Το σταθερό επιτόκιο 3% και ο δεκαπλασιασμός των προστίμων στους servicers προκαλούν πολιτική αντιπαράθεση και εκθέτουν τις αντιφάσεις της αντιπολίτευσης.
Η προστασία των δανειοληπτών, το σταθερό επιτόκιο 3% για τους ευάλωτους οφειλέτες, ο εξωδικαστικός μηχανισμός και ο δεκαπλασιασμός των προστίμων στις εταιρείες διαχείρισης οφειλών βρέθηκαν στο επίκεντρο της κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης. Οι νέες παρεμβάσεις του Κυριάκου Πιερρακάκη πυροδότησαν τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, η οποία επανέφερε τις καταγγελίες περί εξυπηρέτησης των funds. Μια πολιτική αντιπαράθεση που ανέδειξε τις αντιφάσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τις ευθύνες για το θεσμικό πλαίσιο των εταιρειών διαχείρισης και την επιστροφή του γνώριμου λαϊκισμού γύρω από ένα ζήτημα με πραγματικές κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις.
Πίσω από τις καταγγελίες και τις κοινοβουλευτικές κορώνες, ωστόσο, υπάρχει μια πολιτική αντίφαση που δύσκολα κρύβεται: η αντιπολίτευση επιχειρεί να εμφανιστεί ως αποκλειστικός υπερασπιστής των δανειοληπτών, την ώρα που το θεσμικό πλαίσιο των funds φέρει και τη δική της νομοθετική σφραγίδα. Και η συζήτηση για το 3% και τα πρόστιμα στους servicers έφερε αυτή την αντίφαση ξανά στο προσκήνιο.
Τα αντανακλαστικά του λαϊκισμού
Τα αντανακλαστικά του λαϊκισμού χτύπησαν και πάλι κόκκινο στην αντιπολίτευση, αυτή τη φορά με αφορμή την προστασία των δανειοληπτών. Μόλις ο Κυριάκος Πιερρακάκης ανακοίνωσε δύο πρόσθετες παρεμβάσεις στο νομοσχέδιο για τις οφειλές, με σταθερό επιτόκιο 3% για τους ευάλωτους και επιλέξιμους οφειλέτες και δεκαπλασιασμό των προστίμων στους servicers, άρχισε ξανά η γνωστή πολιτική παράσταση. Οι διατάξεις που προβλέπουν συγκεκριμένες διευκολύνσεις για τους πολίτες και αυστηρότερη εποπτεία των εταιρειών διαχείρισης βαφτίστηκαν περίπου ως «δώρο στα funds». Όταν τα πολιτικά επιχειρήματα στερεύουν, οι εύκολες ταμπέλες αναλαμβάνουν δράση.
Η αντιπολίτευση επιχείρησε να παρουσιάσει ένα νομοσχέδιο με 18 πλέον παρεμβάσεις για την προστασία των οφειλετών ως προϊόν εξυπηρέτησης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων. Μόνο που κάπου στην προσπάθεια καταγγελίας χάθηκε η ουσία: το σταθερό επιτόκιο 3% μειώνει την αβεβαιότητα για συγκεκριμένους ευάλωτους δανειολήπτες, ενώ ο δεκαπλασιασμός των προστίμων αυξάνει σημαντικά το κόστος για τους servicers που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις τους. Με άλλα λόγια, εκεί όπου η αντιπολίτευση βλέπει εξυπηρέτηση συμφερόντων, οι ίδιες οι διατάξεις προβλέπουν αυστηρότερους κανόνες και πρόσθετη προστασία. Η πολιτική καταγγελία, βεβαίως, είναι εύκολη. Η εξήγηση του πώς ακριβώς προκύπτει από το περιεχόμενο του νομοσχεδίου είναι πολύ δυσκολότερη.
Και κάπου εδώ εμφανίστηκε στην κοινοβουλευτική συζήτηση και ο Αλέξης Τσίπρας, με τον Κυριάκο Πιερρακάκη να του αποδίδει τον χαρακτηρισμό «πατερούλη των μεγάλων funds». Η αιχμή δεν ήταν τυχαία. Το θεσμικό πλαίσιο για τη διαχείριση και τη μεταβίβαση απαιτήσεων από δάνεια διαμορφώθηκε και επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με τον νόμο του 2015. Επομένως, η σημερινή προσπάθεια να εμφανιστεί η συγκεκριμένη πολιτική παράταξη ως ανυποψίαστος θεατής του συστήματος των funds έχει τουλάχιστον μια σοβαρή ιστορική αντίφαση. Οι πολιτικές ευθύνες δεν διαγράφονται επειδή άλλαξαν οι ρόλοι στην αίθουσα της Βουλής.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η αντιπολίτευση επιλέγει να μετατρέπει ένα ζήτημα με πραγματικές κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις σε πεδίο εύκολης αντιπαράθεσης. Οι δανειολήπτες δεν χρειάζονται πολιτικούς αυτόκλητους σωτήρες που ανακαλύπτουν τα προβλήματά τους κάθε φορά που έρχεται ένα νομοσχέδιο προς ψήφιση. Χρειάζονται βιώσιμες ρυθμίσεις, σαφείς κανόνες, αποτελεσματικούς ελέγχους και κυρώσεις που να εφαρμόζονται. Και κυρίως χρειάζονται πολιτικές προτάσεις που να μπορούν να σταθούν στην πράξη, όχι καταγγελίες που εξαντλούνται σε μια τηλεοπτική ατάκα ή σε μια κοινοβουλευτική κορύφωση.
Έτσι, η συζήτηση για την προστασία των οφειλετών κατέληξε για ακόμη μία φορά να αποκαλύπτει το αδιέξοδο μιας αντιπολιτευτικής τακτικής που επενδύει περισσότερο στην καλλιέργεια εντυπώσεων παρά στην αξιολόγηση των πραγματικών μέτρων. Ο Πιερρακάκης έβαλε στο τραπέζι δύο πρόσθετες παρεμβάσεις με συγκεκριμένο περιεχόμενο και μετρήσιμες προβλέψεις. Η αντιπολίτευση, αντί να αντιπαραθέσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ή να εξηγήσει ποιες διατάξεις θεωρεί προβληματικές, επέστρεψε στην προσφιλή της συνταγή: funds, καταγγελίες και πολιτικός θόρυβος. Μόνο που οι οικονομικές δυσκολίες των πολιτών δεν αντιμετωπίζονται με συνθήματα και ο λαϊκισμός δεν αποτελεί πολιτική προστασίας.