Κλιμακώνονται οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην Αλβανία, με τον Φρέντη Μπελέρη να καταγγέλλει αστυνομική βία, διαφθορά και μαζική φυγή νέων.

Η πολιτική αναταραχή που συγκλονίζει την Αλβανία συνεχίζεται, με χιλιάδες πολίτες να διαδηλώνουν στα Τίρανα και σε άλλες μεγάλες πόλεις, ζητώντας αλλαγές στην εκπαίδευση, αντιμετώπιση της ακρίβειας και ουσιαστική καταπολέμηση της διαφθοράς.

Ο ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Φρέντης Μπελέρης, μιλώντας στα «Παραπολιτικά», περιγράφει μια χώρα αντιμέτωπη με βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση, υποστηρίζοντας ότι τουλάχιστον ένα εκατομμύριο Αλβανοί έχουν εγκαταλείψει την πατρίδα τους κατά τα 13 χρόνια διακυβέρνησης του Έντι Ράμα.

«Η βία κατά των διαδηλωτών είναι τρομερή. Δεν ξέρουμε πόσοι έχουν συλληφθεί, πόσοι έχουν κακοποιηθεί και πού βρίσκονται. Ο Ράμα παρέδωσε τη χώρα σε ξένα συμφέροντα, που με κάθε τρόπο προσπαθούν να κάμψουν το ηθικό του κόσμου», καταγγέλλει.

Νέο κάλεσμα για μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις απευθύνθηκε για την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου, ενώ η ένταση παραμένει υψηλή, με τους φοιτητές και τους μαθητές να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των διαμαρτυριών.

Από την «Επανάσταση των Φλαμίνγκο» στις συγκρούσεις με την αστυνομία

Οι κινητοποιήσεις άρχισαν στα τέλη Μαΐου, με αφορμή τις αντιδράσεις για μια μεγάλη τουριστική επένδυση στην προστατευόμενη παράκτια περιοχή Ζβέρνετ, κοντά στον Αυλώνα.

Το έργο συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, και προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες για τις ενδεχόμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις στην περιοχή, η οποία φιλοξενεί σημαντικούς πληθυσμούς φλαμίνγκο και άλλα προστατευόμενα είδη.

Η λεγόμενη «Επανάσταση των Φλαμίνγκο» απέκτησε σταδιακά ευρύτερο αντικυβερνητικό χαρακτήρα, καθώς στα περιβαλλοντικά αιτήματα προστέθηκαν η δυσαρέσκεια για το εκπαιδευτικό σύστημα, το κόστος ζωής, τη διαφθορά και τη λειτουργία των κρατικών θεσμών.

Οι αρχικά ειρηνικές διαμαρτυρίες εξελίχθηκαν τον Οκτώβριο σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας, εμπρησμούς και καταστροφές περιουσιών. Η αστυνομία χρησιμοποίησε δακρυγόνα και υδροβόλα, ενώ προχώρησε σε εκατοντάδες συλλήψεις.

Η αναταραχή επηρέασε και την εκπαιδευτική δραστηριότητα, καθώς πανεπιστημιακά αμφιθέατρα στα Τίρανα παρέμειναν άδεια λόγω της αποχής φοιτητών, με μαθητές λυκείων και εκπαιδευτικούς να συμμετέχουν επίσης στις κινητοποιήσεις.

Χαρακτηριστική της ρήξης μεταξύ κυβέρνησης και διαδηλωτών υπήρξε η αντίδραση των φοιτητών στην πρόσκληση του Έντι Ράμα για διάλογο. Οι νεαροί διαδηλωτές ανέτρεψαν τις πλαστικές καρέκλες που είχαν τοποθετηθεί έξω από το πρωθυπουργικό μέγαρο, απορρίπτοντας τη συμβολική πρωτοβουλία.

Πλέον, μέρος των διαδηλωτών ζητεί ευθέως την παραίτηση του Αλβανού πρωθυπουργού, ενώ οι αντιδράσεις για την αστυνομική καταστολή έχουν προκαλέσει προβληματισμό και εκτός των συνόρων της χώρας.

Μπελέρης: «Η κοινωνία είναι απέναντι στον Ράμα»

Ο Φρέντης Μπελέρης εκτιμά ότι η αμφισβήτηση της κυβέρνησης έχει διευρυνθεί και ότι οι επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις θα διεξαχθούν σε διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον από εκείνο του 2023.

Στη συνέντευξή του συνέδεσε τις εξελίξεις με τις δημοτικές εκλογές του 2027, εκφράζοντας αμφιβολίες για τη στάση που θα τηρούσε ο Ράμα απέναντι στο προβλεπόμενο εκλογικό χρονοδιάγραμμα.

Ωστόσο, η ημερομηνία των εκλογών έχει ήδη καθοριστεί. Ο πρόεδρος της Αλβανίας, Μπαϊράμ Μπεγκάι, υπέγραψε στις 30 Οκτωβρίου 2026 το σχετικό διάταγμα, ορίζοντας τη διεξαγωγή τους για τις 9 Μαΐου 2027.

Ο ευρωβουλευτής αναφέρθηκε επίσης στην προσωπική του εμπειρία από τις προηγούμενες δημοτικές εκλογές στη Χειμάρρα, όταν συνελήφθη λίγο πριν από την ψηφοφορία στην οποία εξελέγη δήμαρχος.

«Δεν θα είναι όπως το 2023, όταν με έστειλε φυλακή την παραμονή των εκλογών, μήπως και αποφύγει την ήττα στη Χειμάρρα. Εκτός από τον περιορισμένο κύκλο ανθρώπων του, η κοινωνία είναι απέναντί του, όπως και οι παραδοσιακοί σύμμαχοί του», υποστήριξε.

Κατά τον ίδιο, οι πολιτικές δυσκολίες του Αλβανού πρωθυπουργού επεκτείνονται και στις διεθνείς του σχέσεις. Ο Μπελέρης υποστηρίζει ότι ο Ράμα αντιμετωπίζει αποστασιοποίηση από παραδοσιακούς συνομιλητές του, κατονομάζοντας τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και ιδιαίτερα τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με τον οποίο εκτιμά ότι οι σχέσεις έχουν διαταραχθεί σημαντικά.

Στο επίκεντρο της κρίσης τα σκάνδαλα διαφθοράς

Η κοινωνική δυσαρέσκεια ενισχύεται από τις δικαστικές έρευνες που αφορούν πρόσωπα με υψηλές κυβερνητικές και κρατικές θέσεις.

Ανάμεσά τους βρίσκεται η πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Μπελίντα Μπαλούκου, σε βάρος της οποίας η Ειδική Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς και του Οργανωμένου Εγκλήματος (SPAK) έχει απαγγείλει κατηγορίες που σχετίζονται με δημόσιους διαγωνισμούς, διαφθορά και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Η Μπαλούκου, η οποία απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση τον Φεβρουάριο, έχει αρνηθεί τις κατηγορίες που της αποδίδονται. Η υπόθεσή της, ωστόσο, έχει εξελιχθεί σε σημαντικό σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.

Ξεχωριστή έρευνα αφορά την πρώην επικεφαλής των αλβανικών υπηρεσιών πληροφοριών, Βλόρα Χισένι, η οποία τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό και απομακρύνθηκε από τα καθήκοντά της τον Σεπτέμβριο.

Η Χισένι ερευνάται για ενδεχόμενη αποκάλυψη απόρρητων πληροφοριών και παροχή βοήθειας στον επιχειρηματία Εργκίς Αγκάσι, πρόσωπο με διασυνδέσεις στον κρατικό μηχανισμό, που είχε καταζητηθεί στο πλαίσιο υπόθεσης σχετικής με τη λειτουργία της Εθνικής Υπηρεσίας Κοινωνίας της Πληροφορίας.

Ο Αγκάσι συνελήφθη τον Αύγουστο του 2026. Σύμφωνα με στοιχεία της έρευνας, οι δύο τους διατηρούσαν συχνή επικοινωνία ακόμη και την περίοδο κατά την οποία εκείνος αναζητούνταν από τις αρχές.

Η πρώην επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών έχει υποστηρίξει ότι οι επικοινωνίες σχετίζονταν με ενδεχόμενη συνεργασία του επιχειρηματία με την υπηρεσία πληροφοριών, αμφισβητώντας την ερμηνεία των εισαγγελικών αρχών.

Πρόσθετη πολιτική πίεση προκαλούν καταγγελίες πρώην συνεργάτη του Ράμα, ο οποίος, σύμφωνα με το δημοσίευμα, παραχώρησε συνέντευξη σε αυστριακό τηλεοπτικό σταθμό, αναφερόμενος σε υποθέσεις απευθείας χρηματισμών. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν από μόνοι τους αποδεικτικά στοιχεία ποινικής ευθύνης.

Η SPAK, που συγκροτήθηκε το 2019 με τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει αναλάβει σημαντικές υποθέσεις διαφθοράς σε ανώτατα επίπεδα του αλβανικού κράτους.

Η μαζική μετανάστευση και η υπόθεση της Χειμάρρας

Πέρα από τη διαφθορά, ο Φρέντης Μπελέρης θεωρεί τη δημογραφική συρρίκνωση μία από τις σοβαρότερες συνέπειες της μακροχρόνιας πολιτικής και οικονομικής κρίσης.

«Η Αλβανία βουλιάζει κυριολεκτικά στα σκάνδαλα, την κακοδιοίκηση και τη μεροληψία», δηλώνει, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στη φυγή των νέων που αναζητούν ευκαιρίες εκπαίδευσης και εργασίας στο εξωτερικό.

Ο ευρωβουλευτής υποστηρίζει ότι τουλάχιστον ένα εκατομμύριο πολίτες έχουν μεταναστεύσει από το 2013. Το μέγεθος αυτό, πάντως, δεν τεκμηριώνεται από τα στοιχεία των δύο τελευταίων απογραφών ως καθαρή πληθυσμιακή απώλεια.

Σύμφωνα με την επίσημη στατιστική υπηρεσία της Αλβανίας (INSTAT), ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας μειώθηκε από 2.821.977 κατοίκους το 2011 σε 2.402.113 το 2023, καταγράφοντας υποχώρηση περίπου 420.000 ανθρώπων. Η μετανάστευση αποτελεί σημαντική αιτία της μείωσης, μαζί με τις μεταβολές στις γεννήσεις και τους θανάτους.

Ο Μπελέρης αναφέρθηκε επίσης στη συνεχιζόμενη δικαστική του διαμάχη με το αλβανικό κράτος για την υπόθεση της Χειμάρρας, υποστηρίζοντας ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει περιορισμούς στην άσκηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.

Η προσφυγή του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο Στρασβούργο, αφορά τη σύλληψη και την προσωρινή κράτησή του πριν από τις δημοτικές εκλογές του 2023. Ο ίδιος αναμένει την εξέλιξη της διαδικασίας, με στόχο τη δικαστική δικαίωσή του και την αποκατάσταση των δικαιωμάτων που θεωρεί ότι παραβιάστηκαν.

Κλείνοντας τη συνέντευξή του, επανέλαβε τον ιδιαίτερο δεσμό του με τη Χειμάρρα και την ελληνική εθνική μειονότητα της Αλβανίας.

«Η Χειμάρρα, η Βόρεια Ήπειρος είναι ο τόπος μου, η ζωή μου, η πατρίδα μου, όπως και η Ελλάδα», ανέφερε.