Η προσωρινή πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροδρίγκες, ανακοίνωσε σχέδιο επιστροφής κρατικών περιουσιακών στοιχείων σε ιδιώτες, σηματοδοτώντας σημαντική οικονομική στροφή.

Σε μια πρωτοβουλία που θα μπορούσε να ανατρέψει μέρος της οικονομικής κληρονομιάς του Ούγκο Τσάβες προχωρά η κυβέρνηση της Βενεζουέλας, εξετάζοντας τη μεταβίβαση κρατικών περιουσιακών στοιχείων στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και την επιστροφή επιχειρήσεων και εγκαταστάσεων στους προηγούμενους ιδιοκτήτες τους.

Η προσωρινή πρόεδρος Ντέλσι Ροδρίγκες ανακοίνωσε την Πέμπτη (29/10) ότι η διαδικασία απογραφής και αξιολόγησης των περιουσιακών στοιχείων που δεν θεωρούνται απαραίτητα για τη λειτουργία του κράτους βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο.

«Έχω δώσει οδηγία να αξιολογηθούν τα μη ουσιώδη περιουσιακά στοιχεία που κατέχει το κράτος, προκειμένου να διαπιστωθεί ποια μπορούν να προσφερθούν στον ιδιωτικό τομέα ή να επιστραφούν στους πρώην ιδιοκτήτες τους. Αυτή η διαδικασία βρίσκεται ήδη σε πολύ προχωρημένο στάδιο», δήλωσε σε τηλεοπτικό διάγγελμα.

Η εξαγγελία αποτελεί σημαντική μεταβολή προσανατολισμού για μια οικονομία στην οποία η κρατική ιδιοκτησία ενισχύθηκε δραστικά κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Ωστόσο, η Ροδρίγκες δεν διευκρίνισε με ποιον τρόπο θα πραγματοποιηθούν οι μεταβιβάσεις, ούτε ανακοίνωσε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους.

Η επανεξέταση των εθνικοποιήσεων της εποχής Τσάβες

Η σχετική διαδικασία άρχισε τον Απρίλιο του 2026, όταν η προσωρινή πρόεδρος συγκρότησε ειδική κυβερνητική επιτροπή με αντικείμενο την απογραφή, την κατηγοριοποίηση και την αξιολόγηση της δημόσιας περιουσίας.

Στο μικροσκόπιο της επιτροπής βρίσκονται, μεταξύ άλλων, υποδομές στους τομείς της ενέργειας, της ηλεκτροδότησης και των εξορύξεων, καθώς και άλλα περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν στον έλεγχο του κράτους κατά τις προηγούμενες κυβερνήσεις.

Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις σχετικές διεργασίες, η επιτροπή εργάζεται τους τελευταίους μήνες για να προσδιορίσει ποια στοιχεία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν αποτελεσματικότερα μέσω ιδιωτικών επενδύσεων ή ενδεχόμενης επιστροφής στους παλαιούς ιδιοκτήτες.

Η πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας των εκτεταμένων εθνικοποιήσεων που πραγματοποίησε ο πρώην πρόεδρος Ούγκο Τσάβες, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του από το 1999 έως το 2013.

Οι παρεμβάσεις εκείνης της περιόδου επεκτάθηκαν σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας, προκαλώντας αντιπαραθέσεις με ιδιωτικές επιχειρήσεις και ξένους επενδυτές.

Οι κρατικοποιήσεις είχαν ως αποτέλεσμα την υποβολή περισσότερων από δώδεκα διεθνών προσφυγών διαιτησίας εναντίον της Βενεζουέλας, με τις περισσότερες υποθέσεις να παραμένουν μέχρι σήμερα σε εκκρεμότητα.

Η πιθανή επιστροφή περιουσιακών στοιχείων στους προηγούμενους ιδιοκτήτες τους θα μπορούσε επομένως να επηρεάσει τόσο την εσωτερική οικονομική πολιτική όσο και τις μακροχρόνιες νομικές διαφορές του κράτους με επενδυτές.

Σε διαπραγμάτευση 44 ενεργειακές συμβάσεις

Παράλληλα με την επανεξέταση της κρατικής περιουσίας, η Ντέλσι Ροδρίγκες ανακοίνωσε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για 44 νέες ενεργειακές συμβάσεις, στο πλαίσιο της αναμόρφωσης της πετρελαϊκής νομοθεσίας.

Ο νέος νόμος για τους υδρογονάνθρακες, που εγκρίθηκε τον Ιανουάριο του 2026, προβλέπει ευρύτερες δυνατότητες συμμετοχής ιδιωτικών επιχειρήσεων στην ανάπτυξη και εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων της χώρας.

Σύμφωνα με προηγούμενες κυβερνητικές ανακοινώσεις, έχουν ήδη υπογραφεί 61 πετρελαϊκές συμφωνίες, χωρίς ωστόσο να έχουν δημοσιοποιηθεί αναλυτικά στοιχεία για τις εταιρείες που συμμετέχουν, το οικονομικό τους αντικείμενο ή τους επιμέρους όρους τους.

Η προσωρινή πρόεδρος έκανε επίσης λόγο για εντατικές επαφές με υποψήφιους επενδυτές στον μεταλλευτικό τομέα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αξιοποίηση του χρυσού, του αλουμινίου και του σιδήρου.

«Ομοίως, σημαντικές διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη στον μεταλλευτικό τομέα, ειδικότερα όσον αφορά τον χρυσό, το αλουμίνιο και τον σίδηρο», ανέφερε.

Οι ανακοινώσεις εντάσσονται στην προσπάθεια της κυβέρνησης να προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια και να διευρύνει τις παραγωγικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα σε κλάδους που έχουν αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης.

Δεσμεύσεις για πολιτικά δικαιώματα και ειρηνικές διαδηλώσεις

Πέρα από τις οικονομικές εξαγγελίες, η Ροδρίγκες αναφέρθηκε και στην προστασία των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, ανακοινώνοντας ότι έχει δώσει εντολή στις αρχές επιβολής του νόμου να μην πραγματοποιούν συλλήψεις χωρίς ένταλμα.

Η δέσμευση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια χώρα με μακρύ ιστορικό καταγγελιών για πολιτική καταστολή, αυθαίρετες συλλήψεις και περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης.

Η προσωρινή πρόεδρος υποστήριξε ότι η κυβέρνησή της θα προστατεύσει το δικαίωμα των πολιτών στην ειρηνική διαμαρτυρία, λίγες ημέρες μετά την πραγματοποίηση της πρώτης πανεθνικής αντικυβερνητικής κινητοποίησης στη Βενεζουέλα ύστερα από σχεδόν δύο χρόνια.

«Η υπεύθυνη άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων είναι εγγυημένη για όλους. Οι πόρτες μας είναι ανοιχτές», δήλωσε, επιδιώκοντας να παρουσιάσει ένα περισσότερο συναινετικό πλαίσιο πολιτικής διακυβέρνησης.

Οι δηλώσεις αποτελούν κυβερνητικές δεσμεύσεις, η εφαρμογή των οποίων θα κριθεί από τη μελλοντική στάση των αρχών απέναντι στις κινητοποιήσεις και στην πολιτική αντιπολίτευση.

Τέσσερις αυξήσεις του κατώτατου μισθού το 2027

Στο κοινωνικό σκέλος των εξαγγελιών της, η Ντέλσι Ροδρίγκες δεσμεύτηκε ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε τέσσερις αυξήσεις του κατώτατου μισθού κατά τη διάρκεια του 2027, με μία αναπροσαρμογή ανά τρίμηνο.

Η ανακοίνωση εντάσσεται στην προσπάθεια ενίσχυσης των εισοδημάτων των εργαζομένων, οι οποίοι έχουν υποστεί τις συνέπειες της μακροχρόνιας οικονομικής αποσταθεροποίησης και της υποχώρησης της αγοραστικής τους δύναμης.

Δεν παρουσιάστηκαν, πάντως, συγκεκριμένα ποσά για τις προβλεπόμενες αυξήσεις ούτε διευκρινίστηκε ο τρόπος χρηματοδότησής τους.

Οι πρωτοβουλίες για την αξιοποίηση της κρατικής περιουσίας, την προσέλκυση επενδύσεων και την ενίσχυση των μισθών αποτυπώνουν την πρόθεση της προσωρινής κυβέρνησης να επαναπροσδιορίσει την οικονομική πολιτική της Βενεζουέλας.

Το εύρος αυτής της μεταβολής θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις που θα ακολουθήσουν, καθώς η αξιολόγηση της δημόσιας περιουσίας δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε ανακοινωμένες μεταβιβάσεις, ενώ οι νέες ενεργειακές συμφωνίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό χωρίς δημοσιοποιημένους όρους.