Στα Ιωάννινα, στις 25 Οκτωβρίου, η αστυνομία πληροφορείται ότι ο ιδιοκτήτης γνωστής αλυσίδας αρτοποιείων, σε βάρος του οποίου έχει επιβληθεί απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, κατευθύνεται προς τα αλβανικά σύνορα.
Η σύλληψή του είχε προγραμματιστεί για το πρωί της Δευτέρας. Η πληροφορία ότι επιχειρεί να εγκαταλείψει τη χώρα ανατρέπει τον αρχικό σχεδιασμό και επισπεύδει την αστυνομική επιχείρηση.
Για όποιον αναρωτιέται γιατί η σύλληψη πραγματοποιείται τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τα γεγονότα προσφέρουν από μόνα τους την απάντηση: ο ύποπτος επιχειρούσε να διαφύγει.
Η έρευνα για τους φερόμενους ως στημένους αγώνες μπάσκετ άρχισε έπειτα από καταγγελία αθλητικού συλλόγου τον Απρίλιο, ενώ η υπόθεση που αφορά αλυσίδα πιτσαριών ξεκίνησε από πληροφορία η οποία είχε περιέλθει στις αρχές μήνες πριν από τις συλλήψεις.
Αυτό σημαίνει ότι η χρονική στιγμή κατά την οποία μια έρευνα γίνεται γνωστή στο ευρύ κοινό δεν συμπίπτει κατ’ ανάγκην με τον χρόνο κατά τον οποίο αυτή εκκινεί.
Ανάμεσα στο πολιτικό ημερολόγιο της κυβέρνησης και σε εκείνο της αντιπολίτευσης μεσολαβεί ένας τρίτος χρόνος, αυτοτελής και ανεξάρτητος, ο οποίος δεν υπακούει στις επιταγές της πολιτικής συγκυρίας: ο χρόνος της δικογραφίας.
Το οργανωμένο οικονομικό έγκλημα δεν αποκαλύπτεται με μια θεαματική έφοδο ούτε υποτάσσεται στους ρυθμούς της ημερήσιας επικαιρότητας.
Αποσυναρμολογείται και ανασυντίθεται ψηφίδα προς ψηφίδα, μέσα από άρσεις απορρήτου, καταθέσεις, διασταυρώσεις στοιχείων και μήνες βουβής παρακολούθησης.
Η μυστικότητα της προδικασίας αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για την ευόδωση μιας έρευνας. Μια δικαστική διερεύνηση που δημοσιοποιείται προτού ολοκληρωθεί προειδοποιεί τους υπόπτους, παρέχοντάς τους τον χρόνο να εξαφανίσουν τα ίχνη τους και να υπονομεύσουν τη συλλογή κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων.
Εκείνο που το κοινό προσλαμβάνει ως αιφνίδια αποκάλυψη αποτελεί, κατά κανόνα, την τελευταία πράξη μιας διαδικασίας που έχει αρχίσει πολύ νωρίτερα.
Ούτε, άλλωστε, τα κυκλώματα του οργανωμένου εγκλήματος ευθυγραμμίζουν τη δράση τους με τον εκλογικό κύκλο. Η υπόθεση της φερόμενης διαφθοράς στον χώρο του μπάσκετ αφορά αγώνες μιας ολόκληρης δεκαετίας και εκτείνεται σε διαφορετικές κυβερνητικές περιόδους. Η χρονική της εμβέλεια καθιστά, επομένως, επισφαλή κάθε απόπειρα να υπαχθεί αβασάνιστα στις σκοπιμότητες των πρόσκαιρων πολιτικών συγκυριών.
Υπάρχει, ωστόσο, και η θεσμική διάσταση που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται. Οι δικογραφίες δεν μανταλώνονται σε υπουργικά συρτάρια ούτε υπαγορεύονται από τις εκάστοτε προτεραιότητες του κυβερνητικού επιτελείου. Την ποινική διερεύνηση αναλαμβάνουν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, οι εισαγγελείς ασκούν τα καθήκοντά τους ως λειτουργοί της Δικαιοσύνης, ενώ τα εντάλματα σύλληψης δεν φέρουν την υπογραφή υπουργών.
