Το μέλλον του Πιτ Χέγκσεθ στο Πεντάγωνο βρίσκεται υπό αμφισβήτηση μετά την ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να επανεξετάζει την παραμονή του υπουργού Πολέμου στην κυβέρνησή του, καθώς η εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών, οι αντιδράσεις για τον πόλεμο στο Ιράν και οι πρωτοβουλίες παραπομπής του Χέγκσεθ εντείνουν την πίεση προς τον Λευκό Οίκο.
Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, ο πρόεδρος έχει ζητήσει από συνεργάτες του εκτιμήσεις για τις επιδόσεις του επικεφαλής του Πενταγώνου, χωρίς να έχει ανακοινωθεί απόφαση αντικατάστασής του. Οι συζητήσεις πραγματοποιούνται στον απόηχο της εκλογικής αναμέτρησης της 3ης Νοεμβρίου, κατά την οποία οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία.
Στο προσκήνιο ο ΝτεΣάντις και οι ευθύνες για το Ιράν
Μεταξύ των ονομάτων που αναφέρονται σε σενάρια διαδοχής βρίσκεται εκείνο του Ρον ΝτεΣάντις, Ρεπουμπλικανού κυβερνήτη της Φλόριντα και πρώην αντιπάλου του Τραμπ για το προεδρικό χρίσμα.
Ο ΝτεΣάντις είχε εξεταστεί ως εναλλακτική επιλογή για την ηγεσία του Πενταγώνου ήδη τον Δεκέμβριο του 2024, πριν από την επικύρωση του διορισμού του Χέγκσεθ. Το ενδεχόμενο επανέρχεται πλέον σε δημοσιογραφικές αναφορές, χωρίς επίσημη επιβεβαίωση ότι ο κυβερνήτης βρίσκεται σε νέα διαδικασία επιλογής.
Ένα από τα σενάρια προβλέπει την έγκρισή του από τη Γερουσία κατά τη μεταβατική κοινοβουλευτική περίοδο, πριν από την ανάληψη καθηκόντων του νέου Κογκρέσου, και την τοποθέτησή του στο υπουργείο μετά την ολοκλήρωση της κυβερνητικής του θητείας, στις 5 Ιανουαρίου 2027.
Η συζήτηση για αλλαγές στο Πεντάγωνο συνδέεται κυρίως με το πολιτικό κόστος των αμερικανικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν. Μετεκλογικές αναλύσεις καταγράφουν τη δυσαρέσκεια για τη σύγκρουση ως σημαντικό παράγοντα της αποδυνάμωσης των Ρεπουμπλικανών, ενώ στο κυβερνητικό επιτελείο αναζητούνται εξηγήσεις για την έκταση της ήττας.
Στο παρασκήνιο τίθεται επίσης το ζήτημα των στρατιωτικών εισηγήσεων που δέχθηκε ο πρόεδρος. Μεταξύ των αξιωματούχων των οποίων ο ρόλος ενδέχεται να εξεταστεί αναφέρονται ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων (CENTCOM), και ο στρατηγός Νταν Κέιν, πρόεδρος του Μικτού Επιτελείου.
Ο Χέγκσεθ, από την πλευρά του, έχει πρωταγωνιστήσει στη στρατιωτική πολιτική της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ, προωθώντας επιχειρήσεις στο Ιράν και εκτεταμένες αλλαγές στην ανώτατη στρατιωτική ιεραρχία. Κατά τη θητεία του έχουν απομακρυνθεί ή αποχωρήσει δεκάδες υψηλόβαθμοι αξιωματικοί, ενώ έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη φυσική κατάσταση, τη σωματική αντοχή, τα πρότυπα καταλληλότητας και τα επίπεδα τεστοστερόνης του στρατιωτικού προσωπικού.
Επικριτές του υποστηρίζουν ότι οι επιλογές αυτές αποδυνάμωσαν την επιχειρησιακή διοίκηση και ότι ο υπουργός παρουσίαζε στον πρόεδρο υπερβολικά αισιόδοξες εκτιμήσεις για την εξέλιξη του πολέμου.
Ρεπουμπλικανοί ζητούν την απομάκρυνσή του
Η αμφισβήτηση του Χέγκσεθ δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Βόρειας Καρολίνας Τομ Τίλις, ο οποίος είχε στηρίξει την επικύρωση του διορισμού του τον Ιανουάριο του 2025, έχει μετατραπεί σε έναν από τους αυστηρότερους επικριτές του.
Μιλώντας στο CBS News, ο Τίλις προειδοποίησε ότι ο υπουργός θα βρεθεί αντιμέτωπος με την ανάγκη λογοδοσίας για τις αποφάσεις του.
«Ο Χέγκσεθ θα κληθεί να λογοδοτήσει. Είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν έχουμε τη χρηματοδότηση ή τις εγγυήσεις για την άμυνα που χρειαζόμαστε», δήλωσε.
Η αντιπαράθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω του αδιεξόδου γύρω από τις αμυντικές δαπάνες. Οι Δημοκρατικοί έχουν απειλήσει να μπλοκάρουν το αίτημα της κυβέρνησης για έκτακτη χρηματοδότηση ύψους 70 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο υποβλήθηκε τον Ιούνιο, καθώς και τον ετήσιο προϋπολογισμό του Πενταγώνου για το οικονομικό έτος 2027.
Ο Τίλις εκτιμά ότι η παραμονή του Χέγκσεθ μπορεί να δυσχεράνει την εξασφάλιση διακομματικών συμφωνιών, ιδιαίτερα καθώς απομένουν περίπου 60 ημέρες μέχρι τη λήξη της θητείας του απερχόμενου Κογκρέσου.
Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει την ψήφο υπέρ του διορισμού του υπουργού «τη μεγαλύτερη μεταμέλεια» της πολιτικής του σταδιοδρομίας και είχε ζητήσει ήδη τον Οκτώβριο από τον Τραμπ να τον αντικαταστήσει.
«Δεν έχω δει ποτέ πιο ανίκανη διοίκηση των γενναίων ανδρών και γυναικών που υπηρετούν τη χώρα μας. Φοβάται την ικανότητα και καταφεύγει στην υποδαύλιση πολιτισμικών πολέμων, αντί να ασχολείται με σοβαρότητα με το ζωτικής σημασίας έργο της εθνικής μας άμυνας και την υγεία και την ευημερία του στρατιωτικού μας προσωπικού», είχε αναφέρει σε ανάρτησή του.
Ανάλογες επιφυλάξεις έχει διατυπώσει και ο Δημοκρατικός γερουσιαστής της Βιρτζίνια Τιμ Κέιν, μέλος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων, ο οποίος είχε εκτιμήσει τον Σεπτέμβριο ότι μια αλλαγή στην ηγεσία του Πενταγώνου θα διευκόλυνε τις διακομματικές συνεννοήσεις για τη χρηματοδότηση της άμυνας.
Οκτώ κατηγορίες και πρόταση παραπομπής από Ρεπουμπλικανό
Πέρα από τις πιέσεις για πολιτική αντικατάστασή του, ο Πιτ Χέγκσεθ αντιμετωπίζει και το ενδεχόμενο παραπομπής του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής του Κεντάκι Τόμας Μάσι, ο οποίος έχει συγκρουστεί επανειλημμένα με τον Τραμπ και αποχωρεί από το Κογκρέσο μετά την ήττα του στις προκριματικές εκλογές, παρουσίασε στις 15 Σεπτεμβρίου οκτώ κατηγορίες εναντίον του υπουργού.
Ο Μάσι σχεδιάζει να επιδιώξει ψηφοφορία στην Ολομέλεια ακόμη και την εβδομάδα που αρχίζει στις 9 Νοεμβρίου, όταν το Κογκρέσο θα επαναλάβει τις εργασίες του.
Το κατηγορητήριο αφορά, μεταξύ άλλων, τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν χωρίς προηγούμενη εξουσιοδότηση του Κογκρέσου, καθώς και φερόμενες παραβιάσεις της αμερικανικής νομοθεσίας περί πολεμικών εξουσιών.
Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής αποδίδει επίσης στον Χέγκσεθ ευθύνες για την επιχείρηση σύλληψης του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, για τις θανατηφόρες επιθέσεις εναντίον υπόπτων διακίνησης ναρκωτικών στην Καραϊβική χωρίς προηγούμενη δικαστική διαδικασία, καθώς και για επιχειρήσεις στην Υεμένη.
Στις κατηγορίες περιλαμβάνονται ακόμη ζητήματα προστασίας αμάχων και καταγγελίες για αντίποινα σε βάρος επικριτών της κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων και ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Κέλι.
«Οι συνταγματικές παραβιάσεις του υπουργού Χέγκσεθ εκτείνονται πέρα από τον παράνομο πόλεμο στο Ιράν», υποστήριξε ο Μάσι.
Κατηγόρησε επίσης τον υπουργό ότι καταχράται την εξουσία του, παρακάμπτει τις αποφάσεις του Κογκρέσου και επιχειρεί να εκφοβίσει όσους ασκούν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου.
Οι συγκεκριμένες καταγγελίες αποτελούν κατηγορίες που διατυπώνονται στο πλαίσιο κοινοβουλευτικής πρωτοβουλίας και δεν συνιστούν διαπιστωμένες δικαστικές παραβάσεις.
Παρότι οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν έως τον Ιανουάριο τον έλεγχο της απερχόμενης Βουλής και μπορούν να επιχειρήσουν την απόρριψη ή την αρχειοθέτηση της πρότασης, ο Μάσι εκτιμά ότι υπάρχουν περιθώρια υπερψήφισής της.
«Υπάρχει μια αξιοπρεπής πιθανότητα να περάσει από τη Βουλή και νομίζω ότι αυτό θα αποτελούσε στίγμα στο ιστορικό του. Αν σκέφτεται να αποχωρήσει, τώρα θα ήταν μια καλή στιγμή να το κάνει», δήλωσε στη Washington Post.
Η παραπομπή από τη Βουλή, πάντως, δεν συνεπάγεται αυτομάτως απομάκρυνση από το αξίωμα, καθώς για την καταδίκη και την παύση απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία.
Έρευνες από τους Δημοκρατικούς μετά την αλλαγή πλειοψηφίας
Η ανάληψη του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς τον Ιανουάριο του 2027 δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για την κυβέρνηση Τραμπ, καθώς οι νέες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες θα μπορούν να προωθήσουν έρευνες και ακροάσεις για τη λειτουργία του Πενταγώνου.
Ήδη, Δημοκρατικοί έχουν καταθέσει προτάσεις παραπομπής εναντίον του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ, του υπουργού Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ και της υπουργού Παιδείας Λίντα ΜακΜάχον, χωρίς οι πρωτοβουλίες αυτές να έχουν προχωρήσει υπό τη σημερινή ρεπουμπλικανική πλειοψηφία.
Ο Άνταμ Σμιθ, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής, έχει δηλώσει ότι σκοπεύει να εξετάσει τρεις βασικούς τομείς: τη νομιμότητα και τη διεξαγωγή των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων, την πολιτικοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων και πιθανές περιπτώσεις διαφθοράς στις συμβάσεις προμηθειών του Πενταγώνου.
Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται να εξεταστούν και οι απομακρύνσεις ανώτατων αξιωματικών, οι οποίες έχουν προκαλέσει αντιδράσεις και στους δύο πολιτικούς χώρους.
Λευκός Οίκος: «Απόλυτη εμπιστοσύνη» στον Χέγκσεθ
Παρά τις πληροφορίες για συζητήσεις σχετικά με το μέλλον του υπουργού, ο Λευκός Οίκος απορρίπτει δημοσίως την εικόνα ότι έχει απολέσει την εμπιστοσύνη του προέδρου.
Η εκπρόσωπος Άννα Κέλι δήλωσε ότι ο Τραμπ «έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον υπουργό Χέγκσεθ», υπερασπιζόμενη παράλληλα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν και τη Βενεζουέλα.
Η ίδια εξήρε τις προσπάθειες του υπουργού να αναδιαμορφώσει τη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων, απομακρύνοντας πολιτικές διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης που είχαν προωθηθεί επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν και τις οποίες η κυβέρνηση Τραμπ χαρακτηρίζει μέρος της λεγόμενης «woke ιδεολογίας».
Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Παρνέλ διαβεβαίωσε τη Washington Post ότι ο Χέγκσεθ δεν προτίθεται να παραιτηθεί και παραμένει «100% αφοσιωμένος» στα καθήκοντά του έως την ολοκλήρωση της προεδρικής θητείας Τραμπ.
Ο Παρνέλ απέρριψε τις καταγγελίες περί παρανομιών, υποστηρίζοντας ότι το υπουργείο έχει συμμορφωθεί με τη νομοθεσία και ότι οι απειλές για κοινοβουλευτικές έρευνες αποτελούν απόπειρες πολιτικής στοχοποίησης.
Αντίστοιχα, η εκπρόσωπος Τύπου του Πενταγώνου Κίνγκσλεϊ Γουίλσον χαρακτήρισε τον Χέγκσεθ «μεταρρυθμιστικό ηγέτη», υποστηρίζοντας ότι έχει αποκαταστήσει τα στρατιωτικά πρότυπα και ότι το υπουργείο παραμένει ενωμένο πίσω από το όραμά του.
Στις 28 Οκτωβρίου, άλλωστε, ο ίδιος ο Τραμπ είχε υπερασπιστεί δημόσια τον υπουργό, χαρακτηρίζοντας απαράδεκτες τις πρωτοβουλίες παραπομπής του.
«Το μόνο που κάνουν είναι να μιλούν για παραπομπή των πάντων. Κάνει εξαιρετική δουλειά. Είναι ένας σπουδαίος πολεμιστής. Νομίζω ότι είναι ο καλύτερος στη δουλειά του εδώ και πάρα πολλά χρόνια και πολλοί άνθρωποι συμφωνούν με αυτό», είχε δηλώσει.
Η μετεκλογική συγκυρία, ωστόσο, έχει ενισχύσει την κοινοβουλευτική πίεση προς τον Πιτ Χέγκσεθ. Η παραμονή του στο Πεντάγωνο εξαρτάται από την απόφαση του Αμερικανού προέδρου, ενώ οι διαδικασίες παραπομπής και οι ενδεχόμενες έρευνες του νέου Κογκρέσου αποτελούν ξεχωριστά μέτωπα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει.