔ που δεν έχει χάσει ποτέ την πρωτιά σε καμία δημοσκόπηση ή εκλογική αναμέτρηση από την ημέρα που εξελέγη στην ηγεσία της το 2016. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι σπάει κάθε προηγούμενο της Μεταπολίτευσης, καθώς εισέρχεται στην τελική ευθεία για να διεκδικήσει μια τρίτη συνεχόμενη κυβερνητική τετραετία. Η αδυναμία των Τσίπρα και Ανδρουλάκη να τον απειλήσουν, ακόμη και αθροίζοντας τα ποσοστά τους, μετατρέπει αυτή την ιστορική επιδίωξη σε μια απολύτως ορατή πολιτική πραγματικότητα.
Αυτή η πρωτοφανής ανθεκτικότητα δεν είναι τυχαία, αλλά το αποτέλεσμα της στρατηγικής διεύρυνσης της Νέας Δημοκρατίας προς τον χώρο του Κέντρου, μια πολιτική μετατόπιση που φέρει αποκλειστικά τη δική του προσωπική σφραγίδα. Ενσωματώνοντας στελέχη, ιδέες και μεταρρυθμιστικές ατζέντες που παραδοσιακά ανήκαν εκτός των στενών κομματικών τειχών της Δεξιάς, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατάφερε να μετατρέψει τη ΝΔ σε μια ευρεία πολυσυλλεκτική παράταξη. Καταλαμβάνοντας πλήρως τον ζωτικό κεντρώο χώρο, στέρησε από τους πολιτικούς του αντιπάλους τη δυνατότητα να συγκροτήσουν ένα πλειοψηφικό ρεύμα, καθιστώντας τον εαυτό του τον μοναδικό εκφραστή της πολιτικής κανονικότητας και της σταθερότητας στη χώρα.
Απέναντι σε αυτή τη δομική αλλαγή, τα «κουρασμένα παλικάρια» του παλαιοκομματισμού δείχνουν εγκλωβισμένα σε ξεπερασμένες πολιτικές συνταγές του παρελθόντος. Αδυνατώντας να αντιληφθούν τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής, οι εκφραστές αυτού του παρωχημένου μοντέλου δεν μπορούν να «χωνέψουν» ότι η Νέα Δημοκρατία έχει ξεπεράσει προ πολλού τα στενά παραταξιακά σύνορα. Με τη διεύρυνσή της, έχει μετεξελιχθεί πλέον στη μεγάλη, ευρωπαϊκή, πολυσυλλεκτική παράταξη που οραματίστηκε ο ιδρυτής της, Κωνσταντίνος Καραμανλής -έναν ζωντανό οργανισμό που ενώνει δυνάμεις και κυριαρχεί στο πολιτικό σκηνικό, αφήνοντας την αντιπολίτευση να παρακολουθεί αμήχανη τις εξελίξεις.