Όποιος, συνεπώς, ισχυρίζεται ότι οι διώξεις ενεργοποιούνται ή αναστέλλονται κατά τις επιταγές των κυβερνητικών σκοπιμοτήτων αμφισβητεί την αυτοτέλεια της Δικαιοσύνης και την παρουσιάζει ως ετεροκαθοριζόμενο μηχανισμό, υποτελή στην εκτελεστική εξουσία.
Εάν αυτή είναι πράγματι η πεποίθηση όσων διατυπώνουν αυτόν τον ισχυρισμό, οφείλουν να την εκθέσουν απερίφραστα και, προπάντων, να την τεκμηριώσουν.
Μια θεωρία που δεν σφάλλει ποτέ
Στο Κράιστσερτς της Νέας Ζηλανδίας, στα χρόνια του πολέμου, ο εξόριστος Καρλ Πόπερ συλλαμβάνει τη «συνωμοσιολογική θεωρία της κοινωνίας»: την πεποίθηση ότι κάθε συμφορά αποτελεί το προϊόν ενός σχεδίου, το οποίο εξυφαίνουν αφανείς ισχυροί προς εξυπηρέτηση των ιδιοτελών σκοπών τους. Την αντιλαμβάνεται ως εκκοσμικευμένη εκδοχή της δεισιδαιμονίας. Οι ομηρικοί θεοί, στους οποίους αποδίδονταν οι ραδιουργίες που πυροδότησαν τον Τρωικό Πόλεμο, εγκαταλείφθηκαν· στον ερημωμένο Όλυμπο θρονιάστηκαν οι ισχυροί που υποτίθεται ότι κινούν κάθε νήμα.
Η ρητορική της εκ των προτέρων σκηνοθετημένης κάθαρσης είναι ο γνησιότερος βλαστός αυτής της δεισιδαιμονίας. Αν οι διώξεις συμπέσουν με ώρα πολιτικής τρικυμίας, είναι αντιπερισπασμός. Αν δεν ασκηθούν, είναι συγκάλυψη. Αν ασκηθούν σε ώρα νηνεμίας, θα ειπωθεί ότι αποσκοπούν να ξορκίσουν τη θύελλα που ζυγώνει. Κάθε ενδεχόμενο επιστρατεύεται προς επιβεβαίωση της ίδιας προκατασκευασμένης ερμηνείας, η οποία μεταβάλλει τα συμπεράσματά της ανάλογα με τις περιστάσεις, χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ την αρχική της παραδοχή.
Το ελάττωμά της δεν είναι ότι σφάλλει· είναι ότι έχει δομηθεί κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορεί ποτέ να αναγνωρίσει το σφάλμα της. Όπως υπογράμμιζε ο Πόπερ, η αδυναμία διάψευσης δεν συνιστά γνώρισμα επιστημονικής ισχύος, αλλά ένδειξη πνευματικής φτώχειας. Μια ερμηνεία που κατορθώνει να μετατρέπει κάθε πιθανό ενδεχόμενο σε επιβεβαίωση, απλώς υποτάσσει την πραγματικότητα στις δικές της προειλημμένες βεβαιότητες.
Σε μια χώρα όπου η ακρίβεια, η υγεία και τα εθνικά ζητήματα παραμένουν διαρκώς ανοιχτά μέτωπα, ουδέτερη πολιτικά ημερομηνία δεν υφίσταται. Κάθε χρονική στιγμή μπορεί να συσχετιστεί εκ των υστέρων με κάποια εκκρεμότητα, κάποια κρίση ή κάποια κυβερνητική δυσκολία. Η σύμπτωση, επομένως, είναι αναπόφευκτη· ακριβώς γι’ αυτό, όμως, δεν συνιστά απόδειξη αιτιώδους συνάφειας.
Η αναδρομική θέαση των γεγονότων ανασυνθέτει εκ των υστέρων μια αλληλουχία περιστατικών σε συνεκτικό σχέδιο, αποδίδοντας στις συμπτώσεις τη συνοχή μιας προμελετημένης ενέργειας. Μόνο που το σχέδιο ενδέχεται να μην προκύπτει από τα γεγονότα, αλλά να προβάλλεται πάνω τους από εκείνον που τα ερμηνεύει.
Εκείνο που εκλαμβάνεται ως αποκάλυψη μιας κρυφής αλληλουχίας, στην πραγματικότητα είναι η προβολή μιας ήδη διαμορφωμένης πεποίθησης πάνω σε ασύνδετα περιστατικά.
Η θεωρία αυτή προσκρούει, επιπλέον, στις ίδιες της τις αντιφάσεις. Όταν οι υπό διερεύνηση υποθέσεις αγγίζουν πρόσωπα του περιβάλλοντος της εξουσίας, η αποκάλυψή τους δυσχεραίνει την εκ των προτέρων βεβαιότητα περί συγκάλυψης. Καμιά κυβέρνηση δεν σβήνει μια πυρκαγιά πυρπολώντας το ίδιο της το σπίτι.
Η συλλογιστική κορυφώνεται, μάλιστα, σε μια απαίτηση που αποκαλύπτει το λογικό της αδιέξοδο: να εγγυηθεί η κυβέρνηση ότι δεν διατηρεί άλλες υποθέσεις ή σκάνδαλα «στην κατάψυξη». Οι νομικοί γνωρίζουν αυτήν την κατηγορία αξιώσεων ως probatio diabolica, δηλαδή ως διαβολική απόδειξη: την απαίτηση να αποδειχθεί όχι ότι κάτι συνέβη, αλλά ότι κάτι δεν υπάρχει. Πρόκειται για μια αξίωση που μεταθέτει το βάρος της τεκμηρίωσης από εκείνον που διατυπώνει την υπόνοια σε εκείνον που καλείται να την αποκρούσει, υποχρεώνοντάς τον να αποδείξει ένα απροσδιόριστο αρνητικό γεγονός.
Ο Ρωμαίος νομικός Παύλος, σε μια φράση που περιέσωσαν οι Πανδέκτες, είχε αποφανθεί: «Ei incumbit probatio qui dicit, non qui negat». Το βάρος της απόδειξης το επωμίζεται όποιος ισχυρίζεται, όχι όποιος κατηγορείται.
Δεν γνωρίζω αν σε κάποιο υπουργικό συρτάρι λιμνάζουν φάκελοι που δεν έχουν ακόμη οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη. Γνωρίζω, όμως, ποιος είναι ο θεσμικά πρόσφορος τρόπος για να διερευνηθεί μια τέτοια υπόνοια: όποιος διαθέτει στοιχεία οφείλει να τα καταθέσει στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, ώστε να αξιολογηθούν και να ελεγχθούν. Η τεκμηριωμένη καταγγελία αποτελεί πράξη ευθύνης, ακόμη κι όταν στρέφεται εναντίον της εξουσίας. Όταν, όμως, οι υπόνοιες στερούνται αποδεικτικού ερείσματος και οχυρώνονται απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο διάψευσης, απλώς περιβάλλονται τον μανδύα της πολιτικής οξυδέρκειας, συγκαλύπτοντας την απουσία τεκμηρίων πίσω από την επίφαση της διορατικότητας. Και τότε μένει μόνο ο θόρυβος.
Cui bono;
Ρώμη, 80 π.Χ. Υπερασπιζόμενος τον Σέξτο Ρόσκιο από την κατηγορία της πατροκτονίας, ο νεαρός τότε Κικέρων επικαλείται το ερώτημα που συνήθιζε να θέτει ο Λεύκιος Κάσσιος, ο δικαστής που ο ρωμαϊκός λαός λογάριαζε ως τον πιο φιλαλήθη και σοφό: «Cui bono;» Προς όφελος τίνος; Ένα ερώτημα που υπεδείκνυε την κατεύθυνση προς την οποία άξιζε να στραφεί η έρευνα, χωρίς να προεξοφλεί την ενοχή, αλλά αναζητώντας το πιθανό κίνητρο.
Ας ακολουθήσουμε, λοιπόν, το ίδιο ερώτημα μέχρι τις έσχατες συνέπειές του. Ποιος ωφελείται όταν κάθε ποινική δίωξη παρουσιάζεται ως στημένη; Όχι ο φορολογούμενος, ο οποίος επωμίζεται και το μερίδιο των φοροφυγάδων. Ούτε ο φίλαθλος, που βλέπει το αγαπημένο του άθλημα να βγαίνει στο σφυρί. Ωφελούνται, αντιθέτως, όσοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη, καθώς τους προσφέρεται έτοιμο ένα υπερασπιστικό αφήγημα, προτού ακόμη κριθούν τα πραγματικά περιστατικά: δεν είμαστε υπόλογοι για όσα μας αποδίδονται· είμαστε τα θύματα μιας πολιτικής σκευωρίας. Η αθωότητά τους τεκμαίρεται, όπως επιτάσσει το κράτος δικαίου· για την ενοχή τους, όμως, δεν αποφαίνεται ούτε η κυβέρνηση, ούτε η αντιπολίτευση, αλλά το αρμόδιο δικαστήριο, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων.
Η ρητορική αυτή, άλλωστε, δεν έχει κομματικό πρόσημο. Την έχουν επιστρατεύσει, εναλλάξ, παρατάξεις κάθε πολιτικής απόχρωσης, όσο βρίσκονταν στα έδρανα της αντιπολίτευσης, για να την αποκηρύξουν όταν βρέθηκαν στην απέναντι πλευρά, εκείνη της κυβέρνησης. Η μεταστροφή δεν αφορά κατ’ ανάγκην την ίδια την αρχή, αλλά τη χρησιμότητά της: ό,τι καταγγέλλεται ως κυβερνητικός χειρισμός όταν πλήττει τους πολιτικούς αντιπάλους, μπορεί να αναγορευθεί σε θεσμική αναγκαιότητα όταν αφορά τους πολιτικά οικείους.
Ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας την αποσάθρωση των πολιτικών και ηθικών κριτηρίων κατά τη στάση της Κέρκυρας, παρατηρούσε ότι οι άνθρωποι άλλαζαν κατά το δοκούν τη συνήθη σημασία των λέξεων. Κάτι ανάλογο συμβαίνει όταν η δίωξη ονομάζεται αντιπερισπασμός και η έρευνα συγκάλυψη, οι λέξεις γίνονται άδεια κελύφη, και, μέσα στα κενά τους περιβλήματα, φωλιάζει η ατιμωρησία.
Η ακρίβεια και η δημόσια υγεία αποτελούν υπαρκτά προβλήματα, τα οποία δικαιούνται ουσιαστικό και αδιάλειπτο πολιτικό διάλογο. Δεν ακυρώνονται από την αποκάλυψη μιας ποινικής υπόθεσης, όπως ούτε η διερεύνηση της τελευταίας ακυρώνεται από την ύπαρξη των πρώτων. Η δημόσια ζωή δεν είναι μια διαδοχή αλληλοαναιρούμενων θεμάτων, από τα οποία κάθε φορά επιτρέπεται να εξετάζεται μόνο ένα. Η ανάδειξη μιας υπόθεσης δεν συνεπάγεται την παραγραφή των υπολοίπων· η λογοδοσία δεν είναι μια διαδικασία μηδενικού αθροίσματος, στην οποία η εξέταση ενός προβλήματος αποκλείει την αντιμετώπιση των άλλων.
Η λογοδοσία κρίνεται από την ουσιαστική διερεύνηση των υποθέσεων, την έκβαση των δικαστικών διαδικασιών, την ανάκτηση των παράνομα απολεσθέντων δημόσιων πόρων, όπου αυτό αποδεικνύεται εφικτό, και, πρωτίστως, από την ανθεκτικότητα των θεσμών απέναντι στις πιέσεις του δημόσιου αισθήματος.
Αν κάθε δίωξη που εκδηλώνεται εν μέσω πολιτικής κρίσης θεωρείται εκ προοιμίου ύποπτη, ενώ η κρίση δεν κοπάζει ποτέ, τότε η Δικαιοσύνη δεν θα βρει ποτέ την κατάλληλη στιγμή για να επιτελέσει το έργο της. Κάθε χρονική συγκυρία θα προσφέρεται ως πρόσχημα αναβολής, κάθε έρευνα θα αντιμετωπίζεται με καχυποψία και κάθε αποκάλυψη θα απορροφάται από την πολιτική αμφισβήτηση.
Αυτό, όμως, δεν συνιστά αίτημα κάθαρσης. Συνιστά αξίωση αναστολής της λογοδοσίας, η οποία, στο όνομα της αποκάλυψης υποτιθέμενων σκοπιμοτήτων, καταλήγει να εξασφαλίζει ακριβώς εκείνο που διατείνεται ότι πολεμά: τη σιωπή γύρω από τις ευθύνες...