Ορατός είναι ο κίνδυνος δημοσιονομικού εκτροχιασμού της ελληνικής οικονομίας καθώς η Κομισιόν στην τρίτη έκθεση ενισχυμένης εποπτείας που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα διαπιστώνει ότι το κόστος του προεκλογικού πακέτου παροχών ξεπερνά το 1% του ΑΕΠ δηλαδή κάτι παραπάνω από 2 δις ευρώ ενώ στην χειρότερη μπορεί να φθάσει και τα 2,6 δις ευρώ). Στην έκθεση διατυπώνονται ενστάσεις για το μείγμα των μέτρων και εκτιμάται ότι δεν θα επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019.
«Στις 15 Μαΐου, μετά την υποβολή του Προγράμματος Σταθερότητας, οι αρχές (σ.σ. ελληνική κυβέρνηση) υιοθέτησαν ένα πακέτο μόνιμων δημοσιονομικών μέτρων τα οποία εκτιμάται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ότι θα έχουν δημοσιονομικό κόστος άνω του 1% του ΑΕΠ το 2019 και εξής. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν νέες ρυθμίσεις για χρέη προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους δήμους, μειώσεις σε επιλεγμένους συντελεστές ΦΠΑ, την εισαγωγή 13ης σύνταξης και την ακύρωση της προηγούμενης μεταρρύθμισης στις συντάξεις χηρείας», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση.
Για τις πρόσθετες παροχές που εξήγγειλε ο κ. Τσίπρας για το 2020, οι θεσμοί σημειώνουν ότι η κυβέρνηση έχει δώσει μια μερική εκτίμηση για δημοσιονομικό αντίκτυπο ύψους 1,2 δισ. ευρώ ή 0,6% του ΑΕΠ, αλλά δεν έχει γίνει οριστική αποτίμηση των μέτρων αυτών, καθώς δεν έχουν ακόμη νομοθετηθεί.
Επιπρόσθετα η Κομισιόν μπαίνει και στην «ουσία» των μέτρων διατυπώνοντας ανοικτά τις αντιρρήσεις της. «Η διάρκεια των νέων ρυθμίσεων οφειλών είναι πολύ μεγάλη (120 ς δόσεις) και οι ρυθμίσεις περιλαμβάνουν περιορισμένες μόνο προβλέψεις για να αξιολογηθεί η δυνατότητα πληρωμής των οφειλετών» σημειώνεται και προστίθεται ότι οι χαμηλότεροι συντελεστές ΦΠΑ για τρόφιμα, εστίαση, ηλεκτρισμό και φυσικό αέριο έρχονται σε αντίθεση με ένα σημαντικό μέτρο που υιοθετήθηκε τον Ιούλιο του 2015, ενώ αφήνουν αμετάβλητο τον πολύ υψηλό βασικό συντελεστή 24% και αυξάνουν περαιτέρω το χάσμα στον ΦΠΑ, που είναι ήδη το δεύτερο υψηλότερο στην Ε.Ε. Τέλος για τις συντάξεις, αναφέρεται ότι η «13η σύνταξη» και οι αλλαγές στα κριτήρια χορήγησης των συντάξεων χηρείας αλλάζουν εν μέρει μέτρα που υιοθετήθηκαν το 2012 και το 2016 αντιστοίχως. Θα οδηγήσουν δε σε αύξηση τη συνταξιοδοτική δαπάνη, που είναι ήδη η υψηλότερη στην Ε.Ε. ως ποσοστό του ΑΕΠ, και έρχονται σε αντίθεση με μέτρα που υιοθετήθηκαν στον προϋπολογισμό του 2019 ώστε να διατεθεί υψηλότερο μερίδιο δαπανών για κοινωνικά επιδόματα προς τους νέους και τους εργαζόμενους που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας.
Σε σχετικό πίνακα που συνοδεύει την έκθεση και αναλύει το κόστος μέτρο , μέτρο ο λογαριασμός αυξάνεται σε 1,1%-1,4% του ΑΕΠ φέτος (2,1-2,6 δισ. ευρώ) και 1,2%-1,5% του ΑΕΠ το 2020 (2,3 – 2,9 δισ. ευρώ).
Ειδικότερα :
– Οι ρυθμίσεις οφειλών εκτιμάται ότι θα έχουν δημοσιονομικό κόστος 0,3%-0,6% του ΑΕΠ (570 εκατ. ευρώ – 1,14 δισ. ευρώ) φέτος και το 2020
– Οι μειώσεις ΦΠΑ θα κοστίσουν στον προϋπολογισμό 0,3% του ΑΕΠ (570 εκατ. ευρώ) φέτος και 0,4% του ΑΕΠ (760 εκατ. ευρώ) το 2020
– Η «13η σύνταξη» και οι αλλαγές στις συντάξεις χηρείας θα έχουν κόστος 0,5% του ΑΕΠ (950 εκατ. ευρώ) ετησίως.