Με την αλλαγή του Ποινικού Κώδικα και τις τροποποιήσεις της τελευταίας στιγμής (πριν τις κάλπες) η τότε κυβέρνηση φρόντισε να ανοίξει το δρόμο για παρακολουθήσεις.
Γράφει η Ελευθερία Γεωργίου
Ο τρόπος και η ποιότητα της νομοθέτησης επί ΣΥΡΙΖΑ έχει αναλυθεί πολλές φορές από έγκριτους νομικούς και δημοσιογράφους του κοινοβουλευτικού ρεπορτάζ. Ωστόσο, στη νομοθετική λειτουργία της χώρας καταγράφηκε μία περίπτωση που συμπυκνώνει το ήθος της «Πρώτης Φοράς Αριστερά». Στις 03.6.2019 και ενώ έχουν δρομολογηθεί πολιτικές εξελίξεις και έχει ανακοινωθεί επισήμως από τον Αλέξη Τσίπρα ότι η χώρα οδεύει σε εκλογές μετά τη συντριπτική ήττα που υπέστη σε ευρωεκλογές, δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αποφασίζει να καταθέσει για κύρωση το σχέδιο του νέου Ποινικού Κώδικα.
Ενα γιγαντιαίο νομοθέτημα εκατοντάδων σελίδων, κομβικής σημασίας για τη Δικαιοσύνη, αποφασίστηκε να ψηφιστεί με διαδικασίες fast track. Και οι «πρωτοτυπίες» δεν σταματούν εκεί. Με βάση τη χρονοσήμανση του ΦΕΚ από το Εθνικό Τυπογραφείο, ο κυρωτικός νόμος του νέου Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019) δημοσιεύτηκε την ώρα 20:50 της 11.6.2019, ήτοι μία ώρα μετά τη δημοσίευση του π.δ. 56/2019 με το οποίο διαλύθηκε η Βουλή και προκηρύχθηκαν εκλογές (ΦΕΚ Α’ 97/ ώρα 19:40 της 11.6.2019). Αλλά το πλέον «πρωτότυπο» ήταν ότι η έναρξη ισχύος του νέου ΠΚ ορίστηκε για την 01.7.2019, δηλαδή μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές. Σημειώνεται ότι για τις ποινικές διατάξεις ισχύει η γενική αρχή της εφαρμογής της ευμενέστερης διάταξης, οπότε η σκοπιμότητα ήταν προφανής: δεν τους ενδιέφερε εάν η επόμενη κυβέρνηση τροποποιούσε ή καταργούσε τον νέο ΠΚ, αρκεί να είχε προλάβει να δημοσιευτεί ο ΠΚ του ΣΥΡΙΖΑ.
Μέσα στον ορυμαγδό των τροποποιήσεων, υπήρξε και μία που πέρασε εντελώς απαρατήρητη: η τροποποίηση του άρθρου 370Ε. Το άρθρο 370Ε εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα το 2016 με το άρθρο δεύτερο του ν. 4411/2016 (Α΄ 142), ως υποχρέωση που απορρέει από τη μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών. Καθ’ υπαγόρευσιν της ευρωπαϊκής Οδηγίας, η οποία έχει δεσμευτική ισχύ για τα κράτη-μέλη, στον Ποινικό Κώδικα εισήχθη νέο άρθρο 370Ε σύμφωνα με το οποίο «Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 370Β, 370Γ παράγραφοι 2 και 3 και 370Δ παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει, διανέμει ή με άλλον τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για τον σκοπό της διάπραξης κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 370Β, 370Γ και 370Δ, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».
Με τον ίδιο νόμο τροποποιήθηκε και το άρθρο 370Γ και ορίστηκε –μεταξύ άλλων– ότι «όποιος χωρίς δικαίωμα αποκτά πρόσβαση στο σύνολο ή τμήμα πληροφοριακού συστήματος ή σε στοιχεία που μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών, παραβιάζοντας απαγορεύσεις ή μέτρα ασφαλείας που έχει λάβει ο νόμιμος κάτοχός του, τιμωρείται με φυλάκιση. Αν η πράξη αναφέρεται στις διεθνείς σχέσεις ή την ασφάλεια του κράτους, τιμωρείται κατά το άρθρο 148».
Είναι προφανές ότι η συνδυαστική ερμηνεία των δύο διατάξεων οδηγεί στη δίωξη και τιμωρία όσων πωλούν, προμηθεύονται και χρησιμοποιούν κακόβουλα λογισμικά υποκλοπής δεδομένων και πληροφοριών (ομιλίες, sms, emails) τα οποία μεταδίδονται μέσω των παρόχων τηλεπικοινωνιών. Μάλιστα, εάν οι πράξεις στρέφονται κατά της ασφάλειας του κράτους (όπως π.χ. υποκλοπές κατά υπουργών), τότε οι πράξεις διώκονται σε βαθμό κακουργήματος με τις διατάξεις για την κατασκοπεία (άρθρο 148 παρ. 2 ΠΚ).
Ωστόσο, με τον νέο ΠΚ το άρθρο 370Ε απέκτησε νέα μορφή και πλέον οι διατάξεις του τυποποιούν μόνο το αδίκημα της «παρακολούθησης και της αποτύπωσης σε υλικό φορέα τις μη δημόσιες διαβιβάσεις δεδομένων», αφήνοντας ατιμώρητες τις αγοραπωλησίες συστημάτων και λογισμικών υποκλοπής. Το δε άρθρο 370Γ άλλαξε εντελώς περιεχόμενο και πλέον επικεντρώνεται στην παραβίαση «κρατικών, επιστημονικών ή επαγγελματικών απορρήτων» και από τις διατάξεις του έχει αφαιρεθεί κάθε αναφορά σε τηλεπικοινωνιακές υποκλοπές δεδομένων